…ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ;

Μοίρασε το

­ Είναι βέβαιον ότι τα κόμματα στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρονται να κυβερνήσουν. Η κατάληψη της εξουσίας είναι ο στόχος τους και στο άθλημα αυτό επιδίδονται πολλά χρόνια τώρα.

Σήμερα, όμως, ως φαίνεται, το τοπίο αλλάζει προς το χειρότερο. Εν μέσω της κατάληψης της εξουσίας, η νέα κυβέρνηση επιδιώκει και πολλά περισσότερα από τους προκατόχους της. Όχι όμως υπό τους ίδιους όρους που ίσχυαν γι αυτούς. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, όταν κυβερνούσαν, είχαν χρήμα να μοιράσουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ δεν έχουν αυτή την δυνατότητα. Ακόμα χειρότερα, υπό την αφόρητη πίεση του τρίτου μνημονίου που ψήφισαν και πρέπει να εφαρμόσουν, δεν έχουν και την άνεση να προσφέρουν στον κόσμο απαλλαγές χρεών. Η αντίστροφη μέτρηση στον νέο τρόπο διαχείρισης των δανείων σε καθυστέρηση έχει αρχίσει και η επόμενη μέρα δεν θα θυμίζει σε τίποτα τον μέχρι τώρα χειρισμό του πολύ σοβαρού αυτού προβλήματος.

Ποια μορφή μπορεί να πάρει λοιπόν η νέα κατάληψη της εξουσίας; Το ερώτημα είναι από τα σοβαρότερα και πολύ εύστοχα το έθεσε ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος στην Καθημερινή του περασμένου Σαββάτου, υπό τον τίτλο «Η τελευταία κατάληψη του Αλέξη Τσίπρα». Στο πλαίσιο αυτό, έγραφε, μεταξύ άλλων:

«Οι καταλήψεις των σχολείων που ξεκίνησαν από το 1990 και έκτοτε γίνονταν λίγο-πολύ κάθε χρόνο, εθιμοτυπικά, εκπαίδευσαν μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων πάνω στο θέμα, το πώς δηλαδή μπορείς να κερδίζεις αυτό που θες απλά γκρινιάζοντας πάρα, πάρα πολύ. Βεβαίως, ολόκληρη την προηγούμενη δεκαετία αυτή η γενιά μεγάλωσε βλέποντας τους γονείς της να κάνουν απεργίες (τις περισσότερες απεργίες από οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης), αλλά από το ’90 και μετά είχε την ευκαιρία να τα δοκιμάσει και στην πράξη αυτά. Ε, τώρα, εικοσιπέντε χρόνια μετά, αυτοί είναι που “έρχονται στα πράγματα”. Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε κατάληψη στο σχολείο του και έγινε γνωστός γι’ αυτό, βγήκε και στην τηλεόραση. Μετά έκανε κατάληψη στο πανεπιστήμιό του, ως είθισται, και μετά έκανε κατάληψη και στο κόμμα του, απομακρύνοντας αμφισβητίες και επίμονους αριστερούς ή ατίθασες συνιστώσες κατά κύματα. Και ο περήφανος λαός αναγνώρισε και επιβράβευσε αυτή τη μακρά πορεία, και του έδωσε τη δυνατότητα να κάνει κατάληψη και αλλού: Στην εξουσία. Την οποία παρέλαβε σε μια από τις κρισιμότερες στιγμές της ιστορίας, αναλαμβάνοντας μια διαπραγμάτευση που θα έκρινε το μέλλον της χρεοκοπημένης χώρας. Οπότε τι έκανε;

»Κατάληψη, τι άλλο.

»Τι κάνει το δεκαπενταμελές όταν πάει για διαπραγμάτευση με το διευθυντή του σχολείου; Φοράει το επαναστατικό υφάκι, αυτό που λέει “δε σε σεβόμαστε, ούτε και σε φοβόμαστε” και δεν διαπραγματεύεται τίποτε, γιατί νομίζει ότι η κατάληψη καθ’ αυτή είναι όλη η διαπραγμάτευση που χρειάζεται, ότι η ανυπακοή είναι αυτονόητη γεννήτρια δίκιου, ότι ο χρόνος δουλεύει για λογαριασμό του, πάντα, κι αν όχι, τουλάχιστο χάνεται μάθημα. Αυτή ακριβώς δεν ήταν η διαπραγματευτική τακτική του Γιάνη Βαρουφάκη;

»Γι’ αυτό κράτησαν 17 ώρες οι τελικές διαπραγματεύσεις του Αλέξη Τσίπρα για το μνημόνιο. Κατάληψη στην αίθουσα έκανε.

»Και μπορεί μετά από όλα αυτά να το υπέγραψε το μνημόνιο (κι οι περισσότερες καταλήψεις αποτύγχαναν να ακυρώσουν νομοσχέδια), δηλαδή θεωρητικά να έχασε εκείνη τη συγκεκριμένη μάχη, αλλά κέρδισε κάτι πολύ σημαντικότερο: Τις εκλογές πάλι. Οι Έλληνες πολίτες μπορεί να είπαν όχι στα μνημόνια, αλλά δεν μπορούν να πούνε όχι και σε μια μεγάλη, χορταστική κατάληψη, έστω και αποτυχημένη. Τη σέβονται, τη γουστάρουν, την καταλαβαίνουν και την εκτιμάνε. “Τουλάχιστον το πάλεψε”, λένε, γιατί έχουν μάθει να θεωρούν την κατάληψη δόκιμη και αποδεκτή μορφή πάλης.

»Σήμερα ζούμε την τελευταία φάση αυτού του έργου. Δεν έχει παρακάτω -εκτός και αν ζήσουμε την εμπειρία του κυρίου Τσίπρα με τον κύριο Παππά από δίπλα να βάζουν λουκέτα και να πετάνε θρανία από τα παράθυρα του κτιρίου του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Πλέον κυβερνάνε. Είναι σαν τα παιδάκια στα σχολεία να κατέληγαν με τη διεύθυνση του Υπουργείου Παιδείας στα χέρια. Τι να το κάνουν; Πώς να το διαχειριστούν; Με ποια πολιτικά εργαλεία; Ε, τι με ποια. Με το ένα που έχουν. Η κατάληψη συνεχίζεται».

Μόνο που σήμερα δεν υπάρχουν τα υλικά μέσα για να εδραιωθεί η κατάληψη αυτή. Συμβαίνει λοιπόν το εξής κουφό: Η κυβέρνηση δείχνει να θέλει να κάνει κατάληψη στον εαυτό της.

«Υλοποιεί έτσι τσάτρα-πάτρα μνημονιακές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις και παίρνει μέτρα που είναι το αντίστοιχο του να βάζουν καινούρια λουκέτα στις πόρτες και να αλλάζουν τις βάρδιες της περιφρούρησης (συμμαχούν με ακροδεξιά παραφυάδα της ΝΔ, προσπαθούν να ελέγξουν τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και να τακτοποιήσουν πελάτες με ρουσφέτια, τέτοια). Δεν υπάρχει κάποιας μορφής σχέδιο για αύριο ή για μεθαύριο, πώς θα γίνουν επενδύσεις, πως θα λυθεί το ασφαλιστικό, τι θα γίνει με το δημογραφικό, πώς θα είναι αυτή η χώρα μετά από τα μνημόνια, αν ποτέ βγούμε από τα μνημόνια. Τίποτα από αυτά, πέραν των όσων περιέχει το μνημόνιο ή απαιτεί η συνέχιση της κατάληψης. Οπότε παίρνουμε και την απάντηση στο ερώτημα, τι κάνει ο καταληψίας όταν δεν έχει σε ποιον να φωνάξει αιτήματα. Από ό,τι φαίνεται (και την απάντηση τη βλέπουμε ανάγλυφα, κατάπληκτοι), κάνει κατάληψη στον εαυτό του. Η κατάληψη γίνεται αυτοσκοπός. Κάνει κατάληψη απαιτώντας κατάληψη. Το μόνο αίτημα της κατάληψης γίνεται το να συνεχιστεί η κατάληψη. Δεν φεύγουμε από εδώ, αν δεν μείνουμε εδώ.

»Κι η ώρα περνά, και το μάθημα χάνεται, κι οι επαναστατημένοι στέκονται στα κάγκελα φωνάζοντας τα συνθήματα της επανάστασης, εκστατικοί από τις ενδορφίνες του αγώνα, περιμένοντας μια ακόμα, οποιαδήποτε, τελευταία νίκη», γράφει ο αρθρογράφος της Καθημερινής.

Πολύ φοβούμεθα, όμως, ότι για να μετατρέψουν την κατάληψη αυτή σε εξουσία, θα επιδοθούν σε ένα επικίνδυνο κυνήγι μαγισσών, πίσω από το οποίο θα περιμένει το κτηνώδες πρόσωπο της βίας.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP

Download on the App Store

Μοίρασε το

του αρθρογράφου

ideas change society

Αφήστε μια απάντηση

Σχόλια

Μπες στη συζήτηση

Κάνε εγγραφή για να αφήσεις τα σχόλιά σου

Κάνε εγγραφή για να αφήσεις τα σχόλιά σου