ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΑΛΚΥΩΝΙΔΕΣ

Μοίρασε το

Ο κύβος ερρίφθη. Η συγκυβέρνηση λύγισε πριν ολοκληρώσει τις ευθύνες που ισχυριζόταν ότι διεκπεραίωνε με μοναδική επιτυχία. Με το πρόσχημα της προεδρικής εκλογής η χώρα οδηγείται σε εκλογές που θα μπορούσε να είχε αποφύγει. Κατάλληλοι υποψήφιοι, εξωκομματικοί και υπερκομματικοί, ικανοί να διευκολύνουν την συνταγματικά αναγκαία σύγκλιση, υπήρχαν αρκετοί. Η συγκυβέρνηση απέφυγε να τους προτείνει. Είναι εξώφθαλμο ότι επέσπευδε τις εκλογές για να διασώσει ό,τι μπορούσε να διασωθεί από το κυβερνητικό παλαιοκομματικό ναυάγιο.

Τι κρίνεται σ’ αυτές τις εκλογές; Ασφαλώς όχι κατ’ ανάγκην όσα επικαλούνται οι απελθόντες. Κρίνεται πρωτίστως η εφικτότητα μιας άλλης διαχείρισης, το δοκιμαστικό εγχείρημα της οποίας εκτιμάται από πολλούς ότι μπορεί να προκαλέσει χρήσιμο ευρωπαϊκό αντίλαλο. Πολλοί φοβούνται, και όχι αδικαιολόγητα, ότι το τόλμημα της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους από μιαν άπειρη αριστερή κυβέρνηση μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα έξω από το ευρώ. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Πιθανότερο όμως φαίνεται το εγχείρημα, αν τελικά αποτολμηθεί, να προκαλέσει συνολικότερα θετικό ευρωπαϊκό αντίκτυπο.

Στο επίκεντρο του διακυβεύματος βρίσκεται η πρόταση για αναδιαπραγμάτευση του χρέους. Η διαγραφή ενός σημαντικού μέρους του έχει τεθεί από καιρό από πολλούς και μάλιστα γερμανούς σχολιαστές. Στην πρόταση όμως έχει προηγηθεί το ίδιο το ΔΝΤ (2011).

[quote text_size=”small”]

Η διαγραφή μέρους του χρέους ή μια μακροχρόνια παράταση των λήξεων που πρακτικά, σε παρούσα αξία, θα ισοδυναμούσε με μερική διαγραφή, κρίνεται απολύτως αναγκαία για την διευκόλυνση της ελληνικής αναπτυξιακής αντιστροφής. Στην Ελλάδα όμως υπάρχουν πολλοί που αμφισβητούν όχι μόνον την εφικτότητα του διαβήματος αλλά και για τη θεμιτότητά του!

[/quote]

Η αμφισβήτηση της εφικτότητας μπορεί κατ’ αρχήν να γίνει αποδεκτή. Πολλοί συντηρητικοί πολίτες δικαιολογημένα αμφιβάλλουν για την αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους διακατέχεται σήμερα από κυρίαρχα κράτη και πολυεθνικούς θεσμούς, όπως η ομοσπονδιακή ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Ένας ολόκληρος κόσμος στην Ελλάδα, διαχρονικά θρεμμένος με την ιδεολογία της υποτέλειας και του διεθνούς προστατευτισμού, είναι λογικό να λιποψυχεί μπροστά στη κατ’ αρχήν διαπραγματευτική ασυμμετρία. Αλλά να αμφισβητείται και η θεμιτότητα του διαβήματος υπερβαίνει τα όρια της εθελοδουλείας.

Η απόπειρα της διαπραγμάτευσης ενέχει αναντίλεκτες κακοτοπιές. Όσο κι αν έχει προηγηθεί διεθνής ζύμωση και σχετική ωρίμανση πνευμάτων, η αντίσταση των δανειστών αναμένεται σκληρή. Η τελική επιτυχία μιας τέτοιας διαπραγμάτευσης προϋποθέτει πρώτα-πρώτα κατάλληλους διαπραγματευτές, με πείρα, διπλωματικό σθένος και ακονισμένα επιχειρήματα. Κατά τα άλλα, η Ελλάδα δικαιούται όχι μόνον να ζητήσει αλλά και να απαιτήσει! Οι λόγοι είναι πολλοί και καθαροί.

Κατ’ αρχήν, σε κάθε δανειακή σχέση ενυπάρχει η συνυπευθυνότητα δανειστών, εγγυητών και δανειζομένων. Σε περίπτωση που ο πιστούχος περιέλθει σε πραγματική ή πλασματική αδυναμία ουδείς δικαιούται επομένως να διαμαρτυρηθεί. Ο κίνδυνος στη δανειακή σχέση είναι εγγενής και ο συντελεστής κινδύνου είναι προεξοφλημένος. Σε ό,τι αφορά τον ελληνικό υπέρμετρο δανεισμό, η συνυπευθυνότητα δανειστών και δανειζομένου είναι κατάφωρη. Δίκαιον είναι λοιπόν το κόστος της αδυναμίας ολοκληρωτικής αποπληρωμής να επιμεριστεί συμμέτρως. Οι ιδιώτες δανειστές έχουν ήδη καταβάλει ένα σημαντικό μερίδιο συμμετοχής με τη διαγραφή (PSI) του 2011. Τώρα καλούνται να συμμεριστούν το δικό τους μερίδιο πολιτικής πρωτίστως απερισκεψίας οι κυρίαρχοι και οι πολυεθνικοί δανειστές. Και πρώτα-πρώτα η ηθικολογούσα Γερμανία.

Δεν θέλω να υπεισέλθω στη συζήτηση περί παλαιοτέρων γερμανικών οφειλών (πολεμικές αποζημιώσεις και κατοχικό δάνειο). Αυτά αφορούν το μακράν απώτερο, σε σχέση με τη γέννηση του σημερινού υπερχρέους, ιστορικό παρελθόν.

[quote text_size=”small”]

Για την χρεωστική όμως υπερφόρτωση της χώρας δεν ευθύνεται αποκλειστικά η διαχειριστική ανωριμότητα των ελληνικών κυβερνήσεων που εσυσσώρευσαν το χρέος. Η Ε.Ε. και μαζί η Γερμανία φέρουν σημαντικό μέρος της ευθύνης.

[/quote]

Η Ε.Ε και πρωτίστως η Γερμανία και η Γαλλία άφησαν να πλανάται στις χώρες και στις αγορές μια απατηλή εικόνα για την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής νομισματικής και οικονομικής ένωσης. Η Γερμανία μαζί με τη Γαλλία παρεβίασαν πρώτες το προσαρτημένο στο ευρώ Σύμφωνο Σταθερότητας σε σχέση με το ύψος των δημοσίων ελλειμμάτων, ενθαρρύνοντας έτσι τους πιο «ανεύθυνους» σε χαλαρή δημοσιονομική πολιτική. Η Ε.Ε. και πρωτίστως η ηθικολογούσα Γερμανία δεν άσκησαν τον προσήκοντα έγκαιρο έλεγχο στην από μακρού διαπιστωμένη ελληνική δημοσιονομική παρέκκλιση (2004), όταν η Ελλάδα είχε ήδη τεθεί υπό την αβρή επιτήρηση των κυρίων Γιούνκερ και Αλμούνια.

Η Γερμανία και η Γαλλία επέτρεπαν πρωτίστως στις τράπεζές τους να χρηματοδοτούν ανενδοίαστα το ελληνικό κράτος με την δική τους εξυπακουόμενη εγγύηση. Η Ε.Ε και πρωτίστως η Γερμανία έσπευσε το 2010 να επιβαρύνει το ελληνικό χρέος με 250 δις προσθέτου δανεισμού για να αποφευχθεί η συζήτηση για μια πιο ανώδυνη τότε και αποτελεσματική διαγραφή. Επιπλέον οι γερμανοί και οι άλλοι ευρωπαίοι φορολογούμενοι δεν πρόκειται, όπως καταχρηστικά υποστηρίζεται, να συμμετάσχουν στο πραγματικό κόστος της διαγραφής. Οι κατάλληλες τεχνικές λογιστικής που γνωρίζουν να εφαρμόζουν η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες θα μεριμνήσουν. Το σπουδαιότερο: Οι έλληνες δεν αντέχουν σε τελευταία ανάλυση να πληρώνουν με τους ασφυκτικούς όρους που επιθυμούν οι δανειστές.

Η Ελλάδα δεν αρνήθηκε τις ευθύνες της. Πλήρωσε και πληρώνει αιματηρά. Αλλά το καθαρτήριο πλέον ετελείωσε. Είναι καιρός να επαναλειτουργήσει η οικονομία. Καλή εκλογική χρονιά.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP

Download on the App Store

Μοίρασε το

του αρθρογράφου

ideas change society

2 Απαντήσεις

  1. O αγαπητός φίλος και συνεργάτης Ιπποκράτης Χατζηαγγελίδης, οξυδερκής πολιτικός αναλυτής και καλός γνώστης της πολιτικής διαδικασίας, στο παραπάνω σχόλιό του σπεύδει να μας υπενθυμίσει ότι η απόπειρα για διαπραγμάτευση μιας μερικής διαγραφής του ελληνικού χρέους ή μιας συνολικής του αναδιάρθρωσης για να γίνει αποδεκτή και να αποδειχτεί τελικά επιτυχημένη προϋποθέτει την ένταξη της διαπραγμάτευσης μέσα σε ένα συνολικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων που θα αποσπάσουν την εμπιστοσύνη των δανειστών μας και θα εγγυώνται διαρθρωτικά αποτελέσματα που οι προηγούμενες από το 2010 ελληνικές κυβερνήσεις είτε απέτυχαν είτε δεν επιθυμούσαν κατά βάθος να ολοκληρώσουν. Δεν θεωρώ ότι η ορθή αυτή τοποθέτηση συνιστά κάποιου είδους διαφωνία με τα όσα εκθέτω στο δικό μου κείμενο για την θεμιτότητα πρώτα-πρώτα της ελληνικής αξίωσης για διαγραφή. Αντίθετα, βοηθούν στην πληρέστερη κατανόηση του πώς μια πιθανή αλλά απολύτως αναγκαία διαγραφή θα καταστεί απολύτως συμβατή με την δικαιολογημένη απαίτηση των δανειστών για ασφαλέστερη και λειτουργικότερη παραμονή της Ελλάδας στη νομισματική ένωση και στο κοινό νόμισμα, όπως υποτίθεται ότι η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού επιθυμεί Οι μεταρρυθμιστικοί στόχοι και.άξονες που ενδεικτικά επισημαίνει είναι απολύτως ορθοί και αναγκαίοι. Ο κ. Χατζηαγγελίδης, ως στενός και αγαπητός συνεργάτης και συνομιλητής, γνωρίζει άλλωστε καλλίτερα από τον καθένα ότι οι απόψεις που υπομνηστικά εκθέτει αποτελούν θεμελιώδες μέρος του προσωπικού μου πολιτικού προγράμματος που θα επιθυμούσα δυναμικά να προωθήσω αν οι περιστάσεις και οι πραγματικές διαθέσεις των ειλικρινέστερων δυνάμεων του αστικού μεταρρυθμιστικού κόσμου αποδέχονταν να συστρατευθούν σε μια άλλου τύπου πολιτική συσπείρωση απ’ αυτές που είτε ξέπνοα είτε ψευδεπίγραφα έχουν μέχρι σήμερα καταχραστεί των σχετικών ευκαιριών. χωρίς βιώσιμο αποτέλεσμα. Ο ίδιος με τιμά με την επισήμανση ότι θα ήμουν ίσως ο μόνος ικανός για την αποτελεσματική διαπραγμάτευση όπως εκείνος, αλλά και πολλοί άλλοι, την εννοεί, χωρίς να παραλείπει να υπενθυμίζει ότι το πολιτικό σύστημα δεν αντέχει τις προσωπικές μεταρρυθμιστικές μου απόψεις οι οποίες βεβαίως δεν είναι συμβατές με την εξαχρειωτική αναπαραγωγή του. Οι επιφυλάξεις πρωταγωνιστικών μέχρι σήμερα παραγόντων του δημοσίου βίου απέναντι στις απόψεις μου αλλά και την ασυμβίβαστη προσήλωσή μου σε αυτές δεν είναι φυσικά δυνατόν να μου επιτρέψουν παγιδευτικές συνεργασίες εν ονόματι βραχυπρόθεσμων πολιτικών σκοπιμοτήτων και τυχοδιωκτικών τακτικισμών. Δεν έχω μείνει τόσα χρόνια βασανιστικά εκτός ενεργού πολιτικής για να αναλωθώ τώρα πίσω πίσω μετά των “αλλοφύλων”. Η στιγμή είναι αναμφίβολα κρίσιμη και η κρισιμότητα θολώνει συχνά τις νηφάλιες αναλύσεις. Θέλω να ελπίζω ότι η δηλητηριασμένη εκλογική αναμέτρηση αυτού του Ιανουαρίου όχι μόνο θα αφήσει αλώβητες χρήσιμες εθνικές δυνάμεις για μια καταλυτική μετεκλογική παρέμβαση αλλά θα διεγείρει κίνητρα συμμετοχής σε μια καινούργια πολιτική προσπάθεια όταν θα έχουν διαλυθεί ο προεκλογικός συσκοτισμός και οι ψευδαισθήσεις.

  2. Είναι από τις λίγες φορές που δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον εξαίρετο κ. Παναγιώτη Γεννηματά, που με τιμά με την ειλικρινή του φιλία εδώ και μερικά χρόνια!

    Δυστυχώς, οι -απολύτως βάσιμες- απόψεις του περί του χρέους και της διαχειρίσεώς του, δεν συνυπολογίζουν την ευθύνη της χώρας μας, δηλαδή συνολικώς του -φαύλου και ανίκανου- πολιτικού μας συστήματος. Η στάση την οποία προτείνει και τα επιχειρήματα που επιζητεί να αξιοποιήσει μια αληθώς εθνική διαπραγμάτευση, προϋποθέτουν βαθιές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, πολύ πέραν όσων προβλέπει το μνημόνιο, το οποίο διακρίνεται από αποσπασματικότητα, προχειρότητα και έλλειψη συνοχής.

    Μόνο μετά από μια Πλήρη και Ριζική Πολιτική Μεταρρύθμιση (δηλαδή νέο πολίτευμα), συνοδευόμενη από μια γενναία Φορολογική & Ασφαλιστική Σεισάχθεια και ένα πακέτο μέτρων Άμεσης Απελευθερώσεως της Οικονομίας από τον Κρατισμό, θα μπορούσαμε να διεκδικήσουμε με αξιώσεις την αναδιάρθρωση του χρέους έως και την διαγραφή μεγάλου μέρους του. Ακριβώς επειδή η Ευρώπη είναι ένωση κρατών και η πορεία ενός εκάστου μας επηρεάζει όλους, μόνο μετά από γενναίες δικές μας μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν οι κυβερνήσεις των εταίρων να δικαιολογήσουν την διαγραφή του χρέους μας, αφού τα οφέλη θα ήταν περισσότερα από το κόστος μιας τέτοια επιλογής.

    Επίσης, ο εξαίρετος φίλος μου και ειλικρινής πατριώτης, Παναγιώτης Γεννηματάς, ξεχνάει κάτι ακόμη: ο μόνος που θα μπορούσε να φέρει εις πέρας μια τέτοια διαπραγμάτευση είναι ο ίδιος! Όμως, δυστυχώς, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, το πολιτικό σύστημα θα παραμείνει το ίδιο, ίσως μάλιστα -κατά παράδοξο τρόπο- να έχει ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο. Αυτό το πολιτικό σύστημα δεν αντέχει τις απόψεις του Παναγιώτη Γεννηματά και αν, παρ’ ελπίδα, του ζητηθούν οι καλές του υπηρεσίες θα είναι μόνο για να δημιουργήσουν οι -διακομματικώς- φαύλοι και ανίκανοι ένα άλλοθι, για να φορτώσουν την επικείμενη αποτυχία σε έναν άνθρωπο υπεράνω υποψίας.

    Ελπίζω να μην είναι αυτή η τύχη του Παναγιώτη Γεννηματά. Αν όμως του προταθεί κάτι τέτοιο και δεχθεί να αναλάβει, εύχομαι να μην αποδειχθώ Κασσάνδρα και “μάντης κακών”, αλλά να επιτύχει και ας αποδειχθώ εγώ κακόπιστος! Αν -ως θαύμα- επιτύχει, ίσως η δυναμική της επιτυχίας του να συμπαρασύρει το φαύλο και ανίκανο πολιτικό σύστημα… Οψόμεθα εις Φιλίππους!

Αφήστε μια απάντηση

Σχόλια

Μπες στη συζήτηση

Κάνε εγγραφή για να αφήσεις τα σχόλιά σου

Κάνε εγγραφή για να αφήσεις τα σχόλιά σου