Η ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΝΑΔΙΡ

Μοίρασε το

Προ εβδομάδων ανακοινώθηκε η περαιτέρω υποχώρηση της ελληνικής οικονομίας (από την 81η στην 86η θέση επί συνόλου 138 χωρών) βάσει του Παγκόσμιου Δείκτη Ανταγωνιστικότητας (Global Competitiveness Index) του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (World Economic Forum). Σημειωτέον ότι κατά την διετία 2012 – 14 η ελληνική οικονομία είχε παρουσιάσει βελτίωση από πλευράς ανταγωνιστικότητας βάσει του ιδίου δείκτη: από την 96η θέση είχε προωθηθεί στην 81η.

Η επιδείνωση οφείλεται στην πολύ χαμηλή επίδοση σε τρεις κυρίως επιμέρους δείκτες: το μακροοικονομικό περιβάλλον (131η θέση), την λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα (136η θέση, λόγω και των capital controls) και την λειτουργία της αγοράς εργασίας (114η θέση, βάσει της αξιολόγησης των σχέσεων εργοδοτών – εργαζομένων, της ικανότητας της χώρας να προσελκύει / διατηρεί ταλέντα κλπ.). Σημειώνονται εξ άλλου οι δυσμενείς επιπτώσεις από την υψηλή φορολογία (109η θέση), τις συνεχείς αλλαγές στην νομοθεσία (129η θέση), τις συχνές αλλαγές κυβερνήσεων και υπουργών (121η θέση), την έλλειψη προβλεψιμότητας (136η θέση) και την προβληματική λειτουργία της δικαιοσύνης (130η θέση).

Αλλά και στον ετήσιο δείκτη Doing Business 2017, που εκδίδει η Παγκόσμια Τράπεζα, παρατηρείται πτώση από την 58η θέση στην 61η (μεταξύ 189 χωρών). Σημειώνεται επιδείνωση σε οκτώ από τα δέκα κριτήρια του δείκτη (όπως έναρξη επιχείρησης, πληρωμή φόρων, λήψη πιστώσεων κλπ.). Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι όλες οι γειτονικές χώρες (Αλβανία, Βουλγαρία, ΠΓΔΜ, Ιταλία και Κύπρος – πλην της Τουρκίας) βρίσκονται πολύ υψηλότερα στην σχετική κατάταξη. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι, με στοιχεία του 2015, οι τραπεζικές καταθέσεις στην Βουλγαρία και την Ρουμανία αυξήθηκαν κατά 10% και 8% αντιστοίχως, ενώ στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 23%. Στο διάστημα Ιανουάριος 2008 – Ιούνιος 2016 η εξέλιξη των τραπεζικών καταθέσεων ήταν: Βουλγαρία, αύξηση 74,2%, Ρουμανία, αύξηση 50,5% Ελλάδα, μείωση 46,1% (!). Συναφώς, οι ελληνικές εξαγωγές στο 12μηνο Σεπτεμβρίου 2015 – Αυγούστου 2016 μειώθηκαν σε τρέχουσες τιμές κατά 14,23% (από 56,18 δις ευρώ σε 48,24 δις ευρώ).

Είναι σαφές ότι η υπερφορολόγηση οδηγεί σε ύφεση ενώ ταυτόχρονα τροφοδοτεί την φοροδιαφυγή και την αδήλωτη εργασία. Η πληρωμή των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων από τους συνεπείς μέχρι σήμερα πολίτες (περίπου το 50% του συνόλου) έχει καταστεί δυνατή με ‘’κούρεμα’’ καταθέσεων και ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων, ενώ όσοι δεν διαθέτουν τέτοια δυνατότητα, δημιουργούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις (αυξανόμενες με ρυθμό 1 δις ευρώ περίπου μηνιαίως) ή εγκαταλείπουν την χώρα αναζητώντας εργασία στο εξωτερικό.

Την ίδια πορεία αναγκάζονται να ακολουθήσουν ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις, οι οποίες, πέραν των ανωτέρω, πλήττονται και από υψηλό ενεργειακό κόστος, μεταφορικό κόστος, κόστος δανεισμού, κόστος γραφειοκρατίας, κόστος βραδείας απονομής δικαιοσύνης και από αυξημένη αβεβαιότητα και αναξιοπιστία. Εάν δεν βελτιωθούν δραστικά όλα τα παραπάνω, πράγμα απίθανο αν όχι αδύνατο από την παρούσα κυβέρνηση, όσες απομειώσεις του δημόσιου χρέους και αν γίνουν, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας θα κινείται περί το ναδίρ.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP

Download on the App Store

Μοίρασε το

του αρθρογράφου

ideas change society

Αφήστε μια απάντηση

Σχόλια

Μπες στη συζήτηση

Κάνε εγγραφή για να αφήσεις τα σχόλιά σου

Κάνε εγγραφή για να αφήσεις τα σχόλιά σου