Η αλήθεια για το πρωτογενές πλεόνασμα

Το πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι μια απλή υπόθεση για αρκετούς λόγους. Ο σοβαρότερος είναι πως ο προβλεπόμενος ρυθμός ανάπτυξης του 2% θα υπολείπεται του μνημονιακού στόχου για 3,5% πλεόνασμα. Το ερώτημα λοιπόν από που θα καλυφθεί η διαφορά του 1 - 1,5% δηλαδή 2 δισ. περίπου ετησίως. Αντώνης Ζαϊρης new deal

Μοίρασε το

Το πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι μια απλή υπόθεση για αρκετούς λόγους. Ο σοβαρότερος είναι πως ο προβλεπόμενος ρυθμός ανάπτυξης του 2% θα υπολείπεται του μνημονιακού στόχου για 3,5% πλεόνασμα. Το ερώτημα λοιπόν από που θα καλυφθεί η διαφορά του 1 – 1,5% δηλαδή 2 δισ. περίπου ετησίως.


Επειδή γίνεται αρκετή συζήτηση σχετικά με την υπερπαραγωγή του πρωτογενούς πλεονάσματος-μαμούθ των 4,6 δισ. περίπου. Και επειδή “εκτιμάται” ότι το πρωτογενές πλεόνασμα προκύπτει ως αποτέλεσμα υπεραπόδοσης των δημοσιονομικών στόχων. Δυστυχώς αυτό που συμβαίνει είναι κάτι χειρότερο…

Το χειρότερο έγκειται:

στην αδυναμία υποστήριξης σοβαρών πολιτικών κοινωνικής προστασίας.

στην αδυναμία ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους για τις πληττόμενες από την κρίση ευάλωτες κοινωνικές ομάδες πληθυσμού.

στο «φρένο» υλοποίησης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Αυτό θα προκαλούσε αναθέρμανση της απασχόλησης με παράλληλη αύξηση της ζήτησης. (Σημειώνεται ότι φέτος το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων θα κλείσει στα 6,1-6,2 δισ. – έναντι στόχου 6,75 δισ.) και

στην καθυστέρηση πληρωμής υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τρίτους.

Αυτό έχει ως συνέπεια να στερούνται πολύτιμοι πόροι και ρευστότητα από την πραγματική οικονομία. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι μέχρι και τον Οκτώβριο τού 2017 ελήφθησαν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας -ΕΜΣ 5,1 δισ. ευρώ για την αποπληρωμή τους, το Δημόσιο συνεχίζει να χρωστάει 4,49 δισ.

Το πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι απλή υπόθεση

Η υπόθεση όμως του πρωτογενούς πλεονάσματος δεν είναι μία απλή υπόθεση και για έναν άλλο σπουδαίο λόγο.

Η επίτευξη πλεονασματικών προβλέψεων της τάξης τού 3,5% ως ποσοστό του ΑΕΠ ετησίως για τα επόμενα πέντε χρόνια, είναι δεδομένη. Αντίστοιχα, βάση τις προβλέψεις του προϋπολογισμός ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας θα αγγίξει το 2%. Θα υπολείπεται δηλαδή του πλεονάσματος. Κατά συνέπεια με δεδομένη την κανονική εκτέλεση του προγράμματος, η πραγματική οικονομία θα κληθεί να εισφέρει ετησίως την διαφορά τού 1% του ΑΕΠ. Δηλαδή περίπου 1,8 δισ., ώστε να καλύπτεται ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Επειδή κάτι τέτοιο είναι δύσκολα εφικτό, θα μεταφραστεί ως εξής: Είτε σε θεαματική μείωση δημόσιων δαπανών. Είτε σε περαιτέρω αύξηση των φόρων –με ό,τι βεβαίως αυτό συνεπάγεται για την οικονομία και την λειτουργία της αγοράς.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το αποτέλεσμα της υστέρησης εσόδων ανά μήνα, ανέρχεται στα 180-200 εκ. ευρώ. Νοικοκυριά και επιχειρήσεις υφίστανται φορολογική κόπωση. Συνεπώς, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης καθίσταται λοιπόν υποχρεωτική. Όπως επίσης και η αύξηση της απασχόλησης μέσω χρήσης και ελαστικών μορφών απασχόλησης. Αλλιώς δεν θα σταματήσει η στοχοποίηση των συγκεκριμένων και διαρκώς συρρικνούμενων φορολογικών υποζυγίων της κοινωνίας.

Λέξη – κλειδί η βιώσιμη ανάπτυξη

Είναι σαφές ως εκ τούτου ότι η λέξη-κλειδί είναι όχι απλά το θετικό πρόσημο στην ανάπτυξη. Είναι και μία δυναμική, διαρκής και βιώσιμη ανάπτυξη για πολλά χρόνια. Τόσο για την έξοδο της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου με άρση της αβεβαιότητας, ικανοποιητικές επιτοκιακές αποδόσεις ομολόγων. Όσο και για την έξοδο από τις μνημονιακές δεσμεύσεις. Διαφορετικά, με αναιμική ανάπτυξη, δεν θα μπορέσει η χώρα να ανταποκριθεί αξιοπρεπώς στις υποχρεώσεις της χωρίς τις χρηματοδοτικές εκταμιεύσεις των δανειστών.

Επιπλέον, όσον αφορά τον ρυθμό ανάπτυξης, η συμμετοχή της κατανάλωσης στον ρυθμό μεγέθυνσης είναι γύρω στο 67% του ΑΕΠ. Έτσι γίνεται αυτόματα αντιληπτό πόσο μεγάλη αναγκαιότητα υπάρχει για δύο πράγματα:

Πρώτον, τις εξαγωγές. Η συμμετοχή τους στο ΑΕΠ το πρώτο εξάμηνο αυξήθηκε κατά έξι ποσοστιαίες μονάδες με άνοδο 51% σε σταθερές τιμές. Όμως, η παράλληλη αύξηση και των εισαγωγών δεν βοήθησε στην μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου. Και,

Δεύτερον, τις ξένες άμεσες επενδύσεις (ΞΑΕ). Αυτές παραμένουν στο 1,6% περίπου του ΑΕΠ (τα 2,8 δισ.) με στοιχεία τού 2016. Ως εκ τούτου απομακρύνουν κάθε προοπτική ανάπτυξης. Επιπρόσθετα και οι επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου έχουν κατακρημνιστεί στα 22 δισ. ευρώ από τα 55 δισεκατομμύρια ευρώ το 2008, με τις αποσβέσεις όμως στα 32 δισ., που στην ουσία σημαίνει αποεπένδυση.

ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ APP

Download on the App Store

Μοίρασε το

του αρθρογράφου

ideas change society

Αφήστε μια απάντηση

Σχόλια

Μπες στη συζήτηση

Κάνε εγγραφή για να αφήσεις τα σχόλιά σου

Κάνε εγγραφή για να αφήσεις τα σχόλιά σου