Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
το τελοσ τησ ελληνικησ δημοσιογραφιασ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Με καθυστέρηση, ως συνήθως, τελειώνει και στην Ελλάδα μία δημοσιογραφία που κάποτε ήθελε να μορφώσει τον αναγνώστη και όχι να τού πουλήσει φούμαρα. Η εκποίηση του ΔΟΛ είναι το τελευταίο κεφάλαιο μίας ιστορίας που ξεκίνησε πριν 30 και πλέον χρόνια. Και που σήμερα γίνεται αφετηρία μίας άλλης εποχής. Με 54 χρόνια δημοσιογραφίας στην πλάτη μου εντός και εκτός Ελλάδος, δεν επιθυμώ να ασχοληθώ με το παρελθόν. Πολύ απλά, τονίζω ότι η ελληνική δημοσιογραφία αυτοκαταστράφηκε και οι λόγοι είναι πάρα πολλοί.

Στην παρούσα φάση, το δημοσιογραφικό τοπίο ελέγχεται πλέον από τέσσερις επιχειρηματίες οι οποίοι, αφού προφανώς πέτυχαν στις δουλειές τους, θέλουν να ενισχύσουν την επιτυχία τους αυτή και με την μεγαλύτερη δυνατή παρουσία στον ελληνικό επικοινωνιακό χώρο. Στην βάση δε της λογικής που διέπει τις ενέργειες και τις επιχειρηματικές τους επιλογές, θα έλεγα ότι καλά κάνουν. Εξάλλου, δεν είναι οι πρώτοι στον κόσμο και στην Ευρώπη. Έχουν προηγηθεί οι Μέρντοχ, Μάξγουελ, Μπερλουσκόνι, Λαγκαρντέρ, Σπρίνγκερ και άλλοι λιγότερο γνωστοί, που έκτισαν πραγματικές αυτοκρατορίες μέσων μαζικής επικοινωνίας και ενημέρωσης.

Δεν είναι επίσης διόλου περίεργο που τρεις από τους Έλληνες επιχειρηματίες στα ελληνικά ΜΜΕ επενδύουν και στο ποδόσφαιρο –το οποίο είναι ήδη η τρίτη παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα, αντιπροσωπεύει τζίρο πάνω από 2,3 τρισεκατομμύρια ευρώ, προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες εύκολου και όχι καθαρού πλουτισμού, εξασφαλίζει σε αρκετές περιπτώσεις το ακαταδίωκτο των ανθρώπων που κινούνται στον χώρο του και, βέβαια, παρακολουθείται από 2 και πλέον δισεκατομμύρια ποδοσφαιρόφιλους στον πλανήτη μας. Μέσω του ποδοσφαίρου, ολιγάρχες, σεΐχηδες, μαφιόζοι και άλλοι άνθρωποι του σκότους ελέγχουν αθλητικές εφημερίδες, τηλεοπτικά αθλητικά κανάλια, ιστότοπους και γραφεία στοιχημάτων, αθλητικά καταστήματα και άλλες παρεμφερείς με το ποδόσφαιρο δραστηριότητες, στις οποίες συνολικά απασχολούνται και περί τα 9 εκατομμύρια εργαζόμενοι. Για την ιστορία σημειώνουμε ότι οι πλουσιότερες ομάδες της Ευρώπης (Ρεάλ, Μάντσεστερ Γιουνάϊτεντ, Μπαρτσελόνα, Γιουβέντους, Άρσεναλ, Τσέλσυ, Παρί, κ.α.) απασχολούν συνολικά περί τα 10.000 άτομα και ο συνολικός τους τζίρος φθάνει τα 8,6 δισεκατομμύρια ευρώ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο εφοπλιστής Ευάγγελος Μαρινάκης παίζει για την ώρα την καλύτερη μπάλα στην Ελλάδα και καλά κάνει, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας κάποια προβλήματα που αντιμετωπίζει η διεθνής ναυτιλία.

Τί θα συμβεί στην ελληνική δημοσιογραφία μέσα σε αυτό το περιβάλλον; Πολύ απλά, θα προσαρμοστεί στην σημερινή πραγματικότητα. Ποια είναι αυτή, όμως;

Κατ’ αρχήν, με δεδομένη την πτώση των κυκλοφοριών εφημερίδων και περιοδικών και την δραματική κάμψη της διαφημιστικής δαπάνης, σε μία Ελλάδα με ύφεση και υπερφορολόγηση, σε μία διετία θα υπάρχουν τρεις με τέσσερις καθημερινές εφημερίδες, άλλες τόσες κυριακάτικες, πέντε αθλητικές, μία οικονομική και κάπου τριάντα επαρχιακές. Επίσης, είναι ζήτημα αν το 2020 θα κυκλοφορούν συνολικά 60-70 περιοδικά (από 802 το έτος 2002).

Στην τηλεοπτικό χώρο, η χώρα δεν θα έχει περισσότερα από πέντε κανάλια εθνικής εμβέλειας. Θα γνωρίσουν όμως άνοδο η διαδικτυακή τηλεόραση και το διαδικτυακό ραδιόφωνο. Το ίδιο ισχύει και για τους ιστότοπους. Η άνοδός τους θα είναι συνεχής για πέντε με έξι χρόνια και το επικοινωνιακό τους βάρος θα ξεπεράσει αυτό των εντύπων και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων.

Από ποιοτικής πλευράς, δύο-τρεις εφημερίδες θα σταθούν καλά και θα ποντάρουν στην ποιοτική ανάλυση γεγονότων –γιατί αυτό θα είναι και το σημαντικό συγκριτικό τους πλεονέκτημα. Το ίδιο θα ισχύσει και στον ραδιοτηλεοπτικό χώρο, όπου κατά τα άλλα κυρίαρχο θα είναι στα κανάλια το χυδαίο και λαϊκίστικο στοιχείο. Στο Διαδίκτυο και στα social media η αποπληροφόρηση, η ψευδολογία και η χυδαιότητα θα έχουν τον πρώτο λόγο, με εξαίρεση στον κανόνα 10-12 ιστότοπους που θα ποντάρουν στην ποιοτική ενημέρωση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο λαϊκισμός θα παίζει μπάλα για αρκετά χρόνια ακόμα. Αλλά οι φορείς του ας μην λησμονούν ότι η ζωή έχει αρχή και τέλος. Κατά κανόνα δε, αυτοί που καλλιεργούν φούμαρα μπορεί τελικά να εισπράξουν «κακά πράγματα». Ας το έχουν αυτό υπ’ όψιν και οι νέοι μεγιστάνες των ΜΜΕ και κυρίως οι παρατρεχάμενοί τους.