Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
το ελλειμμα επιχειρηματικησ ιδεολογιασ

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Θα θέλαμε πολύ, μα πάρα πολύ, να συμμεριστούμε την άποψη του πρωθυπουργού και κάποιων άλλων ειδικών ότι το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο. Δυστυχώς, όμως, οι προϋποθέσεις για να καταλήξουμε σε παρόμοιο συμπέρασμα δεν μάς επιτρέπουν τέτοια αισιοδοξία.

Βασικότατη προϋπόθεση για την βιωσιμότητα ενός χρέους –πέρα από τις μειώσεις δαπανών και σπατάλης που μπορούν να πραγματοποιηθούν σε μία οικονομία– είναι η παραγωγή πλούτου σε μία χώρα. Είναι, δηλαδή, οι δυνατότητες μιας οικονομίας να παράγει εισοδήματα και να αναπτύσσεται με ρυθμούς που επιτρέπουν την μείωση του χρέους σε λογικά επίπεδα, αποδεκτά και από τις διεθνείς αγορές χρήματος. Ωστόσο, για να υπάρξει παραγωγή εισοδημάτων είναι απαραίτητη η κινητοποίηση παραγωγικών μηχανισμών ικανών να δημιουργήσουν εισοδήματα σε ευρεία βάση. Όμως, όταν γίνεται λόγος για παραγωγικούς μηχανισμούς, αυτοί οι τελευταίοι δεν είναι άλλο από τις επιχειρήσεις.

Στο επίπεδο αυτό, η Ελλάδα έχει σοβαρό πρόβλημα. Οι δημόσιες επιχειρήσεις της συνολικά είναι χρεωκοπημένες και ανίκανες να παράγουν πλούτο, οι δε ιδιωτικές αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα δομικής και διοικητικής φύσεως, που κάνουν επίφοβο το μέλλον τους. Αδυνατούν έτσι να επενδύσουν και, όσες επιχειρήσεις το αποτολμούν, βρίσκουν απέναντί τους ένα αρνητικό γραφειοκρατικό περιβάλλον το οποίο ισοπεδώνει κάθε δημιουργική πρωτοβουλία.

Την ίδια στιγμή –ενώ ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας και της παραγωγής γνωρίζει απίστευτες και κοσμογονικού χαρακτήρος αλλαγές– εδώ, όπως αναγνωρίζουν κορυφαίοι κυβερνητικοί και οικονομικοί παράγοντες, κυριαρχεί πάντα μία ολέθρια αντιεπιχειρηματική ιδεολογία, η οποία διώχνει πολύτιμους νέους ανθρώπους εκτός Ελλάδος.

Έτσι, όπως πού εύστοχα παρατηρεί και ο πρόεδρος του Hellenic American University, κ. Λεωνίδας-Φοίβος Κόσκος, στην χώρα μας, στο μέτρο που το εκπαιδευτικό σύστημα παράγει δημοσίους υπαλλήλους, η κοινωνία αποβάλλει τις νέες δημιουργικές δυνάμεις, βυθιζόμενη ταυτοχρόνως στο τέλμα της ακινησίας της. Ενώ σε διεθνές επίπεδο, και κυρίως στην Βόρειο Αμερική, αναδύεται μια νέα νεωτερικότητα, στο πλαίσιο της οποίας το ιδεώδες της υποταγής της ατομικής δημιουργίας στους συλλογικούς κανόνες έχει κονιορτοποιηθεί, στην χώρα μας το γραφειοκρατικό ιδεώδες εξακολουθεί να αποτελεί κεφαλαιώδη αξία και έσχατη εκδήλωση της κρατικιστικής ιδεολογίας.

Μία ιδεολογία η οποία, αν θέλουμε να παραφράσουμε τον Νίτσε, θα λέγαμε ότι οδηγεί στην μαζική υποτίμηση των δημιουργικών αξιών, ερημιά νοήματος και αποστράτευση από την αναζήτηση προσωπικής ολοκλήρωσης. Κατ’ επέκταση, μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, η απελπισία οδηγεί στην φυγή ή στον παραλογισμό. Προκαλεί όμως και μία επικίνδυνη απάθεια, καταστροφική για αναζητήσεις.

Πουθενά δε το φαινόμενο αυτό δεν είναι τόσο ορατό όσο στην εκπαίδευση. Μέσα σε μερικά χρόνια, το κύρος και η αυθεντία των διδασκόντων έχει σχεδόν πλήρως ισοπεδωθεί, η διδασκαλία είναι προσαρμοσμένη στην γλώσσα των μέσων μαζικής επικοινωνίας και η αποξένωση από την γνώση κάνει την εκπαιδευτική διαδικασία ανίκανη να εμπνεύσει ζωή.

Στο πλαίσιο αυτό, ενώ με την διαδικτυακή επανάσταση οι μεταμοντέρνες κοινωνίες γνωρίζουν μία «εσωτερική ανατροπή», ένα πρωτοφανές πάθος για την γνώση και την πραγμάτωση του εαυτού, όπως μαρτυρά ο πολλαπλασιασμός των ψυχολόγων, στον οικονομικό χώρο το επιχειρείν δημιουργεί νέες κοινωνικές πραγματικότητες.

Οι αποκαλούμενες από γνωστούς κοινωνιολόγους «επιχειρούσες κοινωνίες» αποτελούν μία τάση που συνεχώς ενισχύεται και φέρνει στο προσκήνιο νέες αξίες, οι οποίες αναδομούν τους τρόπους ζωής και την σχέση με τους ιδιωτικούς και δημόσιους θεσμούς. Ο πάλαι ποτε πειθαρχικός ατομικισμός αντικαθίσταται από έναν άλλον, περισσότερο ηδονιστικό και ψυχολογικό, που κάνει την ενδόμυχη επίτευξη κύριο στόχο των όντων.

Παρατηρείται έτσι μία ουσιαστική διάβρωση των κοινωνικών ταυτοτήτων και των καταναγκαστικών κανόνων, η οποία συνοδεύεται από την λατρεία της ελεύθερης διαθέσεως του εαυτού στην οικογένεια, την θρησκεία, την σεξουαλικότητα, τον αθλητισμό, την πολιτική και την μόδα. Το φιλελεύθερο ιδεώδες της αυτοδιακυβερνήσεως κερδίζει έδαφος, εκεί που άλλοτε οι αξίες και οι θεσμοί εργάζονταν για να αποτρέψουν το ξεδίπλωμά του.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ακινητοποιημένη από την κρίση και την γραφειοκρατική ακαμψία ελληνική κοινωνία από πού θα αντλήσει δυνάμεις για να γίνει παραγωγική και δημιουργική; Όταν ταλαντούχοι νέοι άνθρωποι εγκαταλείπουν την χώρα γιατί δεν τούς προσφέρει καμμία ουσιαστική δυνατότητα αυτοδημιουργίας, με ποιες επιχειρήσεις θα παραχθεί πλούτος; Μία χώρα στην οποία οι άνθρωποι αρνούνται μία αδρή οικονομική πραγματικότητα, αυτή την παγκοσμιοποιήσεως, πώς είναι δυνατόν να αποκτήσει εξωστρέφεια;

Για να γίνουμε δε πιο συγκεκριμένοι υπογραμμίζουμε ότι, με βάση τον ελβετικό δείκτη KOF, ο οποίος μετρά πόσο παγκοσμιοποιημένη είναι μια χώρα, η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ελάχιστα πάνω από την τελευταία Ρουμανία. Όπως απελπιστικά τελευταία στην Ένωση είναι η χώρα μας και στους δείκτες γνώσεως και καινοτομίας, τους οποίους καταρτίζει η Παγκόσμια Τράπεζα.

Οι ανεπάρκειες αυτές, που έχουν πρωτίστως ιδεολογική αφετηρία, δεν θεραπεύονται με το να γίνονται ιδιωτικοποιήσεις με μισή καρδιά και να «εξαρχειοποιείται» η εκπαίδευση –η οποία είναι πλέον και κορυφαία πηγή πρώτων παραγωγικών υλών.