Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΛΟΥΜΠΕΡΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΛΟΥΜΠΕΡΗΣ

Ο Δημήτρης Κουκλουμπέρης είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βόλο αλλά οι σειρήνες της πρωτεύουσας τον μάγεψαν και από το 2000 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Απόφοιτος του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και «αιώνιος» φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου. Πολιτικό ον, κατά την αριστοτέλεια λογική, θεωρεί το γράψιμο πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΛΟΥΜΠΕΡΗΣ
«διαζυγιο» στη συναινεση

«ΔΙΑΖΥΓΙΟ» ΣΤΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

Το δικομματικό σίριαλ της συναίνεσης για την οικονομία έφτασε χθες στο επεισόδιο «βελούδινο διαζύγιο», μετά και τη σπουδή της κυβέρνησης για εξεταστική επιτροπή με βασικό αντικείμενο τα παραποιημένα στοιχεία που έστελνε στην Κομισιόν η ΝΔ κατά την εξαετή θητεία της.

Σημείο τριβής δεν είναι τόσο αυτή καθαυτή η σύσταση της εξεταστικής αλλά το χρονικό διάστημα με το οποίο θα ασχοληθεί, με τη μεν κυβέρνηση να επιμένει στη διερεύνηση της περιόδου του πρόσφατου «γαλάζιου» παρελθόντος και την αξιωματική αντιπολίτευση να αντιτείνει πως «η εξεταστική οφείλει να έχει ως αφετηρία το 1981».

Η διάσταση απόψεων ανάμεσα στα δύο κόμματα επαληθεύτηκε με πανηγυρικό τρόπο στο τετ-α-τετ που είχαν ο πρωθυπουργός με τον πρόεδρο της ΝΔ στο Μαξίμου, όπου το επίμαχο θέμα κυριάρχησε στην περίπου ημίωρη συζήτησή τους.

«Αυτό που έγινε πρόσφατα δεν έχει σχέση με το παρελθόν για το οποίο μιλά η ΝΔ», σημείωσε ο Γιώργος Παπανδρέου, υπογραμμίζοντας ότι στην προκείμενη περίπτωση «έχουμε μια συγκεκριμένη κατάσταση, η οποία προήλθε από συγκεκριμένες ενέργειες, συγκεκριμένων προσώπων».

«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια υπήρξε ένας συστηματικός εμπαιγμός για αυτό το θέμα από την προηγούμενη κυβέρνηση. Υπήρξε απόλυτα συνειδητή και πασιφανής απόκρυψη της αλήθειας και προς τον ελληνικό λαό και προς τους εταίρους μας στην Ευρώπη», δήλωσε λίγη ώρα αργότερα ο πρωθυπουργός κατά την εισήγησή του στο άτυπο Υπουργικό Συμβούλιο, διευκρινίζοντας ότι «η απόφαση αυτή δεν έχει καμία ρεβανσιστική λογική», ενώ απαντώντας στις αιτιάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης για πρόκληση ζημιάς για τη χώρα από το άνοιγμα ενός τέτοιου ζητήματος ισχυρίστηκε ότι «η ζημιά γίνεται ήδη τώρα, που υπάρχει μία φημολογία και όχι με τη διερεύνηση του θέματος».

Πάντως, για να μη θεωρηθεί ότι ευνοεί τη συγκάλυψη και επιλέγει την αποσπασματική απόδοση ευθυνών, ο Γιώργος Παπανδρέου δήλωσε ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα «να εξεταστεί η ιστορική διαδρομή του χρέους ή των ελλειμμάτων, όσο πίσω κι αν θέλουμε να πάμε».

Παράλληλα, το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης επιχειρώντας να ακυρώσει την απόπειρα της ΝΔ για ενοχοποίηση του «πράσινου» σημιτικού παρελθόντος, παρέθεσε μέσω του βασικού δελτίου σχολιασμού επικαιρότητας δήλωση-ομολογία του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, Γιώργου Αλογοσκούφη στις 22 Σεπτεμβρίου του 2004 στη Βουλή, ο οποίος παραδεχόταν πως «η Ελλάδα μπήκε στην ΟΝΕ με το σπαθί της με τους κανόνες που ίσχυαν τότε. Εμείς δε θα επιτρέψουμε σε κανένα να αμφισβητήσει τον τρόπο που μπήκε και πρέπει να τελειώσει εδώ η ιστορία με τα στοιχεία».

Σε κάθε περίπτωση, έχει ιδιαίτερη αξία να τονιστεί ότι η ακριβής ημερομηνία για τη σύστασή της δεν έχει προσδιοριστεί ούτε υπάρχει μέχρι στιγμής κάποια συγκεκριμένη απόφαση και εξειδίκευση. Όπως μάλιστα φέρεται να ανέφερε ο κ. Παπανδρέου, «δεν πρόκειται να συσταθεί αύριο, αλλά θα γίνει σε βάθος χρόνου». Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε το σχόλιο κορυφαίας πηγής του Μεγάρου Μαξίμου, που σε ερώτηση δημοσιογράφων μετά το τέλος του άτυπου Υπουργικού Συμβουλίου σχετικά με το χρονικό προσδιορισμό της συγκρότησής της, παρατήρησε ότι «δύο εξεταστικές βρίσκονται σε εξέλιξη, ενώ τρεις ακόμη εκκρεμούν». Μία απάντηση που λαμβάνεται ως μία ακόμη ένδειξη ότι η κυβέρνηση δε βιάζεται και θα αξιοποιήσει «το χαρτί» της εξεταστικής για την οικονομία στην κατάλληλη συγκυρία.

Η εκ των υστέρων αναβλητικότητα ως προς τις τελικές αποφάσεις θα μπορούσε να αποδοθεί και στις διχογνωμίες που σημειώνονται ανάμεσα στα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου αλλά και τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος. Ήδη καταγεγραμμένη είναι η δημόσια διαφοροποίηση του υπουργού Εργασίας, Ανδρέα Λοβέρδου, ο οποίος τάχθηκε κατά της σύστασής της, δηλώνοντας ανοιχτά ότι «αυτό που χρειάζεται η οικονομία είναι δουλειά και όχι εξεταστική». Έσπευσε πάντως έπειτα να ξεκαθαρίσει ότι πλέον συντάσσεται με την κυβερνητική θέση. Την ύπαρξη «ενός ή δύο υπουργών που διαφωνούν» επιβεβαίωσε η υπουργός Παιδείας, Άννα Διαμαντοπούλου, αμέσως μετά την άτυπη συνεδρίαση του Υπουργικού, ενώ το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων της που εξέρχονταν χθες του Μεγάρου Μαξίμου απέφευγε επιδεικτικά να αναφερθεί στο επίμαχο ζήτημα, κατόπιν ερωτήσεων που τους έθεταν οι πολιτικοί συντάκτες, υποδηλώνει την έλλειψη κλίματος ομοφωνίας στους κόλπους της κυβέρνησης.

Στο ίδιο πολιτικό συμπέρασμα κατατείνει και η τοποθέτηση της Βάσως Παπανδρέου στο ΚΤΕ Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ, που συνεδρίασε αιφνιδίως το πρωί της Τετάρτης, ότι «η περίοδος και η διεθνής συγκυρία δεν ευνοούν τη διενέργεια εξεταστικής». Τη γνώμη αυτή της έμπειρης βουλευτού και πρώην υπουργού έδειξαν να συμμερίζονται οι βουλευτές Β΄ Αθηνών και Ηλείας, Μίμης Ανδρουλάκης και Γιάννης Κουτσούκος αντίστοιχα. Το αντίθετο επιχείρημα ήρθε από τον υπουργό Οικονομικών, Γιώργο Παπακωνσταντίνου που υποστήριξε ότι οι ομόλογοί του της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι υπόλοιποι εταίροι στα ταξίδια του στις Βρυξέλλες του μεταφέρουν τον προβληματισμό ότι «πρέπει κάποιοι που ευθύνονται να πάνε φυλακή».

Σχετικά με τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο που αφορούν την ελληνική οικονομία, ο πρωθυπουργός στην εισήγησή του στο Υπουργικό Συμβούλιο προέβη σε μια ανασκόπηση των ενεργειών της ελληνικής πλευράς το τελευταίο διάστημα, με έμφαση στην έκτακτη σύνοδο κορυφής και τις συναντήσεις που προηγήθηκαν με τους κ.κ. Σαρκοζί, Μέρκελ, Ρόμπεϊ, Μπαρόζο και Τρισέ. Χαρακτήρισε «δύσκολη» τη διαπραγμάτευση, επανέλαβε ότι το πρόβλημα είναι ναι μεν ελληνικό αλλά και ευρύτερα ευρωπαϊκό και χρειάζεται συντεταγμένη και συντονισμένη δράση, εξέφρασε τη βούληση της κυβέρνησής του να προχωρήσει σε όλες τις απαραίτητες αποφάσεις προκειμένου να εισέλθει η χώρα σε μια αναπτυξιακή πορεία, υπενθύμισε ότι «δε ζητάμε χρήματα αλλά πολιτική στήριξη και χρόνο» και κατέληξε διατυπώνοντας την αποκαλυπτική άποψη ότι «δε θέλουμε να είμαστε το αλεξικέραυνο στις κινήσεις κάποιων κερδοσκόπων, που δε μας επιτρέπουν να ασχοληθούμε σοβαρά με αυτό το πρόγραμμα που θέλουν οι Ευρωπαίοι κι εμείς να εφαρμόσουμε».