Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Ο Παναγιώτης είναι κατά βάση δημοσιογράφος, αν και τα τελευταία χρόνια ασχολείται ευρύτερα με την επικοινωνία. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης.
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις, και έκανε μεταπτυχιακό στις Στρατηγικές Σπουδές. Ως πολιτικό επιστήμονα και διεθνολόγο τον κέρδισε η δημοσιογραφία, όπου σε αυτήν βρήκε και τον κατάλληλο τρόπο έκφρασης των όσων σπούδασε και του άρεσε να ασχολείται. Επί μια δεκαετία εργάστηκε στην τηλεόραση (ΕΤ2, ΕΤ3, POLIS, ΣΚΑΙ) ως ρεπόρτερ, παρουσιαστής και αρχισυντάκτης εκπομπών, στο ραδιόφωνο (ΑΝΤ1, PLANET), στον περιοδικό Τύπο (ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ). Από το 1996 μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 υπήρξε πολιτικός και διπλωματικός συντάκτης στην εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ κι από το 2004 ο βασικός συντελεστής της στήλης γνώμης «ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ». Επί σειρά ετών αρθρογραφεί στα περιοδικά ΕΠΙΛΟΓΗ και ΤΑΣΕΙΣ, ενώ από τον Ιούνιο του 2009 διατηρεί το new-Deal, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον Αλφόνσο Βιτάλη.
Από το καλοκαίρι του 2012 ασχολείται πιο οργανωμένα με την πολιτική και εταιρική επικοινωνία, ως διευθύνων σύμβουλος της Apertus Alveo Communications...
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
«χαϊδευοντασ» τισ συντεχνιεσ

«ΧΑΪΔΕΥΟΝΤΑΣ» ΤΙΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ

Στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου τα δυο κόμματα της Αριστεράς έχασαν 115.000 ψήφους (70.000 το ΚΚΕ, 45.000 ο ΣΥΡΙΖΑ). Το μήνυμα των πολιτών στην κάλπη ήταν σαφές και ξεκάθαρο, πλην όμως δεν φαίνεται να παραλήφθηκε απ’ τις ηγεσίες τους. Παρά τη μείωση της εκλογικής τους δύναμης επιμένουν στην «διεκδικητική», υποτίθεται, στάση.

Κάπως έτσι, αμφότεροι Αλέξης Τσίπρας και Αλέκα Παπαρήγα έτρεξαν στο λιμάνι του Πειραιά για να σταθούν στο πλευρό των απεργών λιμενεργατών που κρατώντας κλειστό το λιμάνι προκαλούν ασφυξία στην αγορά. Προφανώς, οι κοινωνικές επιπτώσεις της «διεκδίκησης» μιας ευνοημένης συντεχνίας – που έχει το προνόμιο να προκαλεί κοινωνική αναταραχή όταν υπερασπίζεται τα δικαιώματά της – σε βάρος άλλων εργαζομένων, αγνοούνται απ’ τα κόμματα της Αριστεράς.

Το αποτέλεσμα αυτής της κοντόφθαλμης κι αναχρονιστικής πολιτικής αποτυπώθηκε στην κάλπη. Εργαζόμενοι σε άλλους κλάδους της οικονομίας που επιζούν με μισθούς πείνας, βρίσκονται στο έλεος των εργοδοτών και βιώνουν καθημερινά το φόβο της ανεργίας, εξεγείρονται κάθε φορά που ένα μέρος της πολιτικής ηγεσίας σπεύδει να υπερασπιστεί μονομερώς τα προνόμια συγκεκριμένων συντεχνιών. Προνόμια που εξασφαλίζονται διαχρονικά με τον εκβιασμό της κοινωνικής αναταραχής και με θύματα τελικά άλλες κοινωνικές τάξεις.

Απλοί πολίτες και εργαζόμενοι αρνούνται να δεχθούν πως δικαίωμα σε υψηλές αμοιβές και κατοχύρωση ασφαλιστικών δικαιωμάτων έχουν μόνο οι λιμενεργάτες, οι οδηγοί των αστικών συγκοινωνιών, ή του ΟΣΕ, οι υπάλληλοι της ΔΕΗ κι άλλων ΔΕΚΟ κοινής ωφέλειας. Αξιώνουν απ’ τις πολιτικές ηγεσίες, ίση κι όχι επιλεκτική, μεταχείριση στις διεκδικήσεις, δίκαιη κι όχι επιλεκτική κατανομή του πλούτου.

Η νέα κυβέρνηση οφείλει να το αντιληφθεί. Να κατανοήσει πως όσο «χαϊδεύει» τις συνδικαλιστικές ηγεσίες αυτών των συντεχνιών, όσο υποκύπτει στους εκβιασμούς τους, τόσο θα εισπράττει πολιτικό κόστος. Το κέρδος το οποίο, υποτίθεται, εισέπραξε κλείνοντας το μάτι σε μια μερίδα στελεχών του ΠΑΣΟΚ να συνυπογράφουν εξώδικα και μηνυτήριες αναφορές για να μη περιέλθει η διοίκηση του λιμανιού στη κινεζική Cosco κινδυνεύει τώρα να καταβληθεί σε πολλαπλάσιο κόστος.

Άμεσα λοιπόν η κυβέρνηση οφείλει να πάρει ξεκάθαρη στάση. Κατ’ αρχήν να αποσαφηνίσει πως η εκχώρηση του λιμανιού στους Κινέζους είναι επωφελής για τα ελληνικά συμφέροντα – άλλο αν η συμφωνία εκχώρησης έχει ορισμένα αρνητικά σημεία που χρίζουν βελτίωσης. Μόνο αν νομιμοποιήσει πολιτικά τη συμφωνία, θα μπορέσει εν συνεχεία να καταγγείλει την πολιτικά καιροσκοπική συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων που προβάλλουν εμπόδια σε κάθε απόπειρα προόδου και εκσυγχρονισμού με το πρόσχημα της υπεράσπισης εργασιακών δικαιωμάτων – που στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από υπεράσπιση συγκεκριμένων συντεχνιών σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.