Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Ο Δημοσθένης Δαββέτας, γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται μεταξύ Παρισιού και Αθήνας. Ποιητής και συγγραφέας, ζωγράφος και performer γράφει ήδη από το 1982 άρθρα και δοκίμια για τα περιοδικά και τις εφημερίδες Art Forum, Art in America, Art Studio, Beaux-Arts Magazine, Galleries Magazines, Liberation, Parkett, Risk στις πολιτιστικές στήλες. Από το 2010 αρθρογραφεί για την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος.
Σε όλη τη διάρκεια της πορείας του, συμμετέχει στην σύνταξη καταλόγων και μονογραφιών σημαντικών καλλιτεχνών για Μουσεία, ενώ δίνει διαλέξεις σε Σχολές Τέχνης και Πανεπιστήμια.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ
πολιτικη ηθικο-λογια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΗΘΙΚΟ-ΛΟΓΙΑ

Παρατηρώντας από κοντά τις διάφορες ευρωπαϊκές εκλογικές αναμετρήσεις, διαπιστώνω ότι η «ηθική» ως morale έχει αρχίσει να κατευθύνει τις πολιτικές προτιμήσεις. Τρεις είναι οι βασικοί άξονες πάνω στους οποίους στηρίζεται αυτή η διαπίστωση: το χρήμα, η ταυτότητα και η γλώσσα. Ας τα δούμε ένα-ένα.

Το χρήμα: Ποτέ σε προεκλογικό επίπεδο δεν έγινε τόσος πολύς λόγος για το χρήμα. Πρόσφατο παράδειγμα η Γαλλία. Όχι για το δημόσιο χρήμα ή τις κρατικέ ανάγκες, αλλά για το ιδιωτικό χρήμα. Όλοι οι υποψήφιοι αλληλοκατηγορούνταν με την συνδρομή των ΜΜΕ, που υποστήριζαν τον α ή τον β ότι έχουν πάρει «δώρα» ή ότι έχουν χρηματοδοτηθεί ιδιωτικά από μεγάλους μαικήνες της πολιτικής. Και βέβαια το να κάνει δώρα ο ένας φίλος στον άλλον δεν είναι κακό. Όμως το να κάνει δώρο κάποιος μεγαλοεπιχειρηματίας ή κάποιος εκδότης σε πολλούς πολιτικούς ταυτόχρονα (όπως ο οίκος Aryusπου κάνει δώρα σε Γάλλους πολιτικούς, στον Πούτινκ.τ.λ.) δεν μπορεί να περάσει εύκολα στον κόσμο, ο οποίος και δικαίως υποψιάζεται διαπλοκή χρήματος και πολιτικής. Το «σκάνδαλο» Φιγιόν ήταν το έναυσμα κι η αφορμή για την ηθικοποίηση της γαλλικής πολιτικής σκηνής. Ακολούθησε η Λεπέν, ο Μακρόν κ.τ.λ. Όλοι ήταν κατηγορούμενοι γα κάποιο «ηθικό» έγκλημα. Όλοι οι υποψήφιοι φρόντισαν να φανερώσουν υπό την ηθικολογική πίεση το «πόθεν έσχες» τους. Κι όλοι είχαν απέναντί τους ένα φάντασμα: αυτό του Ντε Γκωλ, ο οποίος παραμένει το σημαντικότερο παράδειγμα Γάλλου πολιτικού μιας και πλήρωνε ο ίδιος από την τσέπη του ό, τι ξόδευε για την οικογένειά του. Το παράδειγμά του βαραίνει τις πράξεις των σημερινών υποψηφίων.

Η ταυτότητα: αποδεικνύεται ότι το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας δεν είναι ένα ψευτοπρόβλημα όπως συνεχίζουν να διακηρύσσουν οι οπαδοί του «πολιτικά ορθού». Από την στιγμή που η Ευρώπη έγινε ανεξέλεγκτη ήπειρος στο μεταναστευτικό, το πρόβλημα της εθνικής ταυτότητας επανήλθε στην ζωτική πραγματικότητα των χωρών κι έγινε εκμετάλλευση των εθνικιστικών κομμάτων λόγω της άρνησης του συστήματος να δει το πρόβλημα στην ουσία του. Να μην ξεχνάμε ποτέ τον Ρενάν που έλεγε ότι «ένα έθνος είναι μια ψυχή, μια πνευματική αξία που θεμελιώνεται σε δύο βάσεις στο παρελθόν ως κοινή ιστορία και στο παρόν ως να ζούμε μαζί». Το πρώτο ως κληρονομιά και το δεύτερο ως θέληση συνυπάρχουν κι αυτό δεν θέλουν να το δουν οι αντίπαλοι της εθνικής ταυτότητας, οι οποίοι φοβούμενοι ότι οι μετανάστες θα αποκλειστούν από τη νέα τους πατρίδα, θέλουν να σβήσουν το ιστορικό παρελθόν ξεχνώντας ότι, όπως έλεγε κι η Σιμόν Βέιλ, ένας λαός πρέπει να’ ναι πιστός στο παρελθόν του.

Η γλώσσα: Η γλώσσα είναι η οικουμενική μορφή της πίστης σε μια ιστορία, σ’ ένα κοινό όνειρο, σε μια πίστη στον εαυτό μας. Οι σημερινοί τεχνοκράτες χρησιμοποιούν την γλώσσα μόνο ως επικοινωνιακό εργαλείο, ως πολιτική προπαγάνδα, ως παιδαγωγική. Ονειρεύονται μια παγκόσμια γλώσσα μηδενίζοντας τις εθνικές ως τοπικές και ευαγγελίζονται τον θάνατο της ψυχής των λαών των οποίων οι γλώσσες έδωσαν Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Μολιέρο, Γκαίτε, Δάντη, Θερβάντες. Γλώσσα και λογοτεχνία πάνε μαζί. Κι είναι αυτό που θέλουν να στερήσουν από τους νέους, αυτό που θέλουν για να φτωχύνουν την πολιτική ως συλλογική θέληση αποφάσεων στην υπηρεσία του κοινού καλού. Αν πρέπει κάτι ν’ αλλάξει στην σημερινή Ευρώπη, μεταξύ άλλων και πρώτα απ’ όλα, είναι να ξαναμπούν οι εθνικές γλώσσες με την πλούσια ιστορία τους στο κέντρο της εκπαιδευτικής πολιτικής στα σχολεία.