Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ελλάδα: το φάντασμα του ευρωπαϊσμού. Μετά από μια τριακονταετία ευδόκιμης θητείας της χώρας μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια (με τις όποιες καταγεγραμμένες αδυναμίες) και ευρεία λαϊκή αποδοχή της θέσης στη χώρα στην Ε.Ε., τα δύο τελευταία χρόνια η κατάσταση αυτή φαίνεται πως αλλάζει.

Από την μία πλευρά ο εγχώριος πολιτικός κόσμος έχει επιχειρήσει να μεταβιβάσει τις ευθύνες της οικονομικής δυσπραγίας της χώρας μας στους ευρωπαίους εταίρους μας, αποσιωπώντας φυσικά πώς η κραυγαλέα αποτυχημένη πολιτική ηγεσία συμμετείχε προθύμως στο όργιο καταλήστευσης των κοινοτικών πόρων και κονδυλίων από αφερέγγυους αναδόχους των αντίστοιχων αναδόχων των χρηματοδοτούμενων έργων και δράσεων.

Από την άλλη είναι πρόδηλο πως τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης και ο φθηνός –ελέω της ΟΝΕ- δανεισμός εν πολλοίς τροφοδότησαν ανερυθρίαστα φαινόμενα διαφθοράς, αρρωστημένου υπερκαταναλωτισμού κι ευρείας σήψης στη διοίκηση αντί να κατευθυνθούν στην ανάπτυξη, τη μεταρρύθμιση του κρατικού μηχανισμού και της παραγωγικής δομής της χώρας.

Μάλιστα τον τελευταίο καιρό οι «ίδιοι άνθρωποι», διακρίνοντας την πιθανότητα να απωλέσουν το ρόλο τους στην πολιτική διαμεσολάβηση «ποντάρουν τα ρέστα τους» στην έξοδο από το ευρώ, ενδεχομένως και στην ίδια την απόσυρση της χώρας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, εξέλιξη που θα έλυνε τα χέρια τους για να εκκινήσουν  εκ νέου -εν ονόματι της δήθεν «εθνικής κυριαρχίας»- ένα νέο κύκλο διαχείρισης της χώρας που θα συνοδεύεται από διόλου ευκαταφρόνητες παράπλευρες προσωπικές τους ωφέλειες.

Ας είμαστε ειλικρινείς: μετά την επιλογή της να επιλέξει την στρατηγική της γεωγραφικής διεύρυνσης αντί της θεσμικής εμβάθυνσης η Ε.Ε. έχασε το βηματισμό της. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποπροσανατολίστηκε και επικεντρώθηκε μόνο στην νομισματική ένωση, ενώ δεν προώθησε αντίστοιχα την οικονομική, τη δημοσιονομική, την κοινωνική και, τελικά, την πολιτική της ενοποίηση. Ακόμη και τα νεώτερα κράτη-μέλη είχαν ως κύριο κίνητρο συμμετοχής τους την κοινοτική  χρηματοδότηση, την πρόσβαση στην αγορά εργασίας των παλαιότερων χωρών μελών, την απόκτηση συγκριτικών οικονομικών πλεονεκτημάτων στην ενιαία αγορά και δεν ασπάστηκαν αναγκαστικά το αρχικό όραμα της Ευρώπης της ευημερίας, της αλληλεγγύης και της βιώσιμης ειρήνης.

Μολαταύτα, ο κόμπος έφτασε στο χτένι: οι αποκλίσεις από το Σύμφωνο Σταθερότητας και η οικονομική κατάρρευση των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου θα οδηγήσουν σε αποσύνθεση την Ευρωζώνη αν δεν ενεργοποιηθούν τα αντανακλαστικά των (οικονομικά) ισχυρών της Ε.Ε. και δεν εκδηλωθεί η ισχυρή πολιτική βούληση των εταίρων για το σεβασμό της νομισματικής ενοποίησης δίχως όμως να αναιρείται το κοινοτικό κεκτημένο στα θέματα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, των δημοκρατικών θεσμών και της κοινωνικής πολιτικής.

Αυτή η βούληση θα πρέπει να αποτυπωθεί σε ένα σχέδιο για μεταρρυθμίσεις στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική των δημοκρατικών  θεσμών και των δημοσιών οικονομικών και να συνοδευτεί από την προγραμματισμένη εμβάθυνση της Ε.Ε., στην οποία θα γίνει σεβαστή η φωνή των ευρωπαϊκών λαών.

Μπορεί, πράγματι, ο ευρωπαϊκός δρόμος να είναι κακοτράχαλος: ωστόσο, η οριενταλιστική προσέγγιση που επιχειρεί να ενοχοποιήσει την επιλογή της ΟΝΕ και της ενιαίας αγοράς για όλα τα δεινά της χώρας μας, είναι αφελής ενδεχομένως και εκ του πονηρού. Αν υπάρχει ελπίδα για επαναφορά της χώρας μας σε τροχιά ευημερίας στην μεσομακροπρόθεσμη περίοδο, αυτή η τροχιά μπορεί να διαγραφεί μόνο στον ευρωπαϊκό γαλαξία.

(*) λατιν: τα γνωστά κακά, είναι τα πιο καλά.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.