Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017
ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

Η Μελίνα είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές τις σπουδές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Αγροτικής Οικονομίας & Ανάπτυξης. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Ολοκληρωμένη Ανάπτυξη Αγροτικού Χώρου από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στη Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης στο τμήμα Οργάνωσης και Διαχείρισης Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων και τώρα εργάζεται ως σύμβουλος αγροτικής ανάπτυξης.
ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ
«μικρο καλαθι» για τισ κλημεντινεσ

«ΜΙΚΡΟ ΚΑΛΑΘΙ» ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΛΗΜΕΝΤΙΝΕΣ

Πιστεύεται πως πήραν το όνομά τους από τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς της Κινεζικής αυτοκρατορίας λόγω του χρώματος των στολών τους αλλά και επειδή τα αντάλλασσαν ως δώρα. Ο λόγος για τα μανταρίνια, τα θρεπτικά και πλούσια σε κάλιο και καροτινοειδή φρούτα. Η παραγωγή τους στην Ε.Ε. το 2015/16 ανήλθε σε 3.000.000 τόνους, σύμφωνα με στοιχεία του USDA, με πρώτη χώρα παραγωγής την Ισπανία. Η Ελλάδα παρήγε περίπου 161.500 τόνους. Ξεχωριστό είδος στην οικογένεια των μανταρινιών αποτελούν οι Κλημεντίνες (Citrus clementina) οι οποίες ανάλογα με το μέγεθος του καρπού τους διαχωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, μεγαλόκαρπες – μετρίου μεγέθους – μικρόκαρπες.

Στην εδραίωση της καλλιέργειας των κλημεντινών στην Ελλάδα “έπαιξαν” σημαντικό ρόλο το Ινστιτούτο Υποτροπικών Φυτών Χανίων και ο Δενδροκομικός Σταθμός Πόρου. Η σημαντικότερη ποικιλία που απαντά στη χώρα μας είναι η μεσαίου μεγέθους SRA63 ή Fina, η οποία όταν καλλιεργείται σε αμιγείς οπωρώνες δίνει καρπούς καλής γεύσης, χρωματισμού και με περιορισμένο αριθμό σπόρων. Εγκαταστάθηκε σαν ποικιλία πριν από 30-35 χρόνια στην Θεσπρωτία και έκτοτε καλλιεργείται εκεί συστηματικά με δεύτερη περιοχή καλλιέργειάς της την Αργολίδα. Στην Αργολίδα παρουσιάζει σαν πρόβλημα αλλοιώσεις στο φλοιό της, “μονίλια” το λένε οι παραγωγοί, η οποία έχει να κάνει με τις καλλιεργητικές τεχνικές. Στα Χανιά, για παράδειγμα, δεν έχει παρατηρηθεί κάποιο αντίστοιχο πρόβλημα.

Το marketing των κλημεντινών σαφώς διαφέρει ανάλογα με το γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας και του συνδυασμού τιμής και δικτύων διανομής. Γενικά, παρατηρείται πως οι ποσότητες των μανταρινιών που διακινούνται μέσω λαϊκών αγορών και μανάβηδων είναι μεγαλύτερες σε σχέση με τις μεγάλες αλυσίδες super-markets.

Στο νομό Αργολίδας π.χ. είναι ευνοϊκότερη η διανομή λόγω γειτνίασης με την Αθήνα, καθώς μπορούν οι ίδιοι οι παραγωγοί να πάνε τα προϊόντα τους στις λαϊκές αγορές. Η Θεσπρωτία, λόγω Εγνατίας Οδού, έχει την πρόσβαση προς τις Βαλκανικές αγορές (Βουλγαρία, Σερβία, Ρουμανία) μέσω είτε αλλοδαπών εμπόρων που έρχονται οι ίδιοι εκεί είτε Ελλήνων εξαγωγέων. Αναφορικά με τις εξαγωγές στην Ε.Ε. ο ανταγωνισμός δεν είναι τόσο με την Ισπανία και την Ιταλία που έχουν σε μεγάλο βαθμό εκριζώσεις αλλά με Μαρόκο και Αίγυπτο που πουλάνε φθηνά. Η Ισπανία έχει πρώιμη ποικιλία την Oronules ενώ η Ιταλία την Spinoso και για όψιμες προωθούν και οι 2 χώρες την Hernadina.

Στην Κρήτη μανταρίνια και πορτοκάλια δεν λείπουν ποτέ από το τραπέζι ως φρούτα. Θα συναντήσει κάποιος κλημεντίνες Encore και Nova, με ποικίλες διαμέτρους από 35 έως 70 mm, γλυκά σε γεύση και με αρκετό χυμό. Θεωρητικά, τα πιο βαριά για το μέγεθός τους φρούτα έχουν περισσότερο χυμό οπότε να επιλέγετε αυτά όταν βρεθείτε σε κάποιο πάγκο λαϊκής αγοράς ή super-market. Ονομαστά στην Κρήτη; Των Χανίων και του Φόδελε, ενός χωριού 29 χλμ. δυτικά του Ηρακλείου προς Ρέθυμνο κατάφυτου από πορτοκαλεώνες.

Φέτος, παρατηρείται μια μείωση στην παραγωγή κλημεντινών σε Αργολίδα και Ηγουμενίτσα (ίσως να φτάσει και το 35%) ενώ στην Αιτωλοακαρνανία μάλλον θα κρατηθεί η παραγωγή. Στην Ηγουμενίτσα οι μεγαλύτερες ζημιές οφείλονται σε ποιοτική υποβάθμιση των καρπών λόγω χαλαζιού. Και στην Κρήτη (Χανιά) εμφανίζεται μια μικρή μείωση της παραγωγής λόγω καιρού αλλά οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για καλύτερης ποιότητας φρούτα. Με μικρές ποσότητες, λοιπόν, όλα θα εξαρτηθούν από το πως θα αντιδράσουν οι παραγωγοί και οι αγορές. Όλοι οι εμπλεκόμενοι με την παραγωγή εσπεριδοειδών, πάντως, ευελπιστούν να μην κινηθούν μεγάλες ποσότητες μέσω “μαύρης αγοράς” απευθείας από το χωράφι, κάτι που γίνεται ιδίως με διακινητές προς Βαλκάνια.