Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
μια κλειστη κοινωνια στον κοσμο των ανατροπων

ΜΙΑ ΚΛΕΙΣΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΑΝΑΤΡΟΠΩΝ

Τίποτε απολύτως δεν τούς ενδιαφέρει. Τούς ακούσατε ποτέ να μιλάνε για καινοτομία, για ψηφιακή επανάσταση, για δίκτυα, για ταχύτητα, για τεχνητή νοημοσύνη, για δια βίου μάθηση, για κοινωνίες των γνώσεων; Όχι. Όλες οι παραπάνω έννοιες τούς αφήνουν παγερά αδιάφορους. Το μόνον που τούς ενδιαφέρει είναι τα δανεικά, η συντήρηση του στρατού κατοχής στο Δημόσιο και ο χλευασμός της νοημοσύνης κάθε σκεπτόμενου Έλληνα. Δυστυχώς δε, οι τελευταίοι δεν είναι πολλοί στην χώρα μας και οσονούπω θα είναι ακόμα λιγότεροι. Κάπου 400.000 την έκαναν τα πέντε τελευταία χρόνια –και πολύ καλά έπραξαν.

Έτσι, η σημερινή Ελλάδα, παρά την απίθανη ανεργία, δεν διαθέτει επαρκές ανθρώπινο δυναμικό στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας και της εξειδίκευσης. «Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, που αποθαρρύνει νέες επενδύσεις και ταυτοχρόνως απωθεί δυνητικούς επενδυτές από το εξωτερικό. Εταιρείες που θα μπορούσαν να φέρουν τεχνογνωσία στην Ελλάδα δεν έρχονται, γιατί γνωρίζουν ότι δεν θα βρουν τα στελέχη που θέλουν», τονίζει η κυρία Βενετία Κουσία, πρώην πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της Manpower Group.

Προσθέτει δε ότι, πέρα από την φυγή φαιάς ουσίας, η έλλειψη στελεχών σε συγκεκριμένους τομείς πηγάζει από το αγεφύρωτο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας. Χάσμα που, ως γνωστόν, ιδεοληπτικές και οπισθοδρομικές δυνάμεις θέλουν να συντηρούν γιατί αυτό βολεύει φτηνά συμφέροντά τους και εξυπηρετεί γελοίες ιδεολογικές τους προσεγγίσεις. Αυτές οι δυνάμεις, εξάλλου, από χρόνια τώρα καλλιεργούν και τροφοδοτούν έναν χρόνιο παρασιτισμό από τον οποίο αντλούν χρήμα και προνόμια, ακόμα και εις βάρος των παιδιών τους.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της σκοτεινής από κάθε πλευρά πραγματικότητας, η ελληνική κοινωνία, με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια, είναι ανίκανη να παράγει χρήσιμες ιδέες και να βρίσκει λύσεις στα πραγματικά της τρέχοντα προβλήματα. Υπό το βάρος έτσι των παθογενειών που το πολιτικό σύστημα εξέθρεψε, η κοινωνία πνίγεται και, αντί να ξεστραβώνεται, ψάχνει για φανταστικούς εχθρούς. Κυρίως δε στον χώρο αυτών που την βοηθούν να στέκεται ακόμη όρθια. Αν αυτό δεν είναι συλλογικός παραλογισμός, τότε περί τίνος πρόκειται; «Έχουμε να κάνουμε με μία εκπληκτική περίπτωση παιδισμού», τονίζει ο φιλόσοφος κ. Στέλιος Ράμφος.

«Και όχι μόνον», προσθέτει ο έγκριτος οικονομολόγος κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου. Κατά την άποψή του, τα αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών της κοινής γνώμης (με θέματα που εκτείνονται μέχρι το εύλογο ερώτημα αν μάς ψεκάζουν και με τί), όχι μόνον έρχονται να επιβεβαιώσουν συμπεράσματα που είχαν εξαχθεί από ανάλογες έρευνες παλαιότερα, αλλά δίνουν και την δυνατότητα –μέσω μίας «ανάγνωσης σε δεύτερο επίπεδο»– να απαντηθεί πληρέστερα το ερώτημα γιατί η Ελλάδα συνεχίζει να ταλαιπωρείται με μνημόνια, ενώ άλλες χώρες που εισήλθαν σε ανάλογες δεσμεύσεις σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτήν έχουν ήδη εξέλθει. Η απάντηση που προκύπτει έχει δύο σκέλη: Πρώτον, διότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει αντιληφθεί τον λόγο για τον οποίο εισήλθε στην βαθειά κρίση στην οποία βρίσκεται και, δεύτερον, διότι (ως συνέπεια και του πρώτου) ούτε καν φαντάζεται ότι ο μόνος τρόπος για να βγει από αυτήν είναι μέσα από δικές της προσπάθειες, με τις δικές της δυνάμεις, έστω και αν παράλληλα χρησιμοποιεί την βοήθεια των εταίρων.

«Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής στάσης απέναντι στην κρίση είναι η πλήρης, σχεδόν αυτιστική, αδυναμία για μία ενδογενή, εθνική αντίδραση. Προκύπτει φυσιολογικά από το πρώτο χαρακτηριστικό, δηλαδή από την κυριαρχία της παρασιτικής συνιστώσας της κοινωνίας μας, αλλά και την ταυτόχρονη συλλογική άρνηση να θεωρηθεί ο παρασιτισμός ως νοσηρό φαινόμενο. Πρόκειται βεβαίως για κάτι εντελώς φυσιολογικό εάν σκεφτεί κανείς ότι επί δεκαετίες η πολιτική πρόταση που αναδεικνυόταν και υποστηριζόταν ήταν εκείνη που κατέτεινε στην δημιουργία του πελατειακού κράτους, στον παρασιτισμό και στην διαφθορά. Ως εκ τούτου, η αναπόφευκτη νομοτέλεια της φυσικής επιλογής έχει επιφέρει την απονέκρωση όλων των λειτουργιών κοινωνικής αυτοσυντήρησης και τον πρόωρο μαρασμό όλων των πραγματικά προοδευτικών πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων που θα προσπαθούσαν να επικεντρώσουν την προσπάθεια της κοινωνίας στην δημιουργία και στην παραγωγή –δηλαδή, σε δραστηριότητες που θα την καθιστούσαν αυτόνομη και αυτοδύναμη», γράφει ο κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου.

Φέρνει έτσι στο προσκήνιο ένα κρίσιμο και κυριολεκτικά δραματικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό του τρόπου ζωής και συμπεριφορών που οι κοινωνίας συνθέτουν καταστάσεις οι οποίες τις οδηγούν στην παρακμή και την διαρθρωτική κατάρρευση. Και η τελευταία είναι στο προσκήνιο για έναν πολύ απλό λόγο: Καμμία κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώνει όταν δαπανά περισσότερα από αυτά που δημιουργεί και παράγει. Ασφαλώς δε δεν θα βγει ποτέ από την κρίση αν δεν κατανοήσει πλήρως ποιο είναι το πρόβλημά της.

Η κρίση συνεχίζεται λοιπόν για τους δύο παραπάνω λόγους. Πρώτον, διότι οι Έλληνες επιμένουν να επιχειρούν να ζήσουν με περισσότερα από όσα δημιουργούν, εις πείσμα κάθε λογικής και πραγματικότητας, και, δεύτερον, διότι εξ αιτίας αυτής της επιμονής τους αναζητούν ξανά και ξανά (ακόμη και μετά τα Ζάππεια και τις Θεσσαλονίκες) τους νέους εκείνους πολιτικούς ταγούς που θα καταφέρουν τελικά να τούς βοηθήσουν να υλοποιήσουν την επιθυμία τους.

Με τον τρόπο αυτόν, βεβαίως, σκιαμαχώντας με φανταστικές παγκόσμιες συνωμοσίες και διαπλανητικές επιβουλές, οι Έλληνες, σαν τους υπνοβάτες που περπατούν ανάμεσα σε γκρεμούς, ακραγγίζουν την καταστροφή τους. Ενώ θα έπρεπε να ζουν και να συμπεριφέρονται με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο: όχι για τον εαυτό τους, αλλά για τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους.