Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αλέξανδρος είναι διεθνολόγος, με εξειδίκευση στην Ευρωπαϊκή πολιτική και τις Στρατηγικές Επιστήμες, DES IEE/ULB. Έχει συνεργαστεί με το Ευρωπαίκό Κοινοβούλιο, τη Δ/νση Νεολαίας του Συμβουλίου της Ευρώπης, την Ελληνική Προεδρεία και τον ιδιωτικό τομέα. Έχει διατελέσει Πρόεδρος της Επιτροπής Νέων της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (2003-05), εκλεγμένο μέλος του Advisory Council on Youth του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Επιτροπής Προγραμματισμού του Ευρωπαίκού Ιδρύματος Νεολαίας (2004-06).
μανιφεστο κατα του δογματισμου

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΙΣΜΟΥ

Πάσης φύσεως δογματισμός – θρησκευτικός, πολιτικός, οικονομικός, κοινωνικός, εθνικιστικός ή διεθνιστικός, ή άλλος – βασίζεται στην μερική αντίληψη των πραγμάτων από την μεριά των φορέων του, η οποία με την σειρά της οφείλεται στο γεγονός ότι ο φορέας αυτός έχει αποσπασματική, μονοδιάστατη γνώση επί σειράς θεμάτων, ή περί κάποιου μεμονομένου ζητήματος, η οποία συνήθως είτε αδίκως ονομάζεται «φιλοσοφία», αφού κάθε άλλο παρά φιλοσοφία δύναται να είναι, είτε «ιδεολογία», που κρίνεται πιο δόκιμο ως όρος, αν και σωστότερα ακόμα θα έπρεπε να ονομάζεται «ιδεοληψία». Ο τελευταίος αυτός όρος, λόγω των αρνητικών του προεκτάσεων και στερεοτύπων, δεν προτιμάται από τα θύματα των δογματισμών παντώς είδους, που προτιμούν να φέρουν τον τίτλο του ιδεολόγου, αν και αδυνατούν να αντιληφθούν πως ιδεολόγος και ιδεόληπτος – ή ιδεοληπτικός – δεν απέχουν παρά μίας τρίχας απόσταση ο ένας από τον άλλον: η διαφορα τους αφενός δεν είναι ποιοτική αλλά ποσοτική, αφετέρου είναι ελάχιστη. Προκειμένου βγει η χώρα από το αδιέξοδο στο οποίο έχει πέσει εδώ και μερικά χρόνια, το τελευταίο που χρειάζεται είναι αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε ιδεολόγους και ιδεόληπτους πάσης απόχρωσης και προδιάθεσης και το πρώτο που χρειάζεται είναι ένα Μανιφέστο κατά του Δογματισμού – κατά τη γνώμη του γράφοντος πάντοτε.

Ο δογματισμός είναι ένα νοητικό φίλτρο που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με συγκεκριμένου χρώματος γυαλιών. Βγαίνει σε πολλές αποχρώσεις ανάλογα με το ποιά απόχρωση θα τύχει – από το περιβάλλον και το παρελθόν του καθενός και της καθεμιάς, όπως και της οικογένειάς τους ή της ευρύτερης κοινότητας στην οποία έτυχε να γεννηθούν – να φορεθεί στα ματιά του οποιουδήποτε και της οποιασδήποτε, μετατρέπει ολόκληρη την «πραγματικότητα» στην απόχρωση του χρώματος των γυαλιών. Όποιος/α φοράει μπλε φακούς βλέπει τα πράγματα μπλε, όποιος φοράει κόκκινους τα βλέπει κόκκινα, όποιος φοράει κίτρινους τα βλέπει κίτρινα. Όποιος/α φοράει φακούς ΑΕΚ τα βλέπει ΑΕΙ και όποιος φοράει Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός ή ΠΑΟΚ τα βλέπει αναλόγως. Εκείνοι που φορούν το δογματισμό της «δεξιάς» ερμηνεύουν την πραγματικότητα σύμφωνα με τις δικές της «οικείες προσλαμβάνουσες», που θα έλεγε ο Αριστοτέλης, ενώ εκείνοι που φορούν της «αριστεράς» ή του «κέντρου» τα ερμηνεύουν σύμφωνα με τις δικές τους. Εκείνοι που φορούν τους δογματισμούς των θρησκειών τους με υπερβάλοντα ζήλο γίνονται τόσο φονταμενταλιστές όσο και εκείνοι που φορούν τους δογματισμούς των πολιτικών τους πεποιθήσεων με υπερβάλοντα ζήλο. Έτσι από κοινού παύουν να βλέπουν την «αλήθεια», η οποία ούτε μονοδιάστατη ούτε μονοεπίπεδη είναι ποτέ, και καταδικάζουν τους εαυτούς τους στην ηθελημένη μυωπική και παραμορφωτική αντίληψη της πραγματικότητας, σύμφωνα πάντα με τα νοητικά σχήματα που τυγχάνει να έχουν αποθηκεύσει στην μνήμη τους ή/και που συμβαδίζουν με τη διαίσθησή τους, η οποία και αυτή έχει να κάνει αφενός με την ιδιοσυγκρασία και ευφυΐα τους αφενός, με το παρελθόν τους και τη διαμόρφωση που τους έλαχε να έχουν, ή να μην έχουν, αφετέρου. Πάσης φύσεως δογματικοί αδυνατούν να αντιληφθούν πως όπως το κάθε μάτι αδυνατεί να δει στερεοσκοπικά, τρισδιάστατα δηλαδή, αλλά βλέπει μόνο δυσδιάστατα, ενώ η στερεοσκοπική όραση παράγεται όταν το οπτικό σήμα και από τα δύο μάτια διοχετεύεται, αναλύεται και επανασυντίθεται στο οπτικό κέντρο του εγκεφάλου, έτσι και οι ίδιοι – στο βαθμό που είναι δογματικοί – αδυνατούν να δουν ολόκληρη την εικόνα και προκειμένου αυτή γίνει κατανοητή σε όλο της το μεγαλείο απαιτείται η διοχέτευση, ανάλυση και σύνθεση – από ποιόν άραγε; – πάσης φύσεως οπτικής επαφής με την πραγματικότητα από όσο το δυνατόν περισσότερα άτομα, τα οποία – ασχέτως των προσωπικών τους παρωπίδων – μπορούν να δουν ένα μέρος της αλήθειας, όσο μικρό ή όσο μεγάλο και αν είναι αυτό.

Δογματικοί άνθρωποι είναι συνήθως αυτοί που είναι μερικώς μόνο «παιδευμένοι». Θυμίζουν μαθητές που επειδή έμαθαν κάτι, όσο λίγο κι αν είναι αυτό, νομίζουν πως ερμήνευσαν τον κόσμο όλο. Για να γίνω πιο κατανοητός αξίζει, νομίζω, να αναφέρω μια σύντομη ιστορία από την φιλοσοφία του Ζεν, η οποία διδάσκεται μέσω των λεγόμενων «κόαν» (koans) και τα οποία έχουν τον στόχο να εισαγάγουν τους αμύητους σταδιακά στα βαθύτερα νοήματα που κρύβει στα σπλάχνα της εδώ και τριάντα πέντε περίπου αιώνες. Πριν αναφέρω την ιστορία, πρέπει να κάνω δύο διευκρινήσεις: α) για τους μοναχούς και τις μοναχές του Ζεν, όπως και για όλους τους βουδιστές και τις βουδίστριες συνολικά, ένας από τους βασικούς κανόνες είναι «βοήθα όπου μπορείς και απέφυγε να βλάψεις οποιοδήποτε έμβιο ον», β) οι μοναχοί και οι μοναχές του Ζεν, όπως και του φονταμενταλιστικού χριστιανισμού ή μωαμεθανισμού, απαιτείται να έστω και να πλησιάσουν μέλη του άλλου φύλου, πολύ δε περισσότερο να τα ακουμπήσουν. Έχοντας αναφέρει αυτές τις δύο βασικές αρχές, ερχόμαστε τώρα στην ιστορία:

  • Ένας μοναχός μαζί με τον μαθητή του ταξίδευαν από το μοναστήρι τους προς ένα γειτονικό μοναστήρι. Αποτελεί παράδοση δασκάλων και μαθητών του Ζεν να ταξιδεύουν συχνά ανάμεσα σε μοναστήρια προκειμένου ελέγξουν «το ζεν» των εκεί μαθητών και δασκάλων και κατ’ αυτόν τον τρόπο να ενδυναμώσουν το δικό τους. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, λοιπόν, έφτασαν στην όχθη ενός ποταμού, όπου μια νεαρή όμορφη κοπέλα έστεκε λυπημένη. «Γιατί είσαι λυπημένη;» τη ρώτησε ο δάσκαλος αφού την πλησίασε. «Δεν μπορώ να περάσω απέναντι, φοβάμαι πως θα με πάρει το ποτάμι», του απάντησε εκείνη περίλυπη. «Θα σε περάσω εγώ, αν συμφωνείς», επανήλθε ο δάσκαλος. Το πρόσωπο της κοπέλας άσταψε από χαρά και τον ευχαρίστησε για την καλοσύνη του. Ο δάσκαλος την πήρε στην αγκαλιά του και προχώρησε στο ποτάμι ενώ ο μαθητής – αποσβολωμένος – ακολοθούσε. Όταν τελικά έφτασαν στην αντίπερα όχθη ο δάσκαλος άφησε την κοπέλα, χαιρετήθηκαν και συνέχισαν τον δρόμο τους καθείς προς τη δική του κατεύθυνση. Δάσκαλος και μαθητής περπατούσαν όλη μέρα μέχρι που το βράδυ κάθησαν να φάνε και να ξαποστάσουν σε μια ερημιά που παρείχε κάποια κάλυψη από τα στοιχειά της φύσης και τα άγρια θηρία. Μην αντέχοντας άλλο να μείνει με την απορία που τον έτρωγε από τα μέσα, ο μαθητής αμέσως επιτέθηκε στον δάσκαλο διά της ερωτήσεως: «Πώς είναι δυνατόν να πλησίασες και να ακούμπησες τη γυναίκα; Που είναι το Ζεν σου;» Ατάραχος ο δάσκαλος τον κοίταξε με ένα μείγμα κατανόησης, λύπης και περιφρόνησης και του απάντησε: «Εγώ την άφησα στην αντίπερα όχθη του ποταμού, εσύ ακόμα την κουβαλάς;»

Ζούμε τη ζωή μας με πολλές αντιφατικές «εντολές», «νόμους» και νόμους, άγραφους ή γραπτούς, ιδεολοψίες, ιδεολογίες, φιλοσοφίες και δογματισμούς. Ωστόσο, η ζωή ποτέ δεν είναι τόσο απλή όσο θα χρειαζόταν ώστε μια λογική να ταιριάζει για όλα και να παρέχει απαντήσεις, λύσεις και διεξόδους από, σε και για όλα. Όπως καμιά ασθένεια δεν είναι ίδια με ουδεμία άλλη ασθένεια ή ακόμα και η ίδια ασθένεια δεν έχει τον ίδιο αντίκτυπο σε δυο διαφορετικά άτομα, λόγω του ότι ο κάθε οργανισμός έχει τις δικές του άμυνες, τα δικά του αντισώματα και ούτω καθεξής, έτσι και ουδεμία απόχρωση της αλήθειας δεν είναι ίδια με ουδεμία άλλη, ούτε ίδια με τον εαυτό της αν εξετασθεί σε διαφορετικά μήκη και πλάτη του χρόνου ή του τόπου. Και όπως ο καλός γιατρός πρέπει να γνωρίζει για όλες τις ασθένειες και όλες τις θεραπείες προκειμένου είναι χρήσιμος στον ασθενή, έτσι και ο/η σωστός/ή – ο/η φιλοσοφημένος/η δηλαδή – άνθρωπος θα πρέπει να γνωρίζει για όλα τα δόγματα και όλες τις πεποιθήσεις, όπως και για την σχετικότητά τους ανάλογα με τις περιστάσεις, προκειμένου γίνει χρήσιμος/η τόσο στον εαυτό του/της, όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό τους περιβάλλον.

«Να κρατάς τα δόγματά σου όπως ο αθλητής του παγκρατίου χρησιμοποιεί τις γροθιές του, όχι όπως ο μονομάχος τα όπλα του», προτείνει ο Μάρκος Αυρήλιος, ένας εκ των τελευταίων μεγάλων στοϊκών, στους Στοχασμούς του. Και συνεχίζει: «ο πρώτος, ακόμα και αν στερηθεί τις γροθιές του από κάποια λαβή του αντιπάλου του, ή από κάποιο κάταγμα, μπορεί να συνεχίσει να αγωνίζεται με όλο το υπόλοιπο κορμί του και να κατακτήσει την νίκη, η οποία θα είναι και ακόμα μεγαλύτερη ακριβώς γιατί στερήθηκε το βασικό του όπλο. Ενώ ο δεύτερος, ο μονομάχος, λόγω του ότι βασίζεται υπέρμετρα στα όπλα του και χωρίς αυτά είναι τίποτα, εάν τα χάσει είναι καταδικασμένος στην ήττα, ή ακόμα και στον θάνατο».

Σε μια εποχή που η αβεβαιότητα λόγω των μεγάλων, συχνών και γρήγορων τεχνολογικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, ιδεολογικών και λοιπών αλμάτων – τόσο προς τα εμπρός, με την έννοια της προόδου, όσο και προς τα πίσω, με την έννοια της αντίδρασης προς την πρόοδο και της οπισθοδρόμησης ως λύσης έσχατης ανάγκης – πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν στους δογματισμούς τους προκειμένου μπορέσουν «να βρουν απάγκιο», να κατανοήσουν τι συμβαίνει και να αποφασίσουν πως θα δράσουν οι ίδιοι. Αυτός είναι ένας βέβαιος δρόμος προς την καταστροφή. Το δείγμα της ευφυΐας έγκειται στο να γνωρίζει κανείς κάθε φορά ποιός είναι ο σωστός κανόνας, αν αυτός υπάρχει, προκειμένου αντιμετωπισθεί σωστά η οποιαδήποτε κατάσταση. Αν δεν υπάρχει, τότε απαιτείται μια ακόμα πιο δύσκολη απόφαση, που περιέχει ακόμα μεγαλύτερο ρίσκο, αλλά όχι τόσο μεγάλο όσο εκείνο της απραξίας, αφού θα πρέπει να προσδιοριστεί ο κανόνας που αρμόζει στην περίσταση, αν αυτή δεν έχει κανένα προηγούμενο και αν κανείς άλλος δεν την αντιμετωπίζει την ίδια στιγμή. Αν και κάποιος άλλος/η την αντιμετώπιζει ταυτόχρονα, μπορούμε πάντοτε να επικοινωνήσουμε μαζί του και να ανταλλάξουμε απόψεις επί της βέλτιστης στρατηγικής. Αν όχι, οφείλουμε να πάρουμε το ρίσκο μόνοι μας. Αλλά ακόμα και αν κάνουμε αυτό το τελευταίο, η όποια απόφασή μας θα είναι καλή ή κακή αναλόγως με το πλήθος και την μίξη των δογμάτων που συνετέλεσαν στην συναρμολόγησή της. Όσο πιο μονοδιάστατα και αποσπασματικά τα δόγματα, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει η απόφαση να φανεία αδιέξοδη και καταστροφική. Εξ ού και προτείνω στον καθένα και στην καθεμιά, όπως και στην Πολιτεία εν γένει, να ασπαστεί ένα Μανιφέστο κατά του Δογματισμού, όποιας απόχρωσης και ουσίας και αν έχει αυτός. Αν αυτό συμβεί και σαν κοινωνία λειτουργήσουμε αξιοποιώντας συνθετικά όλες τις οπτικές που προσφέρουν τα μέλη της, σύντομα θα μπορέσουμε να βγούμε από το τέλμα. Αν αυτό συνεχίσει να μην συμβαίνει και οι εκάστοτε δογματισμοί συνεχίσουν να αντιμάχονται ως άλλοι μονομάχοι στην αρένα, πότε θα κερδίζει ο ένας και πότε άλλος, και επί των πτωμάτων των αντιπάλων θα πανηγυρίζει η εξέδρα, η οποία αρέσκεται σε αιματοβαμένα θεάματα παντώς είδους αφενός, αφού αυτά ικανοποιούν την κατώτερη φύση του ανθρώπου, στην μεγάλη της πλειοψηφία αποτελείται από τα υπόλοιπα κράτη του κόσμου αφετέρου, τα οποία έχουν τα δικά τους εθνικά συμφέροντα να προωθήσουν και στον βαθμό που αυτά επιτυγχάνονται μέσω του δικού μας δογματικού αλληλοσπαραγμού είναι σίγουρο ότι θα τον αγκαλιάσουν και θα τον προωθήσουν.

Κλείνοντας, αξίζει νομίζω να αναφέρω ένα περιστατικό που αναφέρεται για τον Σωκράτη. Φτάνοντας σε μια παρέα που μάλωνε για πολιτικά ζητήματα, με τον συνήθη μαιευτικό του τρόπο των ερωταπαντήσεων, τους ρώτησε:

  • «Προς τι όλος αυτός ο σαματάς;»

  • «Διαφωνούμε για τα πολιτικά».

  • «Αντί να διαφωνείτε για τα πολιτικά δεν θα ήταν προτιμότερο να πασχίζετε για την αρετή;»

  • «Ασφαλώς!»

  • «Και αν πασχίζατε για την αρετή δεν ήταν προτιμότερο να πασχίσετε για αυτήν που είναι ανώτερη σε σχέση με αυτήν που είναι κατώτερη;»

  • «Ασφαλώς!»

  • «Και γιατί δεν το κάνετε;»

  • «Μα γιατί την έχουμε ήδη.»

  • «Και αφού την έχετε ήδη, πώς είναι δυνατόν να μαλλώνετε; Η ανώτερη αρετή είναι μία ή πολλές;»

  • «Μία ασφαλώς!»

  • «Μήπως έχει διαφορετικές όψεις ή αποχρώσεις;»

  • «Ασφαλώς όχι. Είναι μία, μονοδιάστατη και μονοχρωματική.»

  • «Και λέτε ότι την έχετε όλοι;»

  • «Ασφαλώς!»

  • Τότε δύο τεινά συμβαίνουν: είτε απατάστε ότι την έχετε, διότι αν την είχατε από κοινού και είναι μονοδιάστατη και μονοχρωματική οι διαφωνίες σας θα ήταν αδιανόητες, είτε πράγματι είναι πολυδιάστατη και πολυχρωματική και απαιτείτε να συνδυάσετε τις απόψεις σας για να την κατακτήσετε, διότι σε αυτήν την περίπτωση κανενός οι απόψεις δεν επαρκούν για να αγγίξουν την ολότητά της και μόνο οι απόψεις όλων μπορούν να την κατακτήσουν εξ ολοκλήρου.»

Ο παραπάνω διάλογος είναι ελεύθερη μετάφραση από στοιχομυθία που επίσης αναφέρεται από τον Μάρκο Αυρήλιο. Το τέλος του Σωκράτη είναι γνωστό. Από την άλλη, το τέλος της Ελλάδας δεν απαιτείται να έχει ανάλογη μοίρα. Για όσο όμως οι δογματισμοί συνεχίζουν και η συμβουλή του Σωκράτη ακόμα δεν γίνεται κατανοητή, το ανάλογο τέλος γίνεται όλο και πιο πιθανό, θυμίζοντας χώρα τυφλών που οδηγείται από τυφλούς προς το βάραθρο, εν πλήρη αταξία, πλήθος διαπληκτισμών, προπηλακισμών και άλογης συμπεριφοράς. Αναζητείται σύνθεση λοιπόν, προκειμένου υπάρξη λύση. Άνευ συνθέσεως με άξονα το μέλλον, πέραν από στεγανά, δογματισμούς και ιδεοληψίες με άξονα το παρελθόν, οποιαδήποτε φαινομενικά λύση δεν μπορεί – εκ φύσεως – παρά να αποτελεί μια χίμαιρα μασκαρεμένη ως νύφη, που από τη στιγμή που θα την νυμφευθούμε, την πρώτη νύχτα του γάμου θα αποδείξει το ποιόν της καταβροχθίζοντας τους όποιους γαμπρούς. Προκειμένου ξεφύγουμε από το τέλμα, ένας μόνο δρόμος είναι ανοιχτός: της επιστήμης, της συστημικής σκέψης, της σύνθεσης και του ορθού λόγου. Κάθε άλλος, όσο όμορφα διακοσμημένος και αν είναι, οδηγεί στο βάθος του γκρεμού, είτε απευθείας είτε μέσω παρακάμψεων που αν και δεν θα αποφύγουν τον τελικό γδούπο, ίσως καταφέρουν να επιμηκύνουν, κάπως, το δράμα. Αλλά ούτε και αυτό μπορεί να είναι κάτι καλό, αφού δεν μπορεί να υποστηριχθεί ορθολογικά πως ένας παρατεταμένος και βασανιστικός θάνατος θα έπρεπε να είναι προτιμητέος από τον ακαριαίο. Και δεδομένου πως η ζωή δείχνει προτιμητέα από τον θάνατο, ένας άλλος δρόμος από αυτόν τω δογματισμών είναι όχι μόνο απαραίτητος, αλλά και εφικτός. Αρκεί να βρούμε το σθένος και το κουράγιο να τον βαδίσουμε.