Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
η προκληση του νεου επιχειρειν

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Για μία μακρά περίοδο η ελληνική οικονομία στηρίχθηκε, ως προς το ιδιωτικό σκέλος της, σε δύο βασικούς τομείς. Ο ένας ήταν αυτός της κατασκευής κατοικιών και των δημοσίων έργων και ο άλλος αυτός του εμπορίου και του τουρισμού. Γύρω από τον κατασκευαστικό κλάδο αναπτύχθηκαν ποικίλες δορυφορικές δραστηριότητες στην χώρα μας, με κορυφαίες αυτές τις παραγωγής τσιμέντου και οικοδομικών υλικών, επίπλων, υδραυλικών ειδών και ξύλου. Το ελληνικό εμπόριο, από την πλευρά του, στηρίχθηκε στην βιομηχανία ειδών διατροφής, στα είδη ενδύσεως και υποδήσεως και, σταδιακά, στις εισαγωγές σειράς καταναλωτικών αγαθών, με κυρίαρχο το αυτοκίνητο. Εξάλλου, η είσοδος του τελευταίου στην ελληνική οικονομική ζωή συνέβαλε στην ανάπτυξη σειράς εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως οι πωλήσεις ανταλλακτικών, ελαστικών και οι παροχές υπηρεσιών από συνεργεία αυτοκινήτων κλπ.

Αυτό το πλέγμα παραγωγικών και εμπορικών δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με την αγροτική παραγωγή και τον τουρισμό στην αρχή της απογειώσεως της ελληνικής οικονομίας, αντιπροσώπευαν το 60% της δημιουργίας του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) και ήσαν οι κλάδοι που προσέφεραν την υψηλότερη απασχόληση. Ειδικότερα, οι κλάδοι αυτοί γνώρισαν εντυπωσιακή άνοδο την περίοδο 1955-1980, πλην όμως στην διάρκεια των «παχέων αγελάδων» στηρίχθηκαν αποκλειστικά στην εσωτερική αγορά και σε μία προστατευτική πολιτική, η οποία είχε ως άμεση συνέπεια την αποδυνάμωση της συνολικής ανταγωνιστικότητος της ελληνικής οικονομίας.

Υπήρξαν βεβαίως και εξαιρέσεις στον κανόνα –με την ελληνική βιομηχανία τσιμέντου, για παράδειγμα, να ανοίγει αγορές στο εξωτερικό– όμως, συνολικά, η ελληνική οικονομία παρέμεινε εσωστρεφής και με έντονες εξαρτήσεις από το κράτος. Εξαρτήσεις οι οποίες ενίσχυαν το πελατειακό πολιτικό σύστημα και μέσω των κρατικών τραπεζών είχαν μετατρέψει την ιδιωτική οικονομία σε προέκταση της κρατικής παρεμβάσεως. Αυτό, εξάλλου, ήταν και το σχέδιο των σοσιαλιστικής εμπνεύσεως σχεδιαστών της ελληνικής οικονομίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και μετά την Μεταπολίτευση. Έτσι, παρά την παραμονή της χώρας μας στον δυτικό κόσμο κα την σύνδεσή της με την Κοινή Αγορά το 1963, η οικονομία της είχε ισχυρά σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά και ήταν απελπιστικά εσωστρεφής.

Σήμερα, η οικονομία αυτή έχει καταρρεύσει –όχι χωρίς να προκαλέσει σοβαρότατες υλικές, ηθικές, πολιτιστικές και πνευματικές ζημιές στην χώρα. Ο κρατισμός, που ποτέ δεν άφησε την ιδιωτική οικονομία να ξεφύγει από τα νύχια του και να γίνει ανταγωνιστική και ανοικτή, πνέει τα λοίσθια. Και οι μάχες που δίνει για να κρατήσει μερικά από τα κεκτημένα του είναι καταδικασμένες.

Αργά ή γρήγορα, πέρα από την επώδυνη δημοσιονομική προσαρμογή, η Ελλάδα –δυστυχώς για την κατάστασή της– θα χρειαστεί επειγόντως να πραγματοποιήσει και μια ριζική παραγωγική αναδιάρθρωση. Αυτήν που μελέτη του Οργανισμού διαΝΕΟσις αποκαλεί «νέο παραγωγικό μοντέλο». Όρος σωστός και, κατά την γνώμη μας, επίκαιρος γιατί το παλαιό παραγωγικό της πρότυπο καταρρέει και αυτό, χωρίς ελπίδα ανανήψεως. Όταν βλέπει κανείς να έχουν σοβαρά προβλήματα επώνυμες βιομηχανίες ξύλου, επίπλων, οικοδομικών υλικών, μεταλλικών κατασκευών και τσιμέντου, δεν χρειάζεται ιδιαίτερα υψηλός δείκτης νοημοσύνης για να καταλάβει τί συμβαίνει. Επίσης, στο μέτρο που οι εισαγωγές μειώνονται ραγδαία, μεγάλο κομμάτι της οικονομίας μας φεύγει και αυτό. Χιλιάδες άνθρωποι μένουν άνεργοι και οι πιο δυναμικοί από αυτούς ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους. Έτσι, η χώρα αντιμετωπίζει και πρόβλημα μεταναστεύσεως δημιουργικού ανθρώπινου δυναμικού της –με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την μελλοντική πορεία και πρόοδό της.

Αδήριτη προβάλλει συνεπώς η ανάγκη αναδιαρθρώσεως του παραγωγικού ιστού της οικονομίας, ως προς το ιδιωτικό κατά κύριο λόγο σκέλος του. Και, από αυτή την άποψη, η πιο πρόσφορη στρατηγική θα ήταν αυτή της Ιρλανδίας: δηλαδή, η ταχεία προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων σε τομείς που παράγουν ψηλή άϋλη προστιθέμενη αξία και που είναι αυτοί της υψηλής τεχνολογίας, των πληροφοριών και των τηλεπικοινωνιών, της βιοτεχνολογίας, που συνδέεται άμεσα με την γεωργία και την φαρμακευτική, των τεχνολογικών πάρκων, που προωθούν την έρευνα και την ανάπτυξη καινοτομίας, και, βεβαίως, των υπηρεσιών υψηλού επιπέδου. Ταυτοχρόνως, πρέπει να ενισχυθούν η λιμενική οικονομία της χώρας και οι τουριστικές της υποδομές σε τομείς όπως ο ιατρικός τουρισμός, τα συνέδρια, οι αθλητικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις και η εκπαίδευση.

Την ίδια στιγμή, εκ των ων ουκ άνευ είναι και η προς τα έξω προώθηση της εικόνας μιας «άλλης Ελλάδος». Μιας Ελλάδος που ξέρει να εφευρίσκει, να δημιουργεί, να σκέπτεται και να παράγει γνώσεις. Η Ελλάδα αυτή υπάρχει. Και ήδη μεμονωμένα δραστηριοποιείται. Το πρόβλημα, έτσι, είναι πώς θα συστηματοποιηθεί αυτή η μεμονωμένη δραστηριοποίηση και θα προσλάβει πανελλαδικό χαρακτήρα. Τα υλικά για κάτι τέτοιο υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι πώς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από ένα πολιτικό σύστημα το προσωπικό του οποίου συνολικά παραμένει αγκυλωμένο στο παρελθόν και αρνείται πεισματικά να δει, και κυρίως να καταλάβει, το μέλλον.

Μέσα σε αυτή την ανατρεπτική συγκυρία, οι φορείς της ιδιωτικής πρωτοβουλίας θα πρέπει να αναλάβουν δυναμικές πρωτοβουλίες ώστε, παρά την κρίση, να μπορέσουν να κινητοποιήσουν τις όποιες δημιουργικές δυνάμεις παραμένουν ακόμα εν ζωή.