Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Latest posts by ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ (see all)

οι μικρομεσαιοι ειναι ο εχθροσ

ΟΙ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΟΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ

Μετά από οκτώ χρόνια ύφεσης, λιτότητας, οριζόντιων περικοπών και μίας σκληρής εσωτερικής υποτίμησης, πού βρίσκεται η ελληνική οικονομία και ποιο μέλλον έχει η ταλαιπωρημένη κοινωνία; Η απάντηση είναι σχετικά απλή. Ο δρόμος που ακολουθείται είναι αδιέξοδος.

Από την άποψη αυτή, σοβαρές ευθύνες φέρουν και οι εταίροι-δανειστές μας. Διότι ανέχονται την μονομερή τακτική των κυβερνήσεων για οριζόντιες περικοπές, χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η πλήρης εξάρθρωση της μεσαίας τάξης. Ακόμα χειρότερα, αυτή η μεσαία τάξη εμμέσως πλην σαφώς κρατικοποιείται, στο μέτρο που το δημόσιο χρέος μεταβάλλεται σε ιδιωτικό μέσω της υπερφορολόγησης και της αδυναμίας των πολιτών να πληρώνουν υπέρογκους φόρους.

Με πιο απλά λόγια, όπως πολύ εύστοχα γράφει και ο Γρηγόρης Νικολόπουλος στο Reporter.gr, αντί το ελληνικό Δημόσιο να περιορίζει τις δαπάνες του, μεταβιβάζει με την υπερφορολόγηση τα δικά του χρέη στους Έλληνες φορολογούμενους, πνίγοντας κάθε οικονομική δραστηριότητα. Η μεσαία τάξη έχει έτσι διαλυθεί και όσοι επιβίωσαν νοιώθουν τώρα ότι και το δικό τους τέλος πλησιάζει, καθώς τα υπερβολικά πλεονάσματα που μάζεψε η κυβέρνηση από τους φόρους δεν αρκούν επειδή δεν μειώνονται οι αντίστοιχες δαπάνες του Δημοσίου. Παράλληλα, αυξάνονται και τα χρέη του κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα.

Η καταστροφή λοιπόν των μικροεπιχειρηματιών, των ελεύθερων επαγγελματιών, των «πλούσιων» μισθωτών και των συνταξιούχων θα συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς εφόσον δεν γίνονται οι μεταρρυθμίσεις που θα μείωναν τις σπατάλες και τις άχρηστες δαπάνες. Κατά μία διαβολική σύμπτωση, οι επιδιώξεις των ακραίων καπιταλιστών της Δύσης –δηλαδή, των δανειστών μας– και των ριζοσπαστών αριστερών που μάς κυβερνούν, συγκλίνουν στον Έλληνα μικρομεσαίο και στον ελεύθερο επαγγελματία. Οι ξένοι θεωρούν ότι η δομή της ελληνικής επιχειρηματικότητας πρέπει να αλλάξει και, αντί να έχουμε εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, πρέπει να αποκτήσουμε μερικές μεγάλες και πολλές πολυεθνικές. Οι δε κυβερνώντες μισούν τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και τους ελεύθερους επιχειρηματίες. Έτσι και οι μεν και οι δε έχουν τον ίδιο στόχο –την μεσαία τάξη της Ελλάδας, αυτόν που έχει εισόδημα 30.000 ευρώ. Όμως, αυτή η τάξη εισοδήματος καθόλου μεσαία δεν είναι σε σύγκριση με τα διεθνή κριτήρια, αφού η οικονομική της ευρωστία αντιστοιχεί στην οικονομική δύναμη ενός μπακάλη μιας φτωχογειτονιάς των Παρισίων, ή στις 25.000 λίρες τον χρόνο που παίρνει ως πρώτο μισθό ο απόφοιτος ενός καλού αγγλικού πανεπιστημίου, αναφέρει ο Γρηγόρης Νικολόπουλος.

Αν υποθέσουμε, όμως, ότι ο στόχος της διάλυσης της μεσαίας τάξης και της μικρής επιχειρηματικότητα επιτυγχάνεται, τί θα την αντικαταστήσει; Ασφαλώς όχι οι μεγάλες επιχειρήσεις, που δεν υπάρχουν και ούτε θα φτιαχτούν. Δεν υπάρχει δυνατότητα να πάμε σε αυτό το οικονομικό μοντέλο διότι, εκτός τού ότι δεν έχουμε την κουλτούρα και την παράδοση σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, δεν υπάρχει καν το νομικό, το φορολογικό, το χρηματοδοτικό πλαίσιο για να δημιουργηθούν. Δεν επαρκεί, βέβαια, ούτε η καταρρέουσα εσωτερική αποταμίευση, ενώ κανένας Έλληνας με κεφάλαια εκτός χώρας δεν θα πάρει τον κίνδυνο να τα φέρει εντός.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και το απαράδεκτο θεσμικό πλαίσιο που εναντιώνεται στην επιχειρηματικότητα. Όποιος σήμερα στην Ελλάδα σκέπτεται να ανοίξει οποιαδήποτε επιχείρηση, μετά τον πρώτο ενθουσιασμό που τού προσφέρει απατηλά η ιδέα και οι προοπτικές της, προσγειώνεται στα κράσπεδα της ελληνικής πραγματικότητας –που είναι η απίστευτη γραφειοκρατία, οι υπέρογκοι φόροι, η απόλυτη έλλειψη χρηματοδότησης και η χαμηλή ζήτηση λόγω οικονομικής εξάντλησης των καταναλωτών. Κάθε ευρώ θεωρητικού κέρδους που θα έβγαζε με πολύ μεγάλο κόπο και αγωνία, θα το έπαιρνε το κράτος για φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, χαράτσια και λαδώματα.

Όσον αφορά δε τους μεγάλους επενδυτές, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά για να καταλάβουμε τί γίνεται σήμερα με το Ελληνικό, να αναλογιστούμε πόσα χρόνια παιδευόταν ο πανίσχυρος Έλληνας εφοπλιστής Βασίλης Κωνσταντακόπουλος για να φτιάξει το Costa Navarino, να δούμε την επένδυση της Ελληνικός Χρυσός στις Σκουριές, τις περιπέτειες των Κινέζων στον ΟΛΠ, την κατάληξη που είχαν οι διαγωνισμοί των τηλεοπτικών αδειών και ποιοι ήταν οι υποψήφιοι αγοραστές, αλλά και ποιοι είναι αυτοί οι «μεγάλοι επιχειρηματίες» που διεκδικούν τώρα την χώρα.

Το μέλλον, λοιπόν, σήμερα δεν προδιαγράφεται ευοίωνο και, για να γίνει καλύτερο, πρέπει να σταματήσει ο διωγμός του μικρομεσαίου επιχειρηματία και του ελεύθερου επαγγελματία και να διευκολυνθούν οι μεγάλες επενδύσεις. Για να γίνει αυτό χρειάζεται ένας νόμος που να μειώνει τα χρέη των πολιτών, τα οποία είτε δημιουργήθηκαν άδικα είτε δεν μπορούν να πληρωθούν, και να διευκολύνει τις επενδύσεις των μεγάλων επιχειρηματιών περιορίζοντας το κόστος της γραφειοκρατίας, τους φόρους και τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση των επενδύσεων.

Χρειάζεται ριζική οικονομική απελευθέρωση, που από μόνη της θα γίνει και η κινητήρια δύναμη μίας νέας επιχειρηματικότητας –που αποτελεί και την μόνη προοπτική για την χώρα.