Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
η ευρωπη και οι εχθροι τησ

Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ

Αφού εισέπραξαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) σήμερα και ΕΟΚ παλαιότερα καθαρές επιδοτήσεις 290 δισεκατομμύρια ευρώ, δάνεια σωτηρίας 300 δισεκατομμυρίων ευρώ και 60 δισεκατομμύρια επενδυτική στήριξη με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο, οι Νεοέλληνες, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, τάσσονται σε ποσοστό 77% κατά της ΕΕ και εννέα στους δέκα πιστεύουν ότι η Ελλάδα είναι αυτή που στηρίζει την Ευρώπη.

Στην Γαλλία, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), από το 1958 έως το 2014, ενίσχυσε τους Γάλλους αγρότες με 1.560 δισεκατομμύρια ευρώ καθαρές επιδοτήσεις, ενώ από τα διάφορα κοινοτικά προγράμματα η Γαλλία άντλησε από την Ευρώπη 1.110 δισεκατομμύρια ευρώ επενδυτικούς και ερευνητικούς πόρους, χάρη στους οποίους αναρριχήθηκε στην έκτη θέση της παγκόσμιας οικονομίας.

Ο νότος στην γειτονική μας Ιταλία άντλησε από τα ευρωπαϊκά Ταμεία 2,3 τρισεκατομμύρια σε 58 χρόνια και η ιταλική βιομηχανία επιδοτήθηκε με 300 δισεκατομμύρια ευρώ μέσω διαφόρων προγραμμάτων.

Η Φινλανδία, το 1993 διασώθηκε κυριολεκτικά από την πλήρη κατάρρευση χάρη στις κοινοτικές ενισχύσεις και εγγυήσεις, παράλληλα δε βοηθήθηκε να αναπτυχθεί τεχνολογικά και εκπαιδευτικά.

Η Ιρλανδία, χάρη στην είσοδό της στην ΕΟΚ, από 103η χώρα σε κατά κεφαλήν εισόδημα στον κόσμο το 1973 είναι σήμερα 8η και οι εξαγωγές της, από 60 δολλάρια ανά Ιρλανδό το 1975, πέρσι ξεπέρασαν τα 26.000 δολλάρια. Μόνον για έρευνα και ανάπτυξη η χώρα έχει επιδοτηθεί με 64 δισεκατομμύρια ευρώ τα τριάντα τελευταία χρόνια.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με πολλά ακόμα νούμερα. Μάταιος ο κόπος. Οι διάφοροι αμπελοφιλόσοφοι θα βρουν επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν τον ευρωσκεπτικισμό και τον έρποντα ευρωπαϊκό νεολαϊκισμό, ένα φαινόμενο που κανείς δεν θέλει να προσεγγίσει με σοβαρότητα και το απαιτούμενο βάθος. Διότι, πριν απ’ όλα, το ευρωπαϊκό πρόβλημα είναι σήμερα επικοινωνιακό.

Οι μεγάλες πολιτικές παρατάξεις που οικοδόμησαν το κράτος ευημερίας, ειρήνης και δικαίου τα 70 τελευταία χρόνια, ποτέ δεν θέλησαν να προβάλλουν την οικουμενικότητα και το τεράστιο πολιτιστικό υπόβαθρο της προσπάθειάς τους. Και το ερώτημα είναι γιατί αμέλησαν αυτή την διάσταση του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, που ίσως ήταν και η πιο σημαντική στην εποχή της. Η απάντηση είναι σχετικά απλή: για πολιτικούς λόγους.

Και εξηγούμεθα.

Οι Συνθήκες, που αποτέλεσαν τον καταστατικό χάρτη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (χάλυβας, ατομική ενέργεια, κοινή αγορά) στην ουσία υπήρξαν το προϊόν ενός ιστορικού συμβιβασμού. Στην Συνθήκη της Ρώμης, τα μεγάλα αστικά κόμματα –χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες και φιλελεύθεροι– αποφάσισαν την εφαρμογή μίας σειράς κοινών πολιτικών που άμβλυναν σε μεγάλο βαθμό τις ιδεολογικές διαφορές τους –πολιτικές οι οποίες, όμως, δεν επιθυμούσαν να γίνουν ευρύτερα γνωστές στο κοινό. Εξάλλου, τότε, για τα κόμματα αυτά, ο μεγάλος και σοβαρός αντίπαλος ήταν τα σταλινικά κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία καθοδηγούσε η Σοβιετική Ένωση και που στόχο είχαν την ιδεολογική αποσταθεροποίηση της Δυτικής Ευρώπης και όχι την άνοδο στην εξουσία. Έτσι, ουσιαστικά, η ιδεολογική αντιπαράθεση των αστικών κομμάτων με τα σταλινικά κόμματα συσκότιζε τις μεταξύ τους διαφορές και, σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Γερμανία, πολλές φορές αυτές οι πολιτικές παρατάξεις βρέθηκαν να συγκυβερνούν.

Στο μέτρο δε που η δυτικοευρωπαϊκή οικονομία γνώριζε καλούς ρυθμούς ανάπτυξης και, από το 1970 και μετά, κατείχε την πρώτη θέση στο παγκόσμιο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, η εντυπωσιακή ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους δεν άφηνε πολύ χώρο για τον λαϊκισμό, ο οποίος έτσι κι αλλιώς ήταν το κατ’ εξοχήν γνώρισμα της σοβιετοκρατούμενης κομμουνιστικής αριστεράς.

Ο ακροδεξιός λαϊκισμός είχε τοπικιστικά κίνητρα και βρήκε έδαφος ανάπτυξης σε εσωτερικές διαιρέσεις. Φλαμανδοί κατά Βαλλώνων στο Βέλγιο, Καταλανοί κατά Μαδριλένων στην Ισπανία, Κορσική κατά Παρισιού στην Γαλλία και πάει λέγοντας. Έτσι, αργά αλλά σταθερά, στα έθνη-κράτη που συνέθεταν τον ευρωπαϊκό πυρήνα, αντί να γίνεται λόγος για σοβαρά και όχι απλώς πολιτικά αλλά κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα, η συζήτηση κατέβαινε στο χαμηλότερο τοπικό επίπεδο και, όχι λίγες φορές, έπαιρνε και έντονο τοπικιστικό χρώμα. Αργά αλλά σταθερά, οι εχθροί της ευρωπαϊκής ιδέας πήραν δύναμη –οι οποίοι, όμως, δεν είχαν και επαρκή αντίλογο στις μπαρούφες που εκστόμιζαν και εκστομίζουν.

Σήμερα, οι λαϊκιστές αυτοί είναι οι πιο σκληροί εχθροί της Ευρώπης, με συμμάχους ένα άθλιο σύστημα μέσων μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, του οποίου τροφή είναι η πνευματική αθλιότητα σε όλες της τις διαστάσεις. Αυτό είναι το καίριο ευρωπαϊκό πρόβλημα, και θα συνεχίσει να είναι τα χρόνια που έρχονται, το οποίο εντέχνως συσκοτίζεται.