Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
η ευρωπη απεναντι στον τραμπ

Η ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΤΡΑΜΠ

Μπορεί ο απερχόμενος Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα να είπε στην συνέντευξή του στην Καθημερινή ωραία και ενθαρρυντικά λόγια για την Ευρώπη, πλην όμως αυτά είναι χωρίς αντίκρισμα. Για να το πούμε πιο λαϊκά, είναι τζάμπα. Για έναν απλό λόγο: Στο υπό ανακατάταξη και αναδιανομή πλούτου ευρισκόμενο κόσμο μας, η πάλαι ποτε πανίσχυρη Αμερική βρίσκεται σε κάμψη και, επιπροσθέτως, την ενδιαφέρουν πλέον πολύ περισσότερο τα τεκταινόμενα στην Ασία και στον Ειρηνικό Ωκεανό παρά στην Γηραιά Ήπειρο. Με την τελευταία να είναι, βέβαια, γηραιά και από δημογραφικής πλευράς, πράγμα διόλου ασήμαντο στην σημερινή παγκόσμια πληθυσμιακή συγκυρία. Δυστυχώς δε, σε μία κρίσιμη εποχή γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η Ευρώπη δείχνει αδυναμία να τις παρακολουθήσει με αποφασιστικότητα και, κυρίως, με μιαν άλλη αντίληψη για την διεθνή της σημασία και το βαθύτερο είναι της.

Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε άλλο παρά έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ έχει προκαλέσει πανευρωπαϊκό σοκ. Διότι, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο έμπειρος αναλυτής και επικεφαλής του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS) Ντανιέλ Γκρος, υπό τον νέο πρόεδρο η αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι βέβαιον ότι θα γίνει πιο ευμετάβλητη και άρα λιγότερο προβλέψιμη. «Από χρόνια τώρα, ο Τραμπ προβάλλει με σταθερότητα την άποψη ότι οι ΗΠΑ έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αποκαλούμενους “στρατηγικούς εταίρους” τους και αυτό θα πρέπει να πάρει τέλος», επισημαίνει ο Ντ. Γκρος.

Συνεπώς, εικάζει το CEPS, με πρόεδρο τον Ντ. Τραμπ, το πιθανότερο γεωπολιτικό σενάριο είναι η υποχώρηση των ΗΠΑ από τον κόσμο. Εγγυήσεις που έχουν υποστηρίξει την παγκόσμια μεταπολεμική τάξη εδώ και 70 χρόνια, εξανεμίζονται. Αυτό θα επηρεάσει την Ευρώπη, ιδίως στους τομείς του εμπορίου και της ασφάλειας, και θα αμφισβητήσει κοινές μέχρι πρότινος αξίες.

Από οικονομικής πλευράς, η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει περισσότερα απ’ ό,τι οι ΗΠΑ από την επίθεση που είναι πιθανόν να εξαπολύσει η κυβέρνηση Τραμπ στο παγκόσμιο σύστημα εμπορίου. Η Ευρώπη είναι περισσότερο εκτεθειμένη στο παγκόσμιο εμπόριο απ’ ό,τι οι ΗΠΑ. Οι ευρωπαϊκές θέσεις εργασίας θα μπορούσαν να απειληθούν εάν οι αναδυόμενες αγορές περιέρχονταν σε ύφεση εξ αιτίας των υψηλών δασμών που επιβλήθηκαν μονομερώς από τις ΗΠΑ. Οι συνομιλίες για την ΤΤΙΡ θα μπορούσαν να συνεχιστούν σε τεχνικό επίπεδο, αλλά δεν είναι πλέον δυνατή μία φιλόδοξη συμφωνία. Μία στενή FTA θα ήταν πιο συμβατή με την προσέγγιση Τραμπ και ίσως θα ήταν ευκολότερο να επικυρωθεί από την ευρωπαϊκή πλευρά.

Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την ασφάλεια στην Ευρώπη το βασικό ερώτημα είναι εάν ο πρόεδρος Τραμπ θα στηρίξει το ΝΑΤΟ ή θα ξεκινήσει ένα μεγάλο παζάρι με την Ρωσία για τις σφαίρες επιρροής στην Ευρώπη. Σε ό,τι αφορά το πρώτο, αναμένεται να ανακοινώσει περικοπές στην συνεισφορά των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ (μειώνοντάς την από το 45% στο 37% του συνόλου) και να επιμείνει να αυξήσουν οι Ευρωπαίοι την δική τους. Είναι πιθανόν να οδηγήσει σε αυξημένες αμυντικές δαπάνες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και σε υψηλότερες φιλοδοξίες για ορισμένα κράτη μέλη, με πρώτη και κύρια την Γερμανία, να εργαστούν προς μία πιο μόνιμη και δομημένη αμυντική συνεργασία για να αυξήσουν την στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ως συμπλήρωμα του ΝΑΤΟ.

Αναφορικά με την Ρωσία, οποιαδήποτε στρατηγική πρόταση είναι πιθανόν να αποθρασύνει τον ρεβανσισμό του Πούτιν προς τις γειτονικές χώρες, δηλαδή την Ουκρανία, την Γεωργία και την Μολδαβία. Η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής θα απαιτήσουν αποσαφηνίσεις από τον νέο πρόεδρο σχετικά με το τί σκέπτεται. Πολιτικοί όπως ο Βίκτωρ Ορμπάν της Ουγγαρίας θα χαιρετίσουν την ανανεωμένη δέσμευση με την Ρωσία. Τέτοιες κινήσεις, όμως, θα υπονομεύσουν την ήδη εύθραυστη συνοχή εντός της ΕΕ για την επιβολή κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας για την Ουκρανία.

Το πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό και μπορεί να πυροδοτήσει ένταση στις σχέσεις ΕΕ και Ρωσίας. Ειδικά δε σε μία εποχή όπου το καθεστώς Πούτιν ενισχύει με διάφορα μέσα τα κόμματα του ευρωσκεπτικισμού και του λαϊκισμού στην ΕΕ, τα οποία ευελπιστούν ότι θα έχουν στήριξη και από τον νέο Αμερικανό πρόεδρο.

Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ντανιέλ Γκρος, η εκλογή του Τραμπ θα ενθαρρύνει τα λαϊκιστικά κόμματα και τις τάσεις σε όλη την Ευρώπη, τα οποία τώρα θα πρέπει να ληφθούν σοβαρότερα υπ’ όψιν ως δυνητικές κυβερνήσεις. Δεδομένων των ευρωσκεπτικιστικών τους τάσεων, αυτό θα κάνει ακόμη πιο δύσκολη την επίτευξη εκείνης της προόδου στην ενοποίηση που θα χρειαζόταν να σημειώσει η ΕΕ προκειμένου να αποδείξει ότι έχει σημασία σε παγκόσμιο επίπεδο. Ως εκ τούτου, η ΕΕ βρίσκεται σε δίλημμα. Τα λαϊκιστικά κόμματα δεν θα επιτρέψουν να προχωρήσει και θα θελήσουν να επανεθνικοποιήσουν κάποιες κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές που προσφέρονται στον λαϊκισμό και την δημαγωγία.

Υπό το βάρος των προδιαγραφόμενων συνθηκών, είναι πλέον καιρός η Ευρώπη να επαναθεωρήσει τις πολιτικές της θεωρήσεις και να ρίξει βάρος στην πολιτική και αμυντική της ενοποίηση.