Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017
ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

Η Μελίνα είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές τις σπουδές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Αγροτικής Οικονομίας & Ανάπτυξης. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Ολοκληρωμένη Ανάπτυξη Αγροτικού Χώρου από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στη Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης στο τμήμα Οργάνωσης και Διαχείρισης Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων και τώρα εργάζεται ως σύμβουλος αγροτικής ανάπτυξης.
ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ
γεωργια ακριβειασ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ

Τα τελευταία χρόνια oι ολοένα αυξανόμενες ανησυχίες για την καταστροφή του περιβάλλοντος καθώς και τα νέα καταναλωτικά πρότυπα διατροφής ασκούν πιέσεις στη γεωργική βιοµηχανία για αλλαγές στα συστήματα παραγωγής. Γνώμες ακούγονται από διάφορους επιστήμονες πως η αλληλεπίδραση των καλλιεργειών με τον καιρό, τα ζιζάνια και τα χαρακτηριστικά του εδάφους θα πρέπει να γίνεται, πλέον, σε πραγµατικό χρόνο. Τις τελευταίες δεκαετίες, είναι γεγονός, πως οι νέες τεχνολογίες επέτρεψαν τη λήψη πιο σωστών αποφάσεων και βελτίωσαν την αποδοτικότητα της αγροτικής παραγωγής σε όλα τα στάδια αυτής. Η Γεωργία Ακριβείας είναι µια νέα έννοια που “προκαλεί”, ομολογουμένως, όσους εμπλέκονται στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων.

Η Γεωργία Ακριβείας (Precision Agriculture) αποτελεί ένα σύστημα παραγωγής αγροτικών προϊόντων το οποίο στηρίζεται στις δυνατότητες που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες για την αναγνώριση της χωρικής και χρονικής παραλλακτικότητας των αναγκών μιας καλλιέργειας. Σε αντίθεση με τις συμβατικές μεθόδους αγροτικής παραγωγής, όπου οι εισροές παρέχονται ενιαία στον αγρό, θεωρώντας ότι υπάρχει ομοιογένεια στις εδαφολογικές ιδιότητες και τη γονιμότητα του εδάφους, την εδαφική υγρασία όπως και τους πληθυσμούς των ζιζανίων και των εντόμων, η γεωργία ακριβείας διαχειρίζεται έναν αγρό σε μικρότερες περιοχές που εμφανίζουν μια σχετική ομοιομορφία. Στόχοι της είναι: • Η αύξηση της απόδοσης της παραγωγής • Η βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων • Η αποτελεσματικότερη χρήση των χημικών εισροών • Η μείωση στην κατανάλωση ενέργειας και • Η προστασία του εδάφους και των υπόγειων νερών. Οι τεχνολογίες που χρησιμοποιεί αποτελούνται από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συστήματα εντοπισμού θέσης (GPS), γεωγραφικά συστήματα πληροφοριών (GIS) και διάφορα συστήματα ελέγχου της εφαρμογής εισροών.

Η εικόνα της γεωργίας του μέλλοντος είναι, λοιπόν, τα αυτοµατοποιηµένα µηχανήµατα που θα ελέγχονται µε ακρίβεια µέσω δορυφόρων και τοπικών αισθητήρων και με την χρήση κατάλληλου λογισµικού θα προγραµµατίζουν ακριβώς την ανάπτυξη της σοδειάς; Για κάποιους ερευνητές, ναι. Αν και οι αγρότες ξέρουν από την εµπειρία τους ότι η απόδοση μιας καλλιέργειας δεν είναι ίδια σε όλο το χωράφι αλλά είναι διαφορετική σε µερικά σηµεία του απ” ότι σε άλλα, οι συµβατικές πρακτικές διαχείρισης αφορούν στην εφαρµογή των εισροών µε ένα τρόπο. Η γεωργία ακριβείας, αντίθετα, έρχεται στο σημείο αυτό με την αξιοποίηση των κατάλληλων τεχνολογιών να δώσει πληροφορίες για συγκεκριμένα πια σηµεία μέσα στο αγροτεμάχιο. Βασίζεται σε τρεις πυλώνες: α) την συγκέντρωση των δεδοµένων σε κατάλληλη κλίµακα και συχνότητα, β) την ανάλυση αυτών των δεδοµένων και γ) την εφαρµογή της όποιας λύσης σε κατάλληλο χρόνο. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες, σε συνδυασµό µε τις πρακτικές καλλιέργειας των προηγούµενων χρόνων, επιτρέπουν τελικά την αποτελεσµατικότερη διαχείριση μιας καλλιέργειας με εστίαση σε συγκεκριμένες περιοχές στο χωράφι που είναι οι “προβληματικές”.

Η Γεωργία Ακριβείας έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να γίνεται όλο και πιο δηµοφιλής σαν µέθοδος παραγωγής στην Ευρώπη. Το 1993 πραγµατοποιήθηκε στη Μιννεσότα η πρώτη διεθνής συνάντηση µε αυτό το θέµα (First Workshop οn Soil-specifιc Crop Management) ενώ η αντίστοιχη ευρωπαϊκή πραγµατοποιήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 1997. Στις Η.Π.Α., την εφαρμόζουν κυρίως σε περιοχές όπου υπάρχουν προβλήματα λειψυδρίας (μεσοδυτικές και δυτικές πολιτείες), ανωμαλίες ή ιδιαιτερότητες ως προς διάφορα χαρακτηριστικά των εδαφών. Στην Ελλάδα, ένα από τα πρώτα πειράματα που έγιναν με βάση τις αρχές της Γεωργίας Ακριβείας, το ονομαζόμενο “HydroSense” άρχισε τον Ιανουάριο του 2010. Ήταν ένα 3ετές ερευνητικό πρόγραμμα που είχε στόχο να επιδείξει νέες τεχνολογίες για την ορθολογική χρήση του νερού, των ανόργανων λιπασμάτων και των φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε μια σημαντική για την οικονομία των Μεσογειακών χωρών καλλιέργεια, την καλλιέργεια του βαμβακιού.

Το “HydroSense” συγχρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή επιτροπή μέσω του προγράμματος για το περιβάλλον LIFE+ και κινήθηκε σε 2 επίπεδα, στον αγρό και στη λεκάνη απορροής. Συντονιστής του ήταν το Μουσείο Γουλανδρή – Φυσικής Ιστορίας με την επιστημονική του ομάδα να αποτελείται από τους: • Δρ Στ. Σταματιάδης, Ε. Τσαντήλα, Δρ. Κ. Χριστοφίδη, Χρ. Χρόνη (Μουσείο Γουλανδρή – Φυσικής Ιστορίας) • Δρ. Χρ. Τσαντήλα, Δρ. Β. Σαμαρά, Δρ. Δ. Δημογιάννη, Δρ. Λ. Τούλιο, Α. Τσιτούρα, Κ. Ντοκούζη, Ε. Μπακογιάννη, Φ. Ντάφο, Δρ. Ε. Ευαγγέλου (Ινστιτούτο Χαρτογράφησης Εδαφών) • Δρ. Δ. Χάχαλη, Δρ. Β. Κατή, Δρ. Α. Παπαδόπουλο (Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο) • Καθηγητή Ν. Δαλέζιο, Ι. Μπλάντα (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) • Επίκ. Καθηγητή Α. Καμπά, Επικ. Καθηγητή Χ. Παπαδά (Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών).

Επιλέχθηκαν πιλοτικά τρεις αγροί στη Θεσσαλία οι οποίοι, αρχικά, χωρίστηκαν σε 2 – 3 επιμέρους ζώνες, ανάλογα με την εδαφική οργανική ουσία, στις οποίες εφαρμοζόταν οι αρχές της σημειακής διαχείρισης. Στο υπόλοιπο τμήμα του αγρού η παραγωγική διαδικασία γινόταν με συμβατικές μεθόδους και αποτελούσε το μάρτυρα προκειμένου να συγκριθεί με το νέο σύστημα διαχείρισης. Στη συνέχεια, τοποθετήθηκαν αισθητήρες ανά ζώνη από τις μετρήσεις των οποίων το λογισμικό του συστήματος μπορούσε να υπολογίσει την επάρκεια ή την έλλειψη σε νερό και έδινε τη δυνατότητα να ρυθμιστεί η ποσότητα που κατέληγε σε κάθε επιμέρους τμήμα του χωραφιού. Παράλληλα, με ένα άλλο σύστημα αισθητήρων (πολυφασματικοί αισθητήρες), οι ερευνητές του Μουσείου Γουλανδρή παρακολουθούσαν τις ανάγκες των φυτών ανά ζώνη σε λίπασμα και πρόσθεταν ακριβώς όσο απαιτούνταν. Στο ίδιο πλαίσιο σκέψης αναπτύχθηκε και η φυτοπροστασία των καλλιεργειών. Στο τέλος κάθε καλλιεργητικής περιόδου, χρησιμοποιώντας ειδικό εξοπλισμό, γινόταν η καταγραφή της απόδοσης της καλλιέργειας σε κάθε διαχειριστική ζώνη και συγκρινόταν με εκείνη της συμβατικής καλλιέργειας του παραγωγού. Η πρώτη εικόνα από την καταγραφή των αποτελεσμάτων ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντική καθώς παρατηρήθηκε εξοικονόμηση νερού για τον πρώτο χρόνο έως και 30%, και λιπάσματος έως και 50%.

Σίγουρα, απαιτείται μελλοντικά να γίνουν και άλλα ερευνητικά πειράματα για να οδηγηθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την καταλληλότητα της Γεωργίας Ακριβείας ως συστήματος παραγωγής. Το ποιες ιδιότητες ή προβλήματα του γεωργικού περιβάλλοντος παραλλάσσουν, σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο μπορούν να καταγραφούν με διάφορες τεχνικές εξακολουθεί και αυτό να είναι ζήτημα περαιτέρω πειραματικής έρευνας. Αγρότες, πάντως, στις Η.Π.Α και στη Μ. Βρετανία που παίρνουν μέρος σε έρευνες δηλώνουν ικανοποιημένοι με τα αποτελέσματα εφαρμογής της. Όλα αυτά, όμως, μένει να αποδειχθούν και στην πράξη και σαφώς χρειάζεται αρκετός χρόνος και αρκετά χωράφια – δείγματα για να βγάλουμε 100% εκτιμήσεις υπέρ ή κατά αυτής της μεθόδου.