Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017
ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

Η Μελίνα είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές τις σπουδές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Αγροτικής Οικονομίας & Ανάπτυξης. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Ολοκληρωμένη Ανάπτυξη Αγροτικού Χώρου από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στη Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης στο τμήμα Οργάνωσης και Διαχείρισης Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων και τώρα εργάζεται ως σύμβουλος αγροτικής ανάπτυξης.
ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ
φουλ του ροδιου

ΦΟΥΛ ΤΟΥ ΡΟΔΙΟΥ

Γνωστό δέντρο με αναφορές στην ελληνική μυθολογία ως καρπός γονιμότητας και ευημερίας. Οι ευεργετικές του ιδιότητες το έκαναν γνωστό παγκοσμίως με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ζήτησή του και οι εκτάσεις με αυτό σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ινδία, η Αργεντινή αλλά και η Ελλάδα. Ο λόγος για τη ροδιά (Punica granatum) με την Ινδία να είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα στον κόσμο ακολουθούμενη από την Κίνα. Η Ισπανία, η Αίγυπτος και το Ισραήλ αν και έχουν μικρότερες καλλιεργούμενες εκτάσεις ανέπτυξαν περισσότερο τις εξαγωγές και το μάρκετινγκ δημιουργώντας, παράλληλα, νέες ποικιλίες. Παγκοσμίως, καλλιεργούνται περίπου 3 εκατ. στρέμματα με ρόδια ενώ στη χώρας μας εμπορικοί οπωρώνες βρίσκονται σε Πελοπόννησο, Ξάνθη, Σέρρες, Δράμα, Κιλκίς, Πέλλα, κ.ά.

Η πρόσφατη εντατικοποίηση της καλλιέργειας της ροδιάς, μάλιστα, είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται για πρώτη φορά διάφορα προβλήματα. Η οικονομική εξασφάλιση της καλλιέργειας προϋποθέτει α) την εγκατάσταση σε περιοχές με κατάλληλο κλίμα για την παραγωγή καρπών ανώτερης ποιότητας, β) την προώθηση τοπικών ποικιλιών καθώς και τη δημιουργία ποικιλιών που θα παράγουν εκλεκτά προϊόντα με ονομασία προέλευσης, γ) την ύπαρξη μεγάλων συνεταιριστικών ομάδων που θα εφαρμόσουν την κατάλληλη τεχνολογία, δ) την προώθηση των ελληνικών προϊόντων ροδιάς με σωστό και στοχευμένο μάρκετινγκ και ε) την υποστήριξη της καλλιέργειας με ερευνητικά προγράμματα που θα στοχεύουν στην επίλυση προβλημάτων καθώς και στη δημιουργία προϊόντων προστιθέμενης αξίας.

Οι περισσότερες ποικιλίες που καλλιεργούνται σήμερα έχουν προέλθει από τυχαία σπορόφυτα ή μεταλλάξεις και μερικές, μόνο, περιπτώσεις από διασταυρώσεις (Ισραήλ, Ινδία, Ισπανία). Οι επιλογές των τοπικών ποικιλιών γίνονταν με βάση χαρακτηριστικά που προτιμούν οι ντόπιοι πληθυσμοί αλλά η εξέλιξη της ζήτησης ροδιών ανά τον κόσμο και η ανάγκη εξαγωγών έχει επηρεάσει τα κριτήρια επιλογής, γεγονός που παρατηρείται και στην Ελλάδα.

Έτσι, αν και οι ελληνικές ποικιλίες ροδιάς προέρχονταν από σπορόφυτα (κυρίως γλυκά) με πιο γνωστή την “Ερμιόνη”, τελευταία εισήχθησαν και καλλιεργούνται ευρέως οι γλυκόξινες ποικιλίες “Wonderful” και “Hicaznar” και λιγότερο η γλυκιά “Acco”. Η “Ερμιόνη” ωριμάζει από 20 Σεπτεμβρίου μέχρι 20 Οκτωβρίου στην Πελοπόννησο και από 15 – 30 Οκτωβρίου στη Νάουσα (νεαρά δένδρα).

Η ροδιά γίνεται θάμνος ή μικρό δέντρο (ύψος 4 έως 5 μέτρα), μπορεί όμως να φτάσει και το ύψος των 9. Καρποφορεί από τον 3ο – 4ο χρόνο ενώ η μέγιστη παραγωγή της επιτυγχάνεται στον 7ο και έχει παραγωγική ζωή 40 έως 50 χρόνια. Το εδώδιμο τμήμα του καρπού της είναι σπόροι (300-600 ανάλογα το μέγεθός του). Άριστες κλιματικές συνθήκες για την καλλιέργεια έχουν οι περιοχές με ζεστά και μακρά καλοκαίρια (μέγιστη θερμοκρασία 38°C) και ήπιο χειμώνα όπου η ελάχιστη θερμοκρασία δεν πέφτει κάτω των -11°C. Το περιβάλλον επηρεάζει την ανάπτυξη του δένδρου, την ανθοφορία, την καρποφορία και την ποιότητα των καρπών και θα πρέπει να προσέχεται το μικροκλίμα κάθε περιοχής πριν την εγκατάσταση της φυτείας. Προσαρμόζεται σε ευρεία κλίμακα εδαφών, όμως καλύτερη ανάπτυξη επιτυγχάνεται σε βαθιά αργιλώδη εδάφη, με άριστο pH 6,5-7,5. Το ρόδι, σαν καρπός, ωριμάζει και αποκτά καλύτερη γεύση μόνο όσο είναι πάνω στο δέντρο γι’ αυτό θα πρέπει να συλλέγεται όταν έχει ωριμάσει πλήρως. Πρώιμη συγκομιδή, προκειμένου να αποφευχθεί το σχίσιμο των καρπών, είναι ο κυριότερος παράγοντας υποβαθμισμένης ποιότητας αυτών. Ακόμη πολλές φορές, εξαιτίας μη ποτίσματος το καλοκαίρι ή ακανόνιστων ποτισμάτων, παρατηρούνται πάλι σκασίματα που συνοδεύονται από δευτερογενείς μολύνσεις.

Διάφορες μελέτες προσδίδουν στα ρόδια αντιοξειδωτικές ιδιότητες ενώ έχουν χρησιμοποιηθεί, επίσης, για καρδιαγγειακές ασθένειες, διαβήτη και σε οδοντικά προβλήματα. Οι ιδιότητες αυτές οφείλονται στις φαινόλες που περιέχουν, μεγαλύτερες μάλιστα σε ποσότητα από αυτές του κόκκινου κρασιού ή του μύρτιλλου. Επιπροσθέτως, είναι πλούσια σε βιταμίνες Α, C και Ε, μεταλλικά στοιχεία (ασβέστιο, σίδηρο, μαγνήσιο, φώσφορο, κάλιο, ψευδάργυρο, σελήνιο), υδατάνθρακες και φυτικές ίνες ενώ ο χυμός τους, κατά Αμερικανούς επιστήμονες, είναι φυσικό υποκατάστατο του viagra. Στο εμπόριο πωλούνται εκτός από νωποί καρποί, σπόροι και χυμός ροδιού καθώς και διάφορα προϊόντα του όπως σιρόπι, ξύδι, μαρμελάδα, κρασί, συμπληρώματα διατροφής και διάφορα καλλυντικά. Επίσης, το ρόδι βρίσκεται μαζί με άλλα προϊόντα σε μπάρες δημητριακών, μαύρο τσάι, μπισκότα, κ.ά.

Φέτος, επειδή η καλλιέργεια παρουσιάζει μια δυναμική αναμένεται η εγχώρια ζήτηση να είναι πολύ μικρή για να καλύψει τις παραγόμενες ποσότητες με αποτέλεσμα να βάρος να “πέφτει” στις εξαγωγές. Ιδίως από τα μέσα Οκτώβρη και μετά που υπάρχουν διαθέσιμες όλες οι ποικιλίες και οι ποιότητες στην αγορά περιμένουμε πτώση στις τιμές του προϊόντος. “Κρατάει” αντιστάσεις ο κλάδος της χυμοποίησης – σε αυτόν καταλήγουν και χαμηλής ποιότητας ρόδια – με λίγες όμως απολαβές για τους παραγωγούς. Μια από τις πρώτες εταιρείες που ασχολήθηκαν συστηματικά με την καλλιέργεια της ροδιάς στη χώρα μας είναι από το 2006 η “Ρόδι Ελλάς”. Διαθέτουν ιδιόκτητες εκτάσεις αλλά συνεργάζονται και με ένα ευρύ δίκτυο καλλιεργητών, κυρίως στη Μακεδονία (το 67%), στο πλαίσιο της συμβολαιακής γεωργίας ενώ τελευταία έχουν συνάψει συμφωνίες με αγορές του εξωτερικού για εξαγωγές εγχώριων ποσοτήτων.