Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

Ο Ηλίας Καραβόλιας γεννήθηκε το 1976 στη Ρόδο. Σπούδασε στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών της Νομικής και Οικονομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε τον θεωρητικό τομέα ειδίκευσης (Γενικής Θεωρίας και Οικονομικής Πολιτικής). Eργάστηκε σε εταιρείες ως σύμβουλος στον ιδιωτικό τομέα και δούλεψε στην Περιφέρεια Ν.Αιγαίου ως ειδικός συνεργάτης.
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ
διλήμματα που συνεχίζουμε να αποφεύγουμε

Διλήμματα που συνεχίζουμε να αποφεύγουμε

Ο Ηλίας Καραβόλιας υπεισέρχεται στα διλήμματα που ακόμα και σήμερα αποφεύγουμε και που το πολιτικό προσωπικό δεν εξηγεί στους πολίτες. Όπως, π.χ. κανείς δεν εξήγησε γιατί η εσωτερική υποτίμηση ήταν ένα αναγκαίο κακό για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.


Μάλλον συμφωνείς μαζί μου φίλε αναγνώστη ότι η Πολιτική δεν είναι ζήτημα λογικής. Είναι ζήτημα επιθυμίας. Και δυστυχώς κανείς δεν επιθυμεί τις επώδυνες συγκρούσεις με τα διλήμματα της Πολιτικής. Πολύ περισσότερο με τα διλήμματα της Οικονομικής Πολιτικής. Και επειδή μυρίζονται εκλογές, έστω και αν γίνουν κανονικά σε έναν χρόνο από τώρα, ας δούμε τί δεν θα απασχολήσει και πάλι (ως υλικό για αποκωδικοποίηση) τους πολιτικούς μας. Τί δηλαδή δεν εξήγησαν επί δέκα χρόνια στους πολίτες τα κόμματα. Τί δεν εξηγούν ακόμα και σήμερα.

Διλήμματα που αποφεύγουμε

Δίλημμα πρώτο

Eίναι το Κράτος σαν μια επιχείρηση και σαν ένα νοικοκυριό; 

Όχι βέβαια. Οι Εθνικοί Λογαριασμοί ανήκουν στο πεδίο της Μακροοικονομικής Λογιστικής. Εννοείται πως αυτή διαφέρει από την κοινή Λογιστική των επιχειρήσεων. H δε διαχείριση των δημοσίων οικονομικών (public financial management) δεν υπόκειται σε κλασικές μεθόδους οικονομικής διαχείρισης.

Ειδικά στην Ελλάδα, οι παραδοχές σε επίπεδο οικονομικών προβλέψεων εξαντλούνται σε υπεραπλουστευμένα ρητορικά στοιχήματα μεταξύ πολιτικών, δημοσιογράφων, αναλυτών (π.χ. αν θα ανεβεί 2 ή 2,5% το ΑΕΠ. Ο κάθε αναλυτής το ανεβοκατεβάζει ανάλογα με το κόμμα που ψηφίζει. Σε κάθε περίπτωση, μια ολόκληρη κοινωνία εθίστηκε στην ψευδαίσθηση της τεχνογνωσίας. Στην απατηλή αίσθηση της επιστημοσύνης που εκπέμπει το διαδίκτυο και τα ΜΜΕ γενικότερα.

Πάντως, τα οικονομικά του Δημοσίου δεν είναι απλά οικονομικά, όπως καλή ώρα αυτά στις επιχειρήσεις. Αλλά  θα έλεγα ότι καλώς επιμένουμε σαν κοινωνία να λέμε ότι όποιος δεν έχει διαχειριστεί έστω και ένα περίπτερο, κακώς διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα ή χρέος. Ειδικά αν το χρέος αυτό είναι 300 δις και βάλε (ενώ τα δημόσια έσοδα φθάνουν πλέον τα 6-7 δισ. ετησίως)

Δίλημμα δεύτερο

(Aφού μιλάμε για το μείζον θέμα, του χρέους): έχει το δημόσιο χρέος τα ίδια δεδομένα όπως αυτά μιας συμβατικής δανειακής σχέσης μεταξύ φυσικών προσώπων ή μεταξύ δανειολήπτη και τράπεζας;

Αναμφισβήτητα όχι. Οι δανειακές-μνημονιακές- συμβάσεις της χώρας δεν είναι ούτε στεγαστικό, ούτε επιχειρηματικό δάνειο. Είναι υπερεθνικές και διακρατικές συμφωνίες που διέπονται απο ειδικό δίκαιο. Η δέ έκδοση ομολόγων (που συνεπάγεται χρέος) πάλι έχει τις δικές της ρήτρες. Τους δικούς της όρους. Διαφορετικούς φυσικά απο τα ψιλά γράμματα της σύμβασης όταν μας χορηγείται πχ. μια πιστωτική κάρτα.

Γιατί τα αναφέρω αυτά; Μα γιατί η μισή Ελλάδα έμαθε στην δεκαετία αυτή τα πάντα για τα spreads, τα κουπόνια, τις ρήτρες, τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS), επειδή απλά τα «ακούει» και τα διαβάζει. Και φυσικά η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας. Ειδικά σε αυτό τον τόπο και ειδικότερα στο εγχώριο πολιτικό προσωπικό.

Δίλημμα τρίτο

Mπορούμε να ζήσουμε χωρίς μνημόνια και δανεικά;

Εδώ, φίλε αναγνώστη, δεν θα πέσω στην παγίδα να απαντήσω ως οικονομολόγος. Η όποια απάντηση δεν μπορεί να τεκμηριωθεί σε λίγες γραμμές. Αλλά δεν θα αποφύγω να περιγράψω την θέση μου. Χωρίς μνημόνια (επιβαλλόμενα απ έξω) μπορούμε. Χωρίς δανεικά, όχι δεν μπορούμε. Και δεν μπορεί σχεδόν καμία χώρα στον πλανήτη. Άραγε πόσοι Έλληνες το καταλαβαίνουν αυτό; Μάλλον λίγοι. Καθώς δεν φρόντισε ούτε το πολιτικό προσωπικό ούτε η όποια ιντελιγκέντσια της χώρας να το εξηγήσει απλά και κατανοητά για τον μέσο πολίτη.

Τα διλήμματα φυσικά που δεν τέθηκαν σε συζήτηση εντός της ελληνικής κοινωνίας είναι πολλά. Και δεν είναι φυσικά οικονομικής φύσεως. Είναι πολιτικής ουσίας. Όμως, στον πυρήνα τους όλα κρύβουν τον εθνικό οικονομικό αναλφαβητισμό μας. Αυτός που πάει χέρι – χέρι με φαντασιώσεις μεγαλείου και εθνικής αυτάρκειας. Η κοινωνία δυστυχώς δεν μπορεί να κατανοήσει ότι πρώτα έπρεπε να αποκατασταθεί η φερεγγυότητα του Δημοσίου στις διεθνείς αγορές. Ή ότι πρώτα έπρεπε να στηριχθεί το τραπεζικό σύστημα. Πως να το χωνέψει αυτό; Πώς να το συνειδητοποιήσει, ένας απόμαχος της ζωής; Ο οποίος δούλευε 40 και πλέον έτη και είδε την σύνταξη του να πέφτει σε λίγα χρόνια από τα 1000 στα 600 ευρώ; Πώς να το νιώσει ως αναγκαιότητα, ως εθνική προτεραιότητα, αυτός που έπαιρνε 750 ευρώ βασικό μισθό και σήμερα παίρνει 450;

Αναγκαίο κακό η εσωτερική υποτίμηση

Κανείς δεν εξήγησε επαρκώς στους Έλληνες ότι η περίφημη εσωτερική υποτίμηση για την άνοδο της ανταγωνιστικότητας μας, ήταν αναγκαίο κακό. Κακό που δυστυχώς δεν συνοδεύτηκε αποό υποστηρικτικές παράπλευρες πολιτικές τόνωσης της ζήτησης και των επενδύσεων.

Πιο απλά: κανείς δεν προετοίμασε τον Έλληνα να περιμένει τα χειρότερα από αυτά που είδε στην αρχή της κρίσης, και βλέπει ακόμα. Αύξηση φόρων για να αυξηθεί το πλεόνασμα. Περικοπές μισθών-συντάξεων για να μειωθούν οι δαπάνες. Πτώση μισθών για να αυξηθεί δήθεν η ανταγωνιστικότητα (και να παραχθεί δηλαδή περισσότερος πλούτος για περισσότερους πολίτες, σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, με έναν απροσδιόριστο τρόπο). Αυτά έλεγε το manual της προσαρμογής που ήλθε μετά από χρόνια και μάλιστα ελλιπής.

Κανείς δεν μας εξήγησε ότι όσο και αν αναδιοργανωθεί το Δημόσιο. Όσο πλεόνασμα και αν παρουσιαστεί από υπερφορολόγηση. Όσο και αν σταθούν στα πόδια τους οι ελληνικές τράπεζες, η ώθηση θα είναι αργή και ελάχιστη. Και ότι μόνο φρέσκο παραγωγικό χρήμα απ” έξω μπορεί να αναστήσει το πτώμα της ελληνικής Οικονομίας. Χρήμα όχι κατ ανάγκη ιδιωτικό χρήμα αφού κανείς ιδιώτης δεν έχει καμία υποχρέωση να επενδύσει σε καμία Ελλάδα. Ειδικά αν δεν υπάρχει Εθνικό Πλάνο Υποδοχής Επενδύσεων που να προστατεύει τους ξένους επενδυτές χωρίς ταυτόχρονα αυτοί να υπερ-εκμεταλλεύονται τον χαμηλόμισθο Έλληνα και τον υποτιμημένο ελληνικό πλούτο.

Διότι αυτό είναι που ορίζεται – στην πραγματική όχι στην πανεπιστημιακή εκδοχή της Οικονομίας – ως βελτίωση της ανταγωνιστικότητας: πτώση μισθού και απαξίωση περιουσίας.

Μην αναρωτιέσαι φίλε αναγνώστη αν αυτό τον ορισμό τον κατέχει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Ακόμα και να τον γνωρίζει, κάνει ότι δεν πρέπει να τον αποδεχτεί, στο όνομα της ανάπτυξης  που κάποτε, κάπως, υποτίθεται ότι θα έλθει σε αυτό τον τόπο…

Διαβάστε το προηγούμενο άρθρο του Ηλία Καραβόλια στο new deal