Μια από τις πιο ζοφερές πτυχές της δημοκρατίας μας είναι τα οικονομικά των κομμάτων. Κι αν λόγω της ύφεσης η αγορά πλέον βρίθει από προβληματικές επιχειρήσεις, οι στυλοβάτες της δημοκρατίας μας έχουν ανάλογη πορεία. Φαίνεται πως πολύ πριν κυβερνήσουν και δημιουργήσουν το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, τα κομματικά στελέχη «προπονούνται» διογκώνοντας τα χρέη των πολιτικών οργανισμών.

Πράγματι τα οικονομικά δεδομένα είναι συντριπτικά: μόνο τα δύο μεγαλύτερα κόμματα οφείλουν στις τράπεζες ποσά που προσεγγίζουν τα 250 εκατ. ευρω, ενώ η κατάσταση είναι ανάλογη και σε μικρότερα κόμματα.

Ενώ ο λαός υποβάλλεται σε εξοντωτικές θυσίες, τα κόμματα (τα οποία παρεμπιπτόντως αρνήθηκαν πρόσφατα να κυβερνήσουν παραδίδοντας τη διακυβέρνηση σε εξωκοινοβουλευτικό πρωθυπουργό) σε ένα ρεσιτάλ κυνισμού συνεχίζουν να χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και να δανειοδοτούνται προεξοφλώντας τούτη τη χρηματοδότηση έως και τα επόμενα 5-6 χρόνια. Το μέγα ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει το «μάρμαρο» αν τα κόμματα αναστείλουν τη λειτουργία τους;

Μάλιστα η κρατική χρηματοδότηση είναι ιδιαίτερα γενναιόδωρη: η Ελλάδα είναι τέταρτη στην Ευρώπη στη λίστα της κατά κεφαλήν επιβάρυνσης των πολιτών από την κρατική επιχορήγηση (4,53 ευρω/ έτος), ενώ πρώτο είναι το πλούσιο Λουξεμβούργο (19,3 ευρώ/ έτος). Με άλλα λόγια, η «χρεοκοπημένη» Ελλάδα επιδοτεί τα κόμματα με 10,1 ευρώ /ψήφο, ενώ η οικονομικά ισχυρή Γερμανία με 0,7 ευρω ανά ψήφο.

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: Λόγω της πληθώρας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, η πολιτική επικοινωνία γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή, ενώ το ενδιαφέρον των πολιτών συρρικνώνεται, εξέλιξη που αυξάνει γεωμετρικά τις δαπάνες των πολιτικών οργανισμών για διαφήμιση. Πράγματι, τα έξοδα τόσο των κομμάτων, όσο και των υποψηφίων βουλευτών γιγαντώνονται ωθώντας αναπόφευκτα προς παράνομες συναλλαγές.

Τα κόμματα χρηματοδοτούνται κυρίως από δύο πηγές: τους ιδιώτες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) και το κράτος. Τα  κονδύλια του προϋπολογισμού για τα πολιτικά κόμματα του κοινοβουλίου περιλαμβάνουν: α) τακτική επιχορήγηση και β) έκτακτη προεκλογική επιχορήγηση. Καθώς όμως το δημόσιο χρέος έχει εκτροχιαστεί τα κόμματα υποχρεώνονται να αναζητήσουν κεφάλαια αλλού. Κι εκεί γεννάται το πρόβλημα των άδηλων οικονομικών συναλλαγών.

Κάθε κόμμα για να λειτουργήσει χρειάζεται χρηματικά κεφάλαια και οφείλει να λογοδοτεί στους πιστοδότες του (μέλη και φίλοι κόμματος, κράτος, τράπεζες, χορηγοί). Οι επιχορηγήσεις του κράτους θα πρέπει να περιοριστούν δραστικά και να συνδεθούν με τις ιδιωτικές εισφορές που θα καταβάλλονται στα κόμματα μέσω τραπεζικού λογαριασμού και θα δημοσιοποιούνται υποχρεωτικά.

Τα κόμματα οφείλουν, εξάλλου, να υιοθετήσουν τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης και της διαφάνειας στα οικονομικά τους, να τηρούν βιβλία Γ κατηγορίας με τη χρήση του διπλογραφικού συστήματος, να δημοσιεύουν λογιστικές καταστάσεις (Ισολογισμός, Λογαριασμός Αποτελεσμάτων χρήσης, Κατάσταση ταμειακών ροών και κατάσταση μεταβολών καθαρής θέσης) καθώς και να υπόκεινται σε κρατικό φορολογικό έλεγχο και έλεγχο ορκωτών ελεγκτών.

Σκόπιμη θα ήταν, ακόμη, η σύσταση μιας εξωκοινοβουλευτικής αρχής με ουσιαστική ανεξαρτησία από τις κομματικές επιρροές, η οποία θα επιτηρεί τα οικονομικά των πολιτικών οργανισμών. Αναγκαίο είναι να απαγορευθούν και οι συλλογικές μετακίνησης ετεροδημοτών με δαπάνη των κομμάτων -που άλλωστε συνιστά και έμμεσο χρηματισμό των εκλογέων, ενδεχομένως με παράλληλη θεσμοθέτηση της ψήφου στον τόπο κατοικίας η της επιστολικής ψήφου. Με όλα αυτά θα αποτραπούν οι διαδρομές των κομμάτων στην «υπόγεια οικονομία» και θα ενισχυθεί η ποιότητα της δημοκρατίας μας.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.