Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

Ο Ηλίας Καραβολιάς γεννήθηκε το 1976. Σπούδασε στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών της Νομικής και Οικονομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Ακολούθησε τον θεωρητικό τομέα ειδίκευσης (Γενικής Θεωρίας και Οικονομικής Πολιτικής) με έμφαση στις Κεφαλαιαγορές, στην Θεωρία Παιγνίων και στην Οικονομική Ψυχολογία.
Είναι επίσης απόφοιτος του Institute of Maritimes and Economic Studies στο Kensigton του Λονδίνου, όπου σήμερα διατηρεί τον τίτλο του Α' αντιπροέδρου.
Δούλεψε στο Asset Management της Northstar Finance στην Έλλάδα και μετά στον χώρο του Investment Banking στο Λονδίνο μέσω της Αxiom Capital και της Upgrade London.
Yπήρξε Council Member στην διεθνή πλατφόρμα συμβούλων Gershon Lehrman Group για θεσμικούς επενδυτές και οργανισμούς.Ήταν στο Advisory Board του think tank Paratus Global Europe και διετέλεσε Αssociate Partner της διεθνούς εταιρείας συμβούλων σε συγχωνεύσεις/εξαγορές, InVent Solutions.
Συμμετείχε στο Board of Directors δύο εισηγμένων εταιρειών στην Σόφια( Marble Arts και Mayfair Group) και για σύντομο διάστημα ήταν μέλος του Investment Committee στο SF Global Fund
Από το 2009 -2014 έδινε διαλέξεις και ήταν αναλυτής στο Institute of Diplomacy and Global Affairs του Αμερικανικού Κολεγίου στην Αθήνα καθώς και στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών.
Aρθρογράφοςσε έντυπα και εφημερίδες,διατηρεί συνεργασία με ελληνικά αλλά και διεθνή sites.Έχει κληθεί ως ομιλητής σε διάφορα συνέδρια με αντικείμενο τα διεθνή χρηματοοικονομικά, την γεωπολιτική, κ.ακαι φιλοξενείται κατά καιρούςσε εκπομπές ελληνικών και ξένων ΜΜΕ. Πρόσφατα έγινε μέλος του Scientific Committee στο American Institute of Geostrategy με έδρα το Los Angeles.
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ
αστεγοι στο κοιμητηριο τησ ιστοριασ

ΑΣΤΕΓΟΙ ΣΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ελλάδα 2017. Στο Βέλος Κορινθίας ένας άστεγος κοιμάται μέσα στο νεκροταφείο, σε ειδικό χώρο που εχει ετοιμαστεί ως οικογενειακός τάφος. Όπως το ακούτε. Δεν εξετάζω το πώς κατάντησε εκεί αυτός ο άνθρωπος. Δεν πρέπει να μας αφορά αν ο ίδιος έφταιγε για την ζωή του ή αν στάθηκε άτυχος. Άλλη είναι η ουσία : ο άνθρωπος αυτός δεν φοβάται να κοιμηθεί ανάμεσα στους νεκρούς, δεν φοβάται να πλαγιάσει δίπλα στον θάνατο.

Ποτέ δεν είδαμε αυτή την σκηνή στη χώρα εδώ και επτά χρόνια. Είδαμε αυτοκτονίες, άστεγους πολλούς, αλλά όχι αυτή την σκηνή. Δεν ξέρω καν αν στην Κατοχή υπήρξαν τέτοιες περιπτώσεις. Πρέπει να σταθούμε λίγο στο γεγονός. Πρέπει να κατανοήσουμε τι σημαίνει κοιμάμαι «μέσα» στον θάνατο και δεν επιλέγω να πεθάνω.

Πρόκειται για κάτι που είναι βαθιά εγγεγραμμένο στο συλλογικό μας ασυνείδητο, κάτι που συναντάμε στις αρχαιοελληνικές τραγωδίες. Μιλάω φυσικά για το ένστικτο αυτοσυντήρησης που επικρατεί της ορμής του θανάτου, για το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας, ακόμα και αν είναι αυτό του τάφου. Η πείνα, η έλλειψη στέγης, ο πόνος, η αρρώστια, η απόγνωση, «ξαπλώνουν» μέσα στον τάφο, δίπλα στους νεκρούς. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος επέλεξε να παραμείνει ζωντανός – νεκρός. Ζει δίπλα στο Τέλος, δεν το φοβάται. Ξέρει ότι αυτό είναι το έσχατο καταφύγιο του.

Αλλά η επιλογή του ίσως να κρύβει και κάτι άλλο, κάτι εξ ίσου δυνατό : να μην τον δουν οι ζωντανοί, να μην τον δουν ως άστεγο στην γωνία του δρόμου, μέσα στην πόλη, καθώς ψωνίζουν, καθώς κυκλοφορούν. Επιλέγει να κοιμάται ανάμεσα σε αυτούς που δεν τον βλέπουν, που δεν μπορούν να τον δουν. Η ντροπή είναι ισχυρότερη του Φόβου. Η κρυψώνα κοντά στον Θάνατο είναι πιο ασφαλής από την εικόνα του άστεγου στην πόλη, στο χωριό.

Για κάποιους ίσως το θέμα να μην χρήζει τέτοιας ανάλυσης. Για μένα, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρόκειται για πράξη που αποκωδικοποιεί το εθνικό μας ασυνείδητο. Επιλογή που φέρνει στην επιφάνεια τις ισχυρές έμφυτες σχεδόν ορμές αυτού του λαού. Πρόκειται για εθνική σημειολογία: κρυβόμαστε από τους ζωντανούς, γνωρίζοντας ότι δίπλα μας οι νεκροί δεν βλέπουν, δεν κρίνουν, δεν μας δείχνουν τον οίκτο τους.

Η Ελλάδα δεν ζήτησε τον οίκτο κανενός λαού, καμιάς ηγεμονίας. Φθάνοντας δυστυχώς στο άλλο άκρο, να κατηγορούμε τους εταίρους στην Ευρώπη ότι θέλουν να μας σκοτώσουν για να πάρουν το οικόπεδο. Λάθος ερμηνεία της πραγματικότητας που πηγάζει και αυτή από την αρχαιοελληνική μας ιδιοσυγκρασία: οι πάντες γίνονται εχθροί όταν κινδυνεύουμε.

Η χώρα είναι ζωντανή νεκρή και κυκλοφορεί ανάμεσα στην «μητρόπολη » που λέγεται Ευρωζώνη, επιλέγοντας ως άστεγη να μην είναι σε κοινή θέα. Φωνάζουμε για το άδικο της θεραπείας και της λιτότητας που μας επέβαλλαν, «αναγκαζόμαστε» να συμφωνούμε σε αιώνια δανεικά, «αναγκαζόμαστε» να μειώνουμε το χαμόγελο μας, τα όνειρα μας, αλλά δεν αυτοκτονούμε. Δεν επιλέξαμε τον δρόμο της παράνοιας, τον εθνικό απομονωτισμό, τον σχεδόν σίγουρο «θάνατο». Μην απορείτε το γιατί αντέχουμε και δεν βγαίνουμε στους δρόμους να πάρουμε στο κυνήγι τους πάντες, Έλληνες και ξένους.

Αυτοί είμαστε οι Έλληνες. Δεν μας ταιριάζει ο θάνατος, δεν τον φοβόμαστε, δεν τον επιλέγουμε. Όποιος και αν φταίει, εμείς ή οι δανειστές μας, νιώθουμε υποχρέωση να μένουμε ζωντανοί, έστω και ως κρυμμένοι ανάμεσα στο κοιμητήριο της Ιστορίας. Γι αυτό πιστεύω ότι αυτή η ανθρώπινη ψυχή που στο Βέλος Κορινθίας ζει δίπλα στους νεκρούς, έρχεται από τα βάθη των αιώνων, από τον αρχαιοελληνικό Μύθο και την Τραγωδία μας…