Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
ακουει κανεισ τον σεβ;

ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΣΕΒ;

Τίποτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο-καταπέλτη του εβδομαδιαίου δελτίου του ΣΕΒ δεν έχουμε παραλείψει να παρουσιάσουμε στους αναγνώστες μας, τους τελευταίους μήνες. Και δεν θα σταματήσουμε να το κάνουμε, γιατί είμαστε βέβαιοι ότι καμμία ουσιαστική αλλαγή δεν είναι ορατή στην οικονομία και τις καταρρέουσες δομές της.

Ακόμα χειρότερα, σταδιακά αίρονται και οι προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να βάλουν την οικονομία σε τροχιά εξόδου της από την ύφεση και την συνεπαγόμενη συνολική παρακμή. Βασικότερη δε από τις προϋποθέσεις αυτές είναι η ύπαρξη πνεύματος δημιουργίας και εγρήγορσης. Όμως, για να υπάρξει, απαιτούνται μεγάλες δόσεις εμπιστοσύνης –τόσο στην Ελλάδα όσο και εκτός αυτής.

Αυτή η διάσταση, εξάλλου, υπογραμμίζεται και στο κύριο άρθρο του δελτίου του ΣΕΒ, όπου σημειώνονται τα ακόλουθα:

«Διανύουμε ουσιαστικά τον ένατο χρόνο ύφεσης και, ενώ η οικονομία έχει εν πολλοίς ισορροπήσει (έχουν εξαλειφθεί οι μακροοικονομικές ανισορροπίες), δεν φαίνεται να έχει αποκατασταθεί η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και, ως εκ τούτου, να έχει εμπεδωθεί η εμπιστοσύνη στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Το αποτέλεσμα είναι η οικονομία, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις να βρίσκονται σε αναζήτηση εναλλακτικών στρατηγικών επιβίωσης, καθώς η υπερφορολόγηση σκοτώνει την οικονομική δραστηριότητα και τροφοδοτεί την φοροδιαφυγή και την αδήλωτη και απλήρωτη εργασία, μεταφέροντας επιχειρηματικές δραστηριότητες και αναζητώντας εργασία στο εξωτερικό. Τα νοικοκυριά πλήττονται παντοιοτρόπως. Οι ευκαιρίες απασχόλησης σπανίζουν.

»Η δυνατότητα αποταμίευσης είναι σχεδόν αδύνατη. Το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί για την κατανάλωση, που εν μέρει χρηματοδοτείται από τα “έτοιμα” (μείωση καταθέσεων, ρευστοποίηση ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, κ.ο.κ.). Η στρεβλή φορολογία ακινήτων εξοντώνει τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα μέσω του συμπληρωματικού φόρου. Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις προς το κράτος συνεχίζουν να αυξάνονται καθώς μειώνεται διαρκώς η φοροδοτική ικανότητα σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα λόγω της συνεχούς αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης.

»Η εξυπηρέτηση καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων γίνεται όλο και πιο προβληματική, με άμεσο κίνδυνο πολλά υπερχρεωμένα νοικοκυριά να απολέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι προσωπικές και μικρές επιχειρήσεις έχουν μηδενική σχεδόν πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα για να στηρίξουν κάποιο επαγγελματικό τους όνειρο. Τέλος, και χωρίς αυτό να είναι ήσσονος σημασίας, οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας όλο και περισσότερο ζουν με το φάσμα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς οι συντάξεις συνεχώς περικόπτονται.

»Οι επιχειρήσεις, ομοίως, λειτουργούν σε ένα δυσμενές επιχειρησιακό περιβάλλον, που κάνει σχεδόν αδύνατη την ανάληψη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Το υψηλό μη μισθολογικό κόστος εμποδίζει τις επιχειρήσεις να κάνουν προσλήψεις και να δώσουν αυξήσεις στους ικανότερους του προσωπικού τους, καθώς ένα όλο και μεγαλύτερο μερίδιο του εργατικού κόστους καταλήγει στα χέρια του κράτους ως φορολογία εισοδήματος και μη ανταποδοτικές ασφαλιστικές εισφορές.

»Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν επίσης υπέρογκες επιβαρύνσεις κατά την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας. Το ενεργειακό κόστος, το κόστος δανεισμού, το μεταφορικό κόστος, το κόστος συμμόρφωσης με απαρχαιωμένες γραφειοκρατικές ρυθμίσεις, το κόστος εκκίνησης μίας οικονομικής δραστηριότητας λόγω περιορισμών στον ανταγωνισμό για την προστασία εκμετάλλευσης χαμηλής παραγωγικότητας, το κόστος απονομής δικαιοσύνης που δημιουργεί ανασφάλεια συναλλαγών, είναι όλα παραδείγματα ενός παράλογου συστήματος που υποχρεώνει τις ελληνικές επιχειρήσεις σε μόνιμο ανταγωνιστικό μειονέκτημα και εξηγεί, εν μέρει, την παραγωγική καχεξία της χώρας μας».

Όπως βέβαια, προσθέτουμε εμείς, εξηγεί ότι στην σημερινή Ελλάδα η δραπέτευση από συνθήκες πνιγηρές και παράλογες είναι ο μοναδικός δρόμος ελπίδας.