του ΓΙΩΡΓΗ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΥ

Όσοι είναι έστω κι ελάχιστα εξοικειωμένοι με τη Φιλοσοφία της Πράξης γνωρίζουν πόσο μεγάλη σημασία έχει η διάκριση της ηθικής ευθύνης και του μεγέθους εν γένει της ευθύνης που έχει κάποιο δρών υποκείμενο, όχι μόνον κατά την εκτέλεση, αλλά κυρίως κατά την απόφαση και την υποδοχή των συνθηκών που διέπουν στο σύνολό της τη διαδικασία της πράξης του.

Ωρισμένοι φιλόσοφοι υποστηρίζουν πως ένα υποκείμενο είναι ηθικά υπεύθυνο μόνον εάν μπορούσε να δράσει διαφορετικά απ’ ότι κατ’ ουσίαν έπραξε. Μετά τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, επιδεικνύοντας έναν ζήλο αξιομνημόνευτο ν’ αποδείξει στις αγορές εκείνο που ο ίδιος ο πρωθυπουργός κήρυττε προεκλογικά ότι διαθέτει—αξιοπιστία να δανεισθεί με καλλίτερους όρους από την προηγούμενη κυβέρνηση—κι εν τέλει αποδείχθηκε πως αποτελούσε μιάν υπεραισιόδοξη φενάκη, καθίσταται όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία η διερεύνηση της μεγάλης—κατ’ εμάς—Ηθικής Υπευθυνότητας που φέρει η παρούσα κυβέρνηση από θεωρητικής πλευράς, πέρα από το αδιαμφισβήτητο επιχείρημα της κακής κατάστασης της οικονομίας. Άλλωστε τούτο το επιχείρημα, με τη συχνότητα καθ’ ήν το επικαλείται η κυβέρνηση, πιότερο συνεργεί στο να καλύψει την ευθύνη της δεδομένης απόφασης με μία νομιμοποιητική επίφαση, που αποσείει φαινομενικά τα βάρη των συνεπειών από πάνω της, μετακυλίοντάς τα σε αιτιακά απαράβατες ανάγκες, εντάσσοντάς τα σ’ ένα.

Στην περίπτωση που δεχθούμε μία à la Harry Frankfurt (Alternate Possibilities and Moral Responsibility, 1969) μειωμένη ισχύ της Αρχής των Εναλλακτικών Δυνατοτήτων για την Ηθική Ευθύνη ενός δρώντος υποκειμένου (δηλ. το παράδειγμα ενός υποκειμένου αυστηρά ελεγχόμενου από μία παντοδύναμη αρχή, ή άτομο, ώστε να του υπαγορεύονται απόλυτα οι πράξεις και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελούνται οι πράξεις), τότε δεν έχει ισχύ κάθε κυβερνητικός ισχυρισμός για ύπαρξη ουσιαστικής πολιτικής βούλησης, καθώς ισχύουν δύο τινά α) είτε τα προβλήματα ήσαν γνωστά, έστω κι εν μέρει, και η κυβέρνηση (εντάσσοντας και έξοδα μη άμμεσα στο χρέος) δεν ήθελε να ασκήσει την πολιτική που εξήγγειλε προεκλογικά, έχοντας κατά νου να επιβάλει ούτως, ή άλλως τα μέτρα ή β) θέλοντας αμέριμνη να ασκήσει το δικό της πρόγραμμα, βρίσκεται αναγκασμένη από τις συνθήκες να τροποποιήσει, δηλ. θεληματικά να αποδεχθεί τις συνθήκες και συνεπώς αναλαμβάνοντας την ευθύνη, το πρόγραμμά της. Και στις δύο περιπτώσεις, το δρων υποκείμενο αποδέχεται μία αιτιακή αναγκαιότητα (causal determinism), αναλαμβάνοντας την Ηθική Ευθύνη. Μόνον σε περιπτώσεις που οι πράξεις δεν συνδέονται με μία αιτιακή αναγκαιότητα δεν μπορεί το υποκείμενο να επωμισθεί την ευθύνη της τελικής του πράξης, ακόμη κι εάν μπορούσε να δράσει διαφορετικά.

Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα στάση της κυβέρνησης προσφέρεται σαν ένα καλό παράδειγμα για την αναγωγή της παρούσας κατάστασης ως εμπειρικού μοντέλου στη στοχαστική διερεύνηση αναφορικά με τις έννοιες της Ηθικής Υπευθυνότητας, της προρηθείσας Αξίωσης για Εναλλακτικές Δυνατότητες, αλλά συνάμα και για τα κίνητρα και τη βούληση της δράσης.

Ας δούμε εξ αρχής την διαδικασία που ακολούθησε η κυβέρνηση για να δράσει: κατ’ αρχάς ο Γ. Παπανδρέου ευαγγελιζόταν το γνωστό Σενάριο της Νήσου των Μακάρων, με τη μορφή της μετατροπής της Ελλάδος σε Δανία του νότου. Θεωρητικά, η εκκίνηση του παραδείγματος αυτού, της πίστης που προβάλλει κατ’ αντιστοιχία με την απαντοχή ενός Παραδείσου που υπόσχεται η θρησκευτική πίστη, αρρύει νομιμότητα από μία Αρχή της Συμβατότητας (compatibilistic principle), η οποία αποδέχεται πως υπάρχει εν μέρει μία ‘ελεύθερη βούληση’ στις αποφάσεις μας, μόλο που οι πράξεις μας είναι ντετερμινισμένες.

Κατόπιν, ύστερα από μία αντίστοιχης ευήθειας με τον Αλογοσκούφειο απολογισμό, η κυβέρνηση προέβη σε μία επανεκτίμηση του χρέους (απόφαση που σαφώς εμπίπτει στη σφαίρα της Ηθικής Ευθύνης), με μοναδικό γνώμονα να κερδίσει την αξιοπιστία! Έκτοτε, περιττό να ξαναθυμήσουμε γεγονότα που μας είναι γνωστά, έχει αποδυθεί σ’ έναν αγώνα για να πείσει τους πάντες πως δεν έχει Εναλλακτικές Δυνατότητες ν’αντιδράσει απέναντι στις πανίσχυρες αγορές, στην αυστηρή ΕΕ, την αδήριτη ανάγκη των μεταρρυθμίσεων, που πατάσσουν μόνον τη διαφθορά στα κατώτερα στρώματα –που ούτως, ή άλλως είναι εύκολη, αρκούν μόνον κάποια νομοθετικά μέτρα—κι όχι εκείνη στ’ ανώτερα. Δηλ. εμμέσως η κυβέρνηση παραδέχεται πως βρίσκεται υπό το κράτος μίας ανώτερης ανάγκης, που της αφαιρεί κάθε δυνατότητα επιλογής, και συνεπώς θα πρέπει να απαλλαγεί από την Ηθική Ευθύνη.

Η κυβέρνηση επιλέγει να επιδείξει ένα Σκληρό Αιτιοκρατικό μοντέλο ( Hard Determinism), που παραδέχεται ότι αληθεύει ο Αιτιακός (Causal) Ντετερμινισμός –που θεωρεί πως οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, μία πλήρης περιγραφή της κατάστασης των πραγμάτων, αντάμα με μία πλήρη αποδοχή των φυσικών νόμων της αγοράς, εμπεριέχει την αληθή κατάσταση των πραγμάτων για ό,τι συμβεί μετά από εκείνη τη στιγμή—και επομένως δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία βούλησης και κινήσεων. Κοντολογίς, τα πράγματα θα κινηθούν κατ’ ανάγκην έτσι, διότι η αιτιότητα της ανάγκης τα οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση, συνεπώς δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα από το να κατευθυνθούμε προς τα εκεί. Η μοιρολατρική τρόπον τινά άποψη που επικράτησε στην κυβέρνηση—κι επικοινωνιακά προβλήθηκε με την απλουστευτική τρομοκράτηση του «είτε λαμβάνουμε τα μέτρα τούτα, είτε βουλιάζουμε», ή ακόμη χειρότερα «οι Ευρωπαίοι θέλουν και μας επιβάλλουν σκληρά μέτρα», την οποία ανέλαβαν για όλο τούτο το διάστημα της ηθελημένης , «προπαρασκευαστικής» αδράνειας, οι μίσθαρνοι κονδυλοφόροι—αποκλείει κάθε ρεαλιστική άποψη ότι, ενδεχομένως να υπάρχουν και άλλες, ηπιώτερες, κλιμακωτές, λύσεις, που μακροπρόθεσμα θα οδηγούσαν σε μία βελτίωση –πρωτίστως της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας και δευτερευόντως της τόσο δραστικής και επίπονης μείωσης του ελλείμματος, η οποία ούτως, ή άλλως δεν πρόκειται να επιτευχθεί μετά την λήψη των ατελέσφορων αναπτυξιακά μέτρων.

Η κυβέρνηση εν πολλοίς αγνοεί και σάμπως φαίνεται είχε εξ αρχής διάθεση ν’ αγνοήσει πως υπάρχουν και εναλλακτικά μοντέλα (κάτι σα διασταυρούμενοι δρόμοι, κατά το παράδειγμα της θεωρίας των Forking Paths Model στην ηθική), όπως μάλιστα πρότειναν και ωρισμένα στελέχη της –φερ’ ειπείν η υπουργός Οικονομίας Λ.Κατσέλη, η οποία σωστά είχε επιμείνει στην πάταξη της φορο/εισοφορδιαφυγής και την περιστολή των δαπανών, με μία παράλληλη ενίσχυση της μεσαίας επιχείρησης και βιομηχανίας ως επαρκές μέτρο για την κάλυψη των άμεσων αναγκών και τη δημουργία αναπτυξιακού και αξιόπιστου κλίματος—και από μιάς αρχής προήγαγε το Επιχείρημα της Συνέπειας (Consequence Argument), που υποστηρίζει πως μιας που δεν είμαστε εμείς εκείνοι που μπορούμε να διαμορφώσουμε και να επέμβουμε στους (φυσικούς) νόμους της αγοράς, συνεπώς οι ‘συνέπειές’ τους δεν εξαρτώνται από εμάς. Τούτη η αλληλουχία παραδοχών φυσικά οδηγεί στην απόσειση της ηθικής ευθύνης από τις πλάτες της κυβέρνησης, καθώς σύμφωνα με την Αρχή της Ηθικής Ευθύνης όπως απορρέει από την εξ υπαρχής παραδοχή του Σκληρού Ντετερμινισμού, εφ’ όσον δεν μπορούμε να επέμβουμε στην αιτιακή επενέργεια των ισχυόντων κανόνων, τότε δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις συνέπειες των πράξεων που αιτιακά χρειάζεται να πραγματώσουμε.

Όπως θα έλεγε και ο H. Frankfurt (μεταξύ των άλλων συγγραφέας και του εξαιρετικού βιβλίου ‘Περί Παπαρολογίας’ (On Bullshit), στο οποίο μνημονεύει ιδιαίτερα και τους μηχανισμούς του πολιτικού λόγου, τον κατ’ εξοχήν παραγωγό της παπαρολογίας), η κυβέρνηση όταν μιλάει για βούληση να λάβει μέτρα, δηλ. ν’ αναλάβει δράση, καταφεύγει σε μία Β’ Τάξης Βούληση, δηλ «θέλει κάποιο πράγμα να είναι η βούλησή της». Κοντολογίς επιχειρηματολογεί ότι «επιθυμεί να θέλει να πάρει μέτρα», ή καλλίτερα ακόμη «θέλει να θέλει να πάρει αυτά τα μέτρα», κάτι που προϋποθέτει ελεύθερη βούληση, πράγμα που βέβαια έρχεται σε αντίθεση με την προειρημένη πρόθεση ν’ αποδεχθεί μία σκληρά αιτιοκρατική και αναπόφευκτη διαδρομή απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση αναλαμβάνει μία Ηθική Ευθύνη, είτε αποδεχόμενη πως είναι στις προθέσεις της η σκληρή πολιτική απέναντι στους εργαζομένους, είτε μοιρολατρικά τονίζοντας πως είναι αναγκασμένη να λάβει τούτα τα σκληρά μέτρα, υπό το κράτος της κατατρεγμού από τις αγορές και τους Ευρωπαίους.

Η τραγελαφική παρατήρηση του Γ. Παπανδρέου στους συγχυσμένους πλέον για το ποια είναι η πολιτική τους απόχρωση υπουργούς του ότι «τα μέτρα είναι έξω από την πολιτική μας», ηχεί σαν το ψέλλισμα του κατηγορουμένου για φόνο, τον οποίο διέπραξε επειδή κάποιος του είχε τοποθετήσει μία μηχανή ελέγχου στον εγκέφαλο και κατεύθυνε τις αποφάσεις και τις πράξεις του (όπως μας διδάσκει το παράδειγμα των Black και Jones του Frankfurt. Και βεβαίως, σύμφωνα με το περίφημο παράδειγμα, «συγχωρούμε μεν κάποιον για (εκείνο που έπραξε) εξαναγκασμένος, αλλά δεν τον συγχωρούμε γιατί δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά».

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.