Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017
η απορια των νεων μετρων κι η απορια για τα νεα μετρα

Η ΑΠΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΚΙ Η ΑΠΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ

του ΓΙΩΡΓΗ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΥ

Άπορον χρήμα δυστυχών δόμος, είναι η πικρή διαπίστωση που βάζει στο στόμα της Ηλέκτρας ο Ευριπίδης στην συνταρακτική του τραγωδία Ορέστης.

Όλα δύσκολα για το σπίτι που δυστυχεί θα μπορούσε να μεταφράσει σε σύγχρονες συντακτικογραμματικές συνθήκες ο καθένας τούτη τη φράση, καθώς η λέξη χρήμα αντιστοιχεί στον όρο πράγμα, και η απορία δεν αντιστοιχεί μόνον στην τρέχουσα σημασία του πτωχού, αλλά γενικώτερα σημαίνει την αδυναμία, την ανεπάρκεια. Στοχαζόμενοι τον αντίκτυπο και την ποιότητα της φύσης των μέτρων, που μόλις ανακοίνωσε η κυβέρνηση μπορούμε άνετα να αναλογισθούμε πως οι σημασίες των λέξεων, χρήμα και άπορος, και η ερμηνεία της ίδιας φράσης μπορεί να λειτουργήσουν τόσο με την παλαιώτερη έννοιά τους, όσο και με τη σημερινή.

Εάν το χρήμα ερμηνευθεί με τη σημερινή του έννοια, ως νομίσματος και ως κεφαλαίου ανταλλαγής, φορολογίας, δανεισμού, και το άπορος ως ατελέσφορος, αδύναμος, ανεπαρκής, η ίδια φράση μπορεί να διαβασθεί και ως ανεπαρκή τα χρήματα σε ένα δυστυχισμένο σπίτι. Η τωρινή κατάσταση της Ελλάδος κάλλιστα μπορεί να παρομοιασθεί μ’ έναν δυστυχέστατο οίκο, που όσα χρήματα και να μαζέψει, τούτα είναι ανεπαρκή και τα κυριώτερο δεν αυγατίζουν, για να τον βγάλουνε από τη δυστυχία του. Φευ, τα μέτρα της κυβέρνησης, βασισμένα στην ήκιστα καινοτόμα συνταγή της φορολογίας των ήδη δυστυχούντων μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, της περικοπής μισθών, κι όλων των λοιπών συμπαρομαρτούντων, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να διαιωνίζουν την απορία, τόσο ως ανεπάρκεια, όσο και ως αναρώτηση για το τι μέλλει γενέσθαι, διότι λόγω και της πρώτης σημασίας της λέξης απορία (αδυναμία, ατελέσφορο) η κατάσταση για τα μελλοντικά οικονομικά της χώρας δεν διαγράφεται ευοίωνη, αλλά μάλλον περισσότερος ζόφος αρχίζει να πυκνώνει πάνω από τη χώρα.

Η χώρα, τωόντι, μοιάζει με αυτόν τον ίδιο τον οίκο των Ατρειδών, καθώς δεινοπαθεί για μία «άτη», που της κληρονόμησαν οι παλαιώτεροι πρόγονοι. Σαν τον μυθικό Ατρέα, η πολιτική τάξη της χώρας μας πρόσφερε σε ανήκεστα δείπνα τις σάρκες του ίδιου τους του τέκνου, και όλοι μας, ποιος λιγότερο, ποιος περισσότερο, καννιβαλίσαμε πάνω του. Η βορά του εθνικού πλούτου, της παραγωγής, και τωςν κοινοτικών επιχορηγήσεων, είτε μέσω της διαφθοράς και της διασπάθισης, είτε με όργανο την υπερκατανάλωση, τη νωθρότητα και το βόλεμα, μας επισωρεύει σήμερα μία απορία, που μάλιστα τείνουμε μοιρολατρικά να την αποδεχθούμε κατεβάζοντας τα χέρια—όπως ο Ορέστης, που μετά τη μητροκτονία χώθηκε κάτω από τα στρώματα προσμένοντας μία λύτρωση εκ των άνω.

Στην ομώνυμη τραγωδία τονίζεται και η συγγένεια της μοίρας των Ατρειδών με αυτήν του Ταντάλου (που άλλωστε κι εκείνος παρόμοια Θυέστεια δείπνα έθηκε και τιμωρήθηκε). Και πράγματι η ελληνική οικονομία μοιάζει να κυλά την πέτρα του Ταντάλου (το χρόνιο έλλειμμά της) στην κορφή της πλαγιάς, αλλά παντοτινά εκείνη ξανακυλά στις υπώρειες και ο αιώνια καταδικασμένος οφείλει να την ξανασπρώξει προς τα πάνω για να ξαναρχίσει το μαρτύριο γι’ άλλη μια φορά.

Ανάλογη φοβούμαι πως θα είναι η τύχη των μέτρων και σε λίγους μήνες. Η οικονομική ασφυξία που υπόσχεται στα μεσαία στρώματα, που με την αποστράγγισή τους θα παρασύρουν στην απραξία και όλην την κοινωνία, θα οδηγήσουν το κράτος στην ίδια απορία (πόρων, παραγωγικών δυνάμεων, δυνατοτήτων ανάπτυξης). Παράλληλα, η επιβεβλημένη περιστολή των αμοιβών και η φοροθηρία δεν πρόκειται να μειώσουν τη διαφθορά` πολύ φοβούμαι πως τώρα που είναι όσο ποτέ άλλοτε επιβεβλημένη η συλλογή φόρων, η διαφθορά στους γνωστούς κλάδους θα γίνει ακόμη μεγαλύτερη προκειμένου να προσφέρουν διευκολύνσεις σε όσους έχουν τη δυνατότητα να φοροδιαφύγουν (και νομίμως με τη βούλα του κρατικού υπαλλήλου). Και δυστυχώς τα πενιχρά εισοδήματα των μισθωτών δεν αρκούν για να γιομίσει το καλάθι της φορολογίας.

Θυμούμαι προεκλογικά, συμμετείχα σε μία συγκέντρωση της νυν υπουργού Οικονομίας Λούκας Κατσέλη, η οποία μιλώντας είχε τονίσει πως δεν υπάρχει χρεία να συγκεντρωθούν τα (τότε) 2,7 δις με φορολογίες και περικοπές μισθών, παρά αρκεί να εισπραχθούν οι εισφορές και οι εκκρεμμούσες ρυθμίσεις στις εφορίες. Μέτρο έμφρον, που απαιτεί μία ελάσσονα προσπάθεια, η οποία πέντε μήνες μετά ούτε που έχει υλοποιηθεί, αγκαλά και παραμένει αναγκαία ιδίως τώρα. Μία προσπάθεια που θα κληθούν να τη φέρουν εις πέρας εκείνοι που καλούνται να μειώσουν τις μισθολογικές τους απαιτήσεις—τις οποίες φυσικά θα επιζητήσουν να καλύψουν αλλοιώτικα. Οι προεκλογικές υποσχέσεις δεν τηρούνται, στο μέτρο που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την επισφάλεια των τελευταίων μηνών και την ενίσχυση της κρατικής επάρκειας.

Θυμηδία μόνο προκαλεί και η ιδέα να δημιουργηθεί ένα ταμείο εθνικής φιλανθρωπίας. Άραγε ποιος θα συνεισφέρει σε τούτο το ταμείο για να σωθεί η πατρίδα; Με δεδομένο ότι οι μισθωτοί δεν θα σώνουν να πληρώνουν φόρους και να τα βγάζουν μόλις πέρα, μένει να συνεισφέρουν όσοι βγάζουν αρκετά χρήματα και είναι συνήθως εκείνοι που φοροδιαφεύγουν. Μα, δεν θα ήταν καλλίτερο (και φυσικά πιο επαρκές) να πλήρωναν τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές που τους αναλογούν, αντί να τη βγάζουν καθαρή με λίγα ψιχία στο εν λόγω ταμείο, κορδακιζόμενοι κιόλας πως θυσιάζονται για την πατρίδα; Τούτη η μισοκακόμοιρη προτροπή, πιότερο δολερή μου μοιάζει, παρά ουσιαστική, ως κοροϊδία προς όλους εκείνους που αφαιμάσσονται άθελά τους.

Και για να συνδέσουμε την πράξη με τον Ευρυπίδειο Ορέστη, μοιάζει η κυβέρνηση να καλεί όπως ο ήρωας της τραγωδίας:

Ες σε ελπίς ημή καταφυγάς έχει κακών.

Αλλ’ αθλίως πράσσουσιν ευτυχής μολών

Μετάδος φίλοισι σοίσι σης ευπραξίας,

Και μη μόνος το χρηστόν απολαβών έχε,

Αλλ’ αντιλάζου και πόνων εν τω μέρει,

Χάριτας πατρώας εκτίνων ες ούς σε δει.

Όνομα γαρ, έργον δ’ ουκ έχουσιν οι φίλοι

Οι η ‘πι ταίσι συμφοραίς όντες φίλοι.

 

(Η ελπίδα μου σε σένα έχει καταφύγει.

Αλλά συ που ευτυχής έχει έρθει μές στους δυστυχισμένους

Της ευτυχίας σου δώσε λιγο και στους φίλους

Και μην απολαμβάνεις μονάχος τα καλά

Αλλά να συμπάσχεις κομμάτι και στους πόνους σου

Ξεπληρώνοντας τις ευεργεσίες τους πατέρα μου σε όσους πρέπει

Γιατί κατ’ όνομα μονον κι όχι στην πράξη είναι φίλοι

Όσοι δεν είναι φίλοι και στις συμφορές)

Ωστόσο, η έκκληση ρηματική μόνον και καθαρά επικοινωνιακή αξία έχει. Σε τούτη την αναξιοπαθή κίνηση θα μπορούσε κάλλιστα να αντιταχθεί η γενναιότητα της διεκδίκησης των χρεωστουμένων στο κράτος, και όχι η επετεία της φιλοπατρίας.

*Εντούτοις, δεν θα πρέπει να είμαστε και άδικοι προς την κυβέρνηση. Θα πρέπει να κοιτάξουμε από κοντά και την δική της οπτική γωνία: προφανώς και γνωρίζει πως τα μέτρα θα προκαλέσουν ασφυξία στα μεσαία στρώματα, αλλά και αυτά είναι εν ολίγοις υπεύθυνα για την εμπορική και καταναλωτική απραξία. Ούτως, ή άλλως δεν ξόδευαν, ή εάν ξοδεύουν η συνεισφορά τους είναι σχετικώς μικρή. Είναι τα μεγάλα εισοδήματα εκείνα που στηρίζουν την κατανάλωση, οπότε ποια η χρεία να καταβυθίσουμε κι εκείνους που κερδίζουν; Είναι γεγονός ότι εκείνοι επενδύουν για να κτίσουν επαύλεις (εξασφαλίζοντας εργασία σε πολύ κόσμο στον κλάδο της οικοδομής), αγοράζουν ακριβά αυτοκίνητα διασφαλίζοντας θέσεις εργασίας στον τομέα), τα σπάνε στα μπουζούκια (συντηρώντας ένα ριπίδι εργαζομένων: από παρκαδόρους, μπουζουξήδες, σερβιτόρους, λουλουδούδες κλπ), συντηρούν τις τοπικές οικονομίες , πχ της Μυκόνου συν άλλους κλάδους εργαζομένων, μπάρμεν, ενοικιαστών ξαπλώστρας κλπ.

Παράλληλα κατανοώ την προσπάθεια της κυβέρνησης να πλήξει όλους εκείνους τους νωθρούς και περίσσιους υπαλλήλους του δημοσίου, που απολαμβάνουν τους τεράστιους μισθούς τους χωρίς να προσφέρουν τίποτε στο κράτος και τους πολίτες. Και είμαι βέβαιος πως θα σπεύσει να μειώσει τούτον τον τομέα από τους κηφήνες—ακόμη και εάν πρόκειται και για εκλεκτούς υπερασπιστές της από τη δημοσιογραφική κοινότητα –που στις πρωϊνές εκπομπές αντικαθιστούν τους υπουργούς και τους εκπροσώπους της—που ενώ εργάζονται σε πολλά μεγάλα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, σιτίζονται παράλληλα και από κρατικούς ενημερωτικούς οργανισμούς χωρίς να παράγουν για τον δημόσιο εργοδότη τους (καίτοι γενναιόδωρα ως και κρατικοί υπάλληλοι χαρίζουν τον 14ο μισθό τους).

Ίσως δεν θα πρέπει να λησμονούμε τη συνεισφορά κι αυτών των ανθρώπων σε τούτες τις δύσκολες ώρες της οικονομίας και να χειροκροτήσουμε τη σκέψη της κυβέρνησης: αφού στόχος κάθε χρηστής ηγεσίας είναι να ανυψώσει το επίπεδο όλων, στην περίπτωση που αυτό δεν καθίσταται δυνατό και μιάς που τα κατώτερα στρώματα θα καταβαραθρωθούν, που θα καταβαραθρωθούν, δεν θα πρέπει να κατεβάσουμε και το επίπεδο των ανώτερων , στρωμάτων, που τόσο γενναιόψυχα διαχέουν τα κέρδη τους φροντίζοντας για όλους τους λοιπούς αναξιοπαθούντες. Κι ας σταματήσουμε πλέον να τους ελεεινολογούμε διαρκώς, πάλι καλά που υπάρχουν κι αυτοί. Και η κυβέρνηση, προφανώς, το ξαίρει και το εκτιμά.

Διαβάστε στο ΑΠΕ τη συνέντευξη που παραχώρησε στον Γιωργή, ο γνωστός Ελληνιστής και εκδότης Νικόλα Κροτσέτι