του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΙΔΗ

Σε γενικές γραμμές οι πολίτες λένε «εντάξει» για τα νέα σκληρά και πρωτοφανή μέτρα που έπονται, προκειμένου να διασωθεί η ελληνική οικονομία. Χρόνια τώρα έχουν καταλάβει πως βαδίζουμε στραβά και πως δεν είναι ο γιαλός στραβός. Αντιδρούν όμως – και σωστά – όταν έρχεται ο λογαριασμός στο σπίτι. Όταν καλούνται ο καθένας ξεχωριστά να βάλει το χέρι στην τσέπη ή όταν κάποιος άλλος πάει να βάλει το χέρι στις τσέπες τους. Αλλά κι εκεί θα πουν «εντάξει» αν αυτό συμβεί αναλογικά και στους υπόλοιπους. Με απλά λόγια λένε «εντάξει» στη λήψη μέτρων υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι «δίκαια» και δεν θα πληρώσουν το μάρμαρο οι συνήθεις ύποπτοι.

Το πρώτο στοίχημα λοιπόν για την κυβέρνηση είναι να πείσει – όχι επικοινωνιακά, αλλά στην πράξη – πως θα κάνει το παν, προκειμένου να πληρώσουν όλοι. Αλλιώς, θα χάσει την πολιτική νομιμοποίηση που έχει σήμερα και θα καταρρεύσει. Το δεύτερο στοίχημα είναι να καταφέρει να θεραπεύσει το «μεγάλο ασθενή», δηλαδή το κράτος. Αλλιώς, θα χάσει την πολιτική αξιοπιστία της και θα καταρρεύσει. Συνέβη με τις κυβερνήσεις Καραμανλή και Σημίτη.

Το τρίτο στοίχημα για την κυβέρνηση είναι να δώσει αναπτυξιακή πνοή στη χώρα. Ανάπτυξη που δεν θα στηρίζεται, πλέον στην κατανάλωση (κατά κύριο λόγο γερμανικών προϊόντων…) και στα ευρωπαϊκά δανεικά, αλλά που θα προκύψει μέσα απ’ την ανασύσταση της παραγωγικής βάσης της χώρας, θα δημιουργήσει ή/και θα διασφαλίσει θέσεις εργασίας, θα δώσει τη δυνατότητα παραγωγής νέου, εθνικού, πλούτου.

Οι κυβερνήσεις Σημίτη πέτυχαν να δώσουν μια εικόνα ανάπτυξης κι ευημερίας. Ήταν όμως μια ανάπτυξη που προέκυπτε λόγω της κατανάλωσης των «δανεικών» (βλέπε επιδοτήσεων), αλλά και των «αποταμιεύσεων» των Ελλήνων που μέσω του χρηματιστηριακού οργίου μπήκαν στην «αγορά» για να φύγουν τελικά εκτός Ελλάδας προς άλλες θυρίδες, άλλων καταθετών…

Στις κυβερνήσεις Καραμανλή δεν έμειναν πολλά προς κατανάλωση. Τα «δανεικά» ερχόντουσαν με φειδώ και αποταμιεύσεις πλέον είχαν ελάχιστοι. Η αγορά άρχισε να στερεύει από ρευστό. Η εξάντληση και των τελευταίων ψηγμάτων ζωής του κράτους φάνταζε ως τη μόνη προσωρινή λύση, καθώς η άλλη, η μεταρρυθμιστική, απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια, κόπο, ικανότητες και το κυριότερο αποφασιστικότητα σύγκρουση με κατεστημένες λογικές που αναπόφευκτα δημιουργούν πολιτικό κόστος.

Κάπως έτσι, το «πελατειακό κράτος» εξάντλησε τις «κοινωνικές» του δυνατότητες με την πατέντα των «συμβασιούχων» και των επιδομάτων, ενώ τις ελάχιστες κρατικές δουλειές που απέμειναν τις έκανε αναγκαστικά ένα στενός κύκλος ημετέρων. Αναπόφευκτα, το κράτος, ως εργοδότης, κήρυξε πτώχευση. Και πλέον πρέπει να (ξανα)σταθεί στα πόδια του απ’ το μηδέν. Ή ακριβέστερα, μείον του μηδενός…

 

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.