Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017
επιστροφη κλεμμενων βυζαντινων τοιχογραφιων

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΛΕΜΜΕΝΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΩΝ

Σημαντικό πλήγμα κατά της αρχαιοκαπηλίας και της παράνομης διεθνούς διαμετακόμισης ελληνικών πολιτιστικών αγαθών σηματοδοτεί η σημερινή επιστροφή στην Ελλάδα πέντε σπανίων βυζαντινών τοιχογραφιών του 13ου και 16ου αιώνα μ.Χ. από την Ελβετία.

Οι εν λόγω τοιχογραφίες που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας είχαν κλαπεί τον Αύγουστο του 1978 από το βυζαντινό Ναό Παλαιοπαναγιάς Στενής Ευβοίας από Έλληνες αρχαιοκάπηλους, εξήχθησαν ακολούθως παράνομα στο εξωτερικό και εντοπίστηκαν το 2006 από τις ελληνικές αρχές (Τμήμα Αρχαιοκαπηλίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής) στην κατοχή γνωστού Ιταλού εμπόρου αρχαιοτήτων, σε γκαλερί που διατηρούσε από κοινού με τη Γερμανίδα σύζυγο του στην Βασιλεία της Ελβετίας.

Τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια μετά την κλοπή των σημαντικών αυτών μνημείων και συγκεκριμένα, χθες, οι πέντε τοιχογραφίες παραδόθηκαν από την Εισαγγελία Βασιλείας στο Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να επιστρέψουν ξανά στη χώρα και τον τόπο που ανήκουν. Τις τοιχογραφίες παρέλαβε για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου ο δικηγόρος Αθηνών και Ελβετίας Ηλίας Σ. Μπίσιας που εκπροσώπησε το Ελληνικό Δημόσιο και χειρίστηκε τη συγκεκριμένη υπόθεση ενώπιον των ελβετικών δικαστικών αρχών.

Οι τοιχογραφίες απεικονίζουν τον Άγιο Ερμόλαο, τον Άγιο Νικήτα, τον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο και τον Άγιο Νέστορα και αποτελούν μοναδικά άριστα δείγματα γραφής μίας συγκεκριμένης ζωγραφικής σχολής που ευδοκιμούσε κατά τον 13ο και 16ο αιώνα στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Οι συγκεκριμένες τοιχογραφίες αποτελούν σημείο αναφοράς σε διεθνείς και ελληνικές μελέτες, με σημαντικότερη εκείνη που συνέγραψε το 1971 ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ο οποίος στο βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών έργο του «Μεσαιωνικά Μνημεία Ευβοίας» περιέγραψε αναλυτικότατα τα εν λόγω βυζαντινά μνημεία.

Η εν λόγω μονογραφία του Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου συνέβαλε καθοριστικά στην ταυτοποίηση των τοιχογραφιών και την τεκμηρίωση ενώπιον των ελβετικών αρχών, προκειμένου να αποδειχθεί ότι οι συγκεκριμένες τοιχογραφίες προέρχονται από τον ελλαδικό χώρο και αποτελούν προστατευόμενα ελληνικά πολιτιστικά αγαθά.

Η δικαστική διαδικασία επαναπατρισμού των πέντε αυτών σημαντικών βυζαντινών μνημείων στην Ελλάδα διήρκησε περίπου 2 χρόνια. Οι ελληνικές δικαστικές αρχές άσκησαν ποινική δίωξη κατά του Ιταλού εμπόρου αρχαιοτήτων καθώς και κατά παντός άλλου υπευθύνου και ζήτησαν από τις ελβετικές αρχές με αίτημα δικαστικής συνδρομής τη κατάσχεση των πέντε τοιχογραφιών για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, επικαλούμενες καταδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία είχαν καταδικαστεί αμετάκλητα οi δράστες της κλοπής και κλεπταποδοχής των εν λόγω μνημείων.

Η υπόθεση ολοκληρώθηκε επιτυχώς για το Ελληνικό Δημόσιο με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από την Εισαγγελία της Βασιλείας το Δεκέμβριο του 2009, με την οποία διατάχτηκε η άνευ όρων οριστική επιστροφή των τοιχογραφιών στην Ελλάδα.