Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
ο φοβοσ των δικαστων

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

του ΠΑΣΧΟΥ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ 

Ποιος είπε ότι οι δικαστές δεν έχουν χιούμορ; Το καλύτερο ανέκδοτο διατυπώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) το οποίο θεώρησε αντισυνταγματική την παρεμβολή της Βουλής στην επιλογή των προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Στη γνωμοδότηση της πλειοψηφίας αναφέρεται ως λόγος απόρριψης της νομοθετικής πρότασης ότι οι ακροάσεις των υποψηφίων στη Βουλή «ενέχουν τον κίνδυνο μείωσης του κύρους των δικαστικών λειτουργών».

Αν αυτό δεν είναι ανέκδοτο, τότε τα πράγματα είναι χειρότερα. Δείχνει ότι το αυτό δικαστήριο δεν κατανοεί πως το κύρος των δικαστικών λειτουργών έχριζε προστασίας. Τώρα βρίσκεται στο ναδίρ, ακριβώς επειδή υπάρχει ο ομφάλιος λώρος της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με την εκάστοτε κυβέρνηση. Αυτή δε η γνωμοδότηση του ΣτΕ πλήττει αυτό το κύρος ακόμη περισσότερο.

Η χώρα στροβιλίζεται τα τελευταία χρόνια στη δίνη μεγάλων σκανδάλων. Σ’ αυτά μπλέχτηκε πολλάκις και η δικαιοσύνη. Υπήρξαν πολλές αποφάσεις που ήταν -ή έστω έμοιαζαν- χειραγωγημένες από την εκτελεστική εξουσία. Ο διορισμός της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από μόνος του υπονομεύει το κύρος των δικαστικών λειτουργών. Ποια απόφαση του προέδρου ή του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για πράξη υπουργού δεν θα αμφισβητηθεί, αφού αυτός έχει διοριστεί από αυτόν τον υπουργό;

Το υπάρχον σύστημα επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων δημιουργεί το έδαφος για την ατιμωρησία των πολιτικών. Γράφαμε και παλιότερα ότι έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται πως και οι υπουργοί πρέπει να λογοδοτούν στον φυσικό τους δικαστή. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: Σε ποιον δικαστή; Σ’ αυτόν που διορίζεται από την κυβέρνηση; Ποιος πολίτης ή/και πολιτικός θα πεισθεί ότι δεν υπάρχουν αλλότριες στοχεύσεις; Πώς θα αιτιολογηθεί η παραπομπή στελεχών προηγούμενων κυβερνήσεων χωρίς να υπάρχουν οι σκιές περί πολιτικής αντεκδίκησης;

Τώρα η κυβέρνηση κάνει ένα μικρό βήμα για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Με σχέδιο νόμου προβλέπεται ότι όταν πρόκειται να επιλεγούν οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων οι υποψήφιοι θα περνούν από τη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής. Αυτή θα εκφράσει θετική γνώμη για τους τρεις από τους έξι υποψηφίους. Η διάσκεψη των προέδρων θα εκφράζει τη γνώμη της ομόφωνα ή με πλειοψηφία τουλάχιστον των 4/5 των μελών της, δηλαδή με ευρύτερη συναίνεση της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Στη συνέχεια, το υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της διάσκεψης των προέδρων της Βουλής.

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τη διαδικασία, αλλά το ΣτΕ προτίμησε νομικούς ακροβατισμούς περί αντισυνταγματικότητας και «κύρους των δικαστών». Κι αυτό διότι οι Ελληνες δικαστές δεν έχουν συνηθίσει τον έλεγχο από μια ακροαματική διαδικασία επιλογής. Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς συναδέλφους τους προτιμούν την αδιαφανή επιλογή από την εκάστοτε κυβέρνηση, άσχετα αν η ζωή απέδειξε ότι αυτή η επιλογή πλήττει το κύρος της δικαιοσύνης. Εξάλλου η ενδελεχής εξέταση από την αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας των δικαστών στις ΗΠΑ δεν μειώνει το κύρος των δικαστών. Το ενισχύει. Το κύρος των δικαστηρίων δεν χτίζεται διά των αδιαφανών διορισμών. Χτίζεται από τις αποφάσεις τους και από το γεγονός ότι ουδείς μπορεί να υπονοήσει συναλλαγή της εκτελεστικής εξουσίας με τη δικαστική.

Το άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη δημοσιεύεται στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»|