Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017
η σειρα των συντηρητικων διανοουμενων: η περιπτωση αϋν ραντ

Η ΣΕΙΡΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΩΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΫΝ ΡΑΝΤ

του ΓΙΩΡΓΗ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΥ

«Όταν ένας άνθρωπος, μία εταιρική επιχείρηση, ή ακόμη μία ολάκερη κοινωνία βρίσκεται στο χείλος της χρεωκοπίας, δύο είναι οι δρόμοι που οι εμπλεκόμενοι δύνανται ν’ ακολουθήσουν: είτε να αποστρέψουν το βλέμμα από την πραγματικότητα της κατάστασής τους και να δράσουν με μία παράφρονα, τυφλή, στιγμιαία σκοπιμότητα—δίχως να τολμούν να κοιτάξουν μπροστά, θέλοντας να μη βρεθεί κανείς να τους πει την αλήθεια αφ’ ενός, αφ’ ετέρου όμως να ελπίζουνε απέλπιδα ότι κάτι, κάπως, θα τους σώσει—είτε μπορούν ν’ αναγνωρίσουν την κατάσταση, να ελέγξουν τις δυνατότητές τους, ν’ ανακαλύψουν τα κρυμμένα τους αποθέματα και ν’ αρχίσουν την ανοικοδόμηση. Η Αμερική, στην παρούσα φάση, ακολουθεί την πρώτη οδό. Ο ζόφος, ο πολυκαιρινός κυνισμός, η ασαφής ως προς τις προθέσεις της φρονιμάδα, η ένοχη εφεκτικότητα των δημοσίων ρητόρων μας υπενθυμίζουν τη στάση των αυλικών στην ‘Καινούργια Στολή του Αυτοκράτορα’, οι οποίοι υπερέβαλλαν στον θαυμασμό τους για την ανύπαρκτη φορεσιά του Αυτοκράτορα, έχοντας υιοθετήσει την παραδοχή ότι όποιος δεν κατόρθωνε να τα συλλάβει οπτικά ήταν λόγω της ψυχικής του φαυλότητας. Επιτρέψτε μου να γίνω το παιδί του μύθου και να βροντοφωνάξω πως ο Αυτοκράτορας είναι γυμνός—ή ότι η Αμερική είναι πολιτιστικά χρεωκοπημένη».

Τούτα τα λόγια, όχι, δεν έχουν γραφεί πρόσφατα: είναι οι πρώτες παράγραφοι από το έργο της Άϋν Ράντ  «Για τον Νέο Διανοούμενο» του 1961 και η απόσταση που μας χωρίζει από τούτες τις γραμμές αγκαλά και πλησιάζει τον μισό αιώνα, το νόημά τους όμως λίγο διαφέρει από τις συχνές κριτικές αναλύσεις, που μ’ αφορμή την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση και την πολιτική κατιούσα στην οποία οδήγησε η διακυβέρνηση του Τζορτζ Μπους, γράφονται αναφορικά με την εκτεταμένη αναξιοπιστία της Αμερικής και του μοντέλου που έχει επιβάλλει οικουμενικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και ιδίως τώρα, που μοιάζουν να διαψεύδονται και οι ελπίδες που είχε εναποθέσει ο κόσμος ολάκερος στο πρόσωπο του Μπαράκ Ομπάμα, οι παρατηρήσεις της Άϋν Ράντ—μίας υπερσυντηρητικής διανοούμενης και συγγραφέως—ξανακερδίζουν δημοτικότητα, με τις ρεπουμπλικανικές ιστοσελίδες να ανασύρουν και να αναρτούν συχνά –πυκνά αφορισμούς της, τους οποίους προσαρμόζουν στις πολιτικές ανάγκες της εποχής: άλλωστε και η ίδια η Ράντ σ’ όλο το μάκρος του ξεχωριστού της βίου στράφηκε ενάντια σε όλα τα σημερινά ιδεώδη, που ενσαρκώνουν τη σημασία του κοινωνικού κράτους και σημαία του τα έκανε ο Ομπάμα στον δρόμο προς τον Λευκό Οίκο. Η παρούσα ιδεολογική πενία των Ρεπουμπλικανών, στο πρόσωπο της Ραντ βρίσκει έναν εύγλωττο πρόμαχο και η ανασκαφή του έργου της μοιάζει να γεμίζει το ρητορικό κενό που πρέπει η ηττημένη παράταξη να προτάξει στις μεγάλες προσδοκίες που δημιούργησε η εκλογή του πρώτου μαύρου προέδρου.

Η τύχη των διανοουμένων είναι στενά συνυφασμένη με τις εποχές: η επιτυχία, η διάρκειά τους, ο αντίκτυπος που έχουν οι ιδέες τους, η επικαιρότητα των απόψεών τους, όλα τούτα εξαρτώνται από τα γυρίσματα του καιρού, τα οποία μέσα από τις αλλαγές που επιβάλλουν ωθούν τα ανθρώπινα υποκείμενα να ταυτίζονται, ή να απωθούν τις εκάστοτε απόψεις. Η μεγάλη οικονομική κρίση έγινε υπεύθυνη για τέτοιες παλινορθώσεις, αποκαταστάσεις, εξοστρακισμούς και εξορκισμούς. Αίφνης, το 2008, επετειακό έτος του Τζ. Μ. Κέινς, οι ιδέες του επέστρεψαν στην επικαιρότητα—όταν το προηγούμενο διάστημα του άκρατου φιλελευθερισμού φαινόταν πως είχε επικρατήσει τελειωτικά ο ιδεολογικός του αντίπαλος Φ. Α.Φον Χάγιεκ: που με τη σειρά του είχε ανασυρθεί από τη λήθη που τον είχαν καταδικάσει οι κοινωνικές διεκδικήσεις ίσαμε την ανατολή του Θατσερισμού.

Σήμερα, η ρεπουμπλικανική αντίδραση στην κεϋνσιανική, φιλοκρατιστική και φιλοκοινωνική ρητορεία της κυβέρνησης Ομπάμα—και πιότερο στην ουσιαστική αποτυχία της στο πρακτικό επίπεδο—βρίσκει κάρπιμα επιχειρήματα και ιδεολογικές βακτηρίες στο έργο μίας ιδιόμορφης μυθιστοριογράφου και διανοούμενης, της ρωσικής καταγωγής Άϋν Ραντ. Αμφιλεγόμενη μορφή των αμερικανικών γραμμάτων, η Ράντ, γεννημένη το 1905 στην Αγία Πετρούπολη και από το ’26 ίσαμε τον θάνατό της το 1982 αμερικανίδα πολίτης, είχε κατακτήσει την επιτυχία χάρις στα μυθιστορήματά της Fountainhead (1943) και ιδίως το Atlas shrugged  (1957), ή στα δοκίμιά της όπως «Εισαγωγή στην Αντικειμενική Επιστημολογία» (1967), «Η Αρετή του Εγωϊσμού» (1964) και ιδίως στο «Για τον Νέο Διανοούμενο» (1961) στα οποία ενστάλαζε τη λυσσαλέα αντίθεσή της στην όποια μορφή κρατικής παρέμβασης στη ζωή και στη δραστηριότητα του ανθρώπου και στην ηθικολογία του αδύναμου, που χαλιναγωγεί την ελεύθερη ανάπτυξη του ρωμαλέου και σφριγηλού πνεύματος. Η νέα απήχηση που έχει η Ραντ στους νέους συντηρητικούς κύκλους είναι τόσο εκτεταμένη, που πρόσφατα οι Τάιμς της Νέας Υόρκης αναφέρθηκαν στο φαινόμενο της «Βεντέτας της Άϋν Ραντ».

Η Ραντ, που αυτοαποκαλείτο «ριζοσπάστρια για τον καπιταλισμό» διαπρύσια στηλίτευε τις μυστικιστικές, φιλάνθρωπες και ιδεαλιστικές τάσεις των ανθρώπων, τον αλτρουϊσμό, την κοινοκτημοσύνη, και τα κατ’ αυτήν νοσηρά αποτελέσματά τους για την ελεύθερη προσωπικότητα, τον μηδενισμό και τον κρατισμό αντέτασσε μία δική της, νιτσεϊκής και υπερ-ωφελιμιστικής έμπνευσης, φιλοσοφία, την οποία η ίδια αποκαλούσε «αντικειμενισμό». Θεμέλιο για τη φιλοσοφία της είναι η ύπαρξη μίας «αντικεμενικής πραγματικότητας» και των «μοναδικών ατόμων» ` δεδομένα τούτα αδιάψευστα, που αντικρούουν αναντίρρητα την ιδεαλιστική διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη λογική. Όπως τονίζει στον Νέο Διανοούμενό της (Signet Book Ed., N.Y, 1963, σελ 37), η μεγάλη αποτυχία των φιλοσόφων (που η ίδια καταγγέλλει ότι ουδέποτε απομακρύνθηκαν από τον Μεσαίωνα (σελ 35) κι ούτε απέταξαν τη σκέψη του Τσαρλατάνου )υπήρξε η αδυναμία τους να θεμελιώσουν μία λογική κοινωνία με γνώμονα μία λογική ηθική.

Και καθώς η σχέση ανάμεσα στην ηθική και τη Λογική είναι αμοιβαία, το «καλό» δεν προκύπτει από κάποια υπερφυσική αρχή, ή τον αλτρουϊσμό των ιδεαλιστών ‘τσαρλατάνων’ όπως ο Καντ, ο Χέγκελ, ή ο Μάρξ, αλλά θα πρέπει να αναγνωρίζεται στα πεπραγμένα που επιτρέπουν την ύπαρξη στο άτομο, ενώ το «κακό» είναι απεναντίας ότι καταστρέφει αυτή τη δυνατότητα. Συνεπώς, το μόνο θεμιτό στο άτομο είναι ο «λογικός εγωϊσμός». Στον ωφελιμισμό της Ραντ, η φροντίδα του κάθε ατόμου για την προσωπική του επιτυχία αποτελεί ηθική επιταγή για τον καθένα. Το πολιτικό σύστημα που υπηρετεί μία τέτοια προσωποπαγή τάση, οφείλει να διαφυλάσσει την ελευθερία και το δικαίωμα του ατόμου να ευημερεί κατά την προσωπική του δύναμη, και το οικονομικό πλαίσιο που αντιστοιχεί σε κάτι τέτοιο είναι ο καπιταλισμός: μία κοινωνία χωρίς αφεντικά και δούλους, αλλά συναλλασσόμενα άτομα, που εάν επιλέγουν βολονταριστικά να συνεργασθούν ο τελικός τους στόχος είναι η δική τους ωφέλεια.

«Ο Νέος Διανοούμενος», γράφει η Ραντ (σ. 51) «θα είναι ο άνθρωπος που ζει έως το απόλυτο νόημα αυτού του όρου: ένας άνθρωπος που θα καθοδηγείται από τη διάνοιά του (intellect)—κι όχι ένα ζόμπι καθοδηγούμενο από τα αισθήματά του, τα ένστικτα, τα ορμέμφυτά του, τις επιθυμίες, τις παραξενιές, ή τις αποκαλύψεις. Καταλύοντας την δεσποτεία του Αττίλα και του Τσαρλατάνου, θα καταρρίψει τη βασική υπόθεση που καθιστούσε δυνατό κάτι τέτοιο: τη διχοτομία ψυχής-σώματος. Θα καταρρίψει τις άλογες συγκρούσεις και τις αντιφάσεις, όπως : νούς κατά καρδιάς, σκέψη κατά πράξης, πραγματικότητα κατά επιθυμίας, πρακτικό κατά ηθικού. Θα είναι ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, το οποίον: ένας στοχαστής που θα είναι άνθρωπος της δράσης. Θα γνωρίζει πως το εννοιολογικό επίπεδο της ψυχο-επιστημολογίας—το βουλησιαρχικό επίπεδο του Λόγου και της σκέψης—αποτελεί τη βασική αναγκαιότητα για την επιβίωση του ανθρώπου κι η μέγιστη ηθική του αξία. Θα γνωρίζει πως οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από τη φιλοσοφία για τον σκοπό της ζωής τους πάνω στη γή».

Για την Ραντ, τα άτομα είναι κατ’ εξοχήν φορείς του ωφελιμιστικού πνεύματος, όπως αυτό περιγράφεται στην πιο άκρατη μορφή του–ακόμη και πέρα από τον πατέρα των κύριων μορφών του κινήματος που εκφράζονται ως τις μέρες μας John Stuart Mill, που αναγνώριζε στο κράτος αν όχι την παρεμβατική δυνατότητα, τουλάχιστον τη νομιμότητα της διάθεσης ν’ απλώσει τον προστατευτικό μανδύα του πάνω από τους αδυνάτους, και την εξουσία ν’ απαλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία από τις τρεις βασικές αιτίας της δυστυχίας της: την πενία, τις ασθένειες και την άγνοια. Αντιθέτως, η θεωρητική σκοπιά της Ραντ εμφορείται από την αντίληψη της αξίας του προσώπου υπό το πρίσμα της, κερδαλέας ακόμη-ακόμη, χρησιμότητας και της άκαμπτης σταθερότητας των συναισθημάτων, οποία κίνητρο μοναχό τους έχουν την πραγμάτωση του απώτερου σκοπού.

Οι πρωταγωνιστές στα μυθιστορήματα της Ραντ  (από τον Χάουαρντ Ρόαρκ του Faountainhead, τον Τζον Γκαλτ και τον Χανκ Ρίρντεν του Atlas Shrugged) είναι εκφραστές του εντελώς ντετερμινιστικού ωφελιμισμού, του οποίου μία καρικατούρα είχε σκιαγραφήσει ο Ντίκενς στο πρόσωπο του Γκραντγριντ στους «Δύσκολους Καιρούς» του. Οι φιλιππικοί του Ρόαρκ και του Ρίρντεν—και οποία σύμπτωση, πάντοτε στις δίκες τους εναντίον των ισοπεδωτικών και φαύλων αντιπάλων τους που πιστεύουν στην κοινοκτημοσύνη, την κολεκτιβοποίηση της εργασίας, τα κοινωνικά έργα—αποτελούν αίνους στην αποτελεσματικότητα της εγωϊστικής πράξης, που είναι ταγμένη στην ικανοποίηση του τέλους/σκοπού και όχι στην ποταπή κι εφήμερη μαχλοσύνη των καθ’ηδονής ωφελειών. Η ρητορεία τους είναι γίνεται πάντοτε από τη σκοπιά του ‘δημιουργού’ , του οποίου «το όραμα, η ρώμη, το θάρρος προέρχονται από το ίδιο του το πνεύμα. Κι ορισμένως το πνεύμα του ανθρώπου είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Αυτή η οντότητα που αποτελεί τη συνείδησή του. Η σκέψη, τα αισθήματα, η κρίση, η δράση είναι λειτουργίες του εγώ». Όπως τόνιζε και ο J. S. Mill (Principles, 678, 679), του οποίου ηχώ θαρρούμε πως είναι ορισμένα εδάφια στο έργο της Ραντ, “η προστασία κατά της δεξιότητας υποθάλπει την οκνηρία και την πνευματική απραξία: αποτρέπει την αναγκαιότητα να είμαστε τόσο ενεργοί και ξυπνοί, όσο οι υπόλοιποι».

Απαλλαγμένα από κάθε συναισθηματοκρατισμό (emotionalism) στην εξάσκηση της ηθικής λειτουργίας, τα ωφελιμιστικά υποκείμενα της Ραντ, σκοπεύουν την ευτυχία τους μετρώντας την με το ζύγι της αποτελεσματικότητας (compatibility), απαλλαγμένα από κάθε νοητικές καταστάσεις κι αισθήματα που δεν είναι αντικειμενοποιημένα, όπως θα επεσήμαινε επικριτικά και η Μ. Nussbaum στο Poetic Justice (Beacon Press, Boston, 1995). Είναι βέβαιον πως οι ωφελιμιστές απορρίπτουν τον συναισθηματισμό της κανονιστικής ηθικής, που θεωρούν ότι ισοπεδώνει, αντί να εξισώνει –άλλη κατακριτέα λέξη—τους ανθρώπους και καταδικάζουν την αριστοτελική ακρασία της αδύναμης βούλησης. 

«Η έγνοια του δημιουργού είναι η κατάκτηση της φύσης. Του παράσιτου η έγνοια είναι η κατάκτηση των ανθρώπων», τονίζει η Ραντ (διά στόματος Ρόαρκ στον Fountainhead), υπογραμμίζοντας πως «ο δημιουργός ζει για το έργο του. Δεν χρειάζεται άλλους γύρω του. Ο πρωταρχικός σκοπός του είναι ριζωμένος μέσα στον ίδιο. Το παράσιτο ζει μια δανεική ζωή. Χρειάζεται τους άλλους. Οι άλλοι γίνονται το πρωταρχικό του κίνητρο». Μαζί με τον Mill και τους συν αυτώ καταδικάζει την αντίληψη της ευδαιμονίας με όρους αποκλειστικά καθ’ ηδονήν ευτυχίας.  Όπως έχει ορισθεί από τις απαρχές του ωφελιμισμού (Μπένταμ, Μιλ) ο άνθρωπος μπορεί να έχει κληρονομήσει τα έργα και τις πεποιθήσεις των προγενεστέρων γενεών, αλλά δύναται βουλησιαρχικά και νοησιοκρατικά να μεταβάλει την πραγματικότητά του, αλλάζοντας τα δεδομένα και τις αξίες προοδευτικά, όπως «από το κάρο φτιάχνουμε αυτοκίνητο». Ο ίδιος ο Mill ώριζε την ωφελιμότητα ως έννοια «θεμελιωμένη στα συμφέροντα του ανθρώπου ως όντος της προόδου».

Η πίστη του ωφελιμιστή ανθρώπου συνοψίζεται στα θεωρητικά πρότυπα, που κατά κύριο λόγο είναι κοινά σε όλη την αντίληψη των υποστηρικτών αυτής της άποψης: πρώτον, την προσμετρησιμότητα (conmensurability), που αποτελεί την έλλογη επιλογή των σημαινόντων για την συνείδησή μας και τη ζωή μας αντικειμένων μέσω μίας μοναδικής κι ενιαίας κλίμακας,  εν άλλαις λέξεσι μίας μονιστικής θεωρίας για την αξία, που αναδεικνύει μόνον ποσοτικά και όχι ποιοτικά/διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά. Με τη μονιστική θεωρία της αξίας που προάγεται από τον ωφελιμισμό, στην ουσία δεν καταργείται, αλλά απεναντίας γίνεται αποδεκτή στο έπακρο, η διχοτομία αξίας/ δεδομένου, καθώς μονομερώς ταυτίζεται η αξία με την επιλογή, που αναφέρεται σε μία μεταφυσική, ούτως ειπείν, αντίληψη της βούλησης (ακόμη και νιτσεϊκά ) ως προοπτικού επιχειρήματος για τη νομιμοποίηση της πράξης, αντίθετα με την εμπειρική αναγκαιότητα και πραγματικότητα. 

Όπως πολύ σωστά τονίζει ο Hilary Putnam (The Collapse of the Fact/Value Dichotomy, Harvard, 2002), μέσα από τούτην την παραβίαση της επικοινωνιακής πράξης στα πλαίσια της απόρριψης μίας κανονιστικής αρχής της ‘αλήθειας’ που βασίζεται στον ‘εγωτιστικό διαφωτισμό’ της Ραντ, οδηγεί στην χειραγώγηση των άλλων, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ειλικρίνειας, της αληθοφάνειας, και του εκφράζειν εκείνο που πιστεύουμε πως είναι λογικά εγγυημένο, όπως πράττουν σε κάθε περίπτωση οι ήρωες της Ραντ (και ο Γκραντγκριντ του Ντίκενς). Κατά δεύτερον, το ωφελιμιστικό πνεύμα  εμπιστεύεται την προσθετική πρόοδο, που εξασφαλίζεται μέσα από την κοινωνική σύνθεση των ιδιωτικών βίων, «χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα όρια που χωρίζουν αυτές τις ζωές ως ιδιαίτερης σημασίας για τους λόγους της εκλογής» (Nussbaum, σ. 40).

Τούτες οι δύο πρώτες αρχές έχουν φυσικό επακόλουθο την πίστη στην αρχή της μεγιστοποίησης, η οποία προτάσσει την χρήση της λογικής, τόσο σε προσωπικο, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, για την απόκτηση του μέγιστου δυνατού απ΄ ο,τιδήποτε. Μέσα σε τούτο το πλαίσιο, τέλος, ο ωφελιμισμός αποφαίνεται πως οι προτιμήσεις των ανθρώπων είναι εξωγενείς, αποτελούν την πρώτη ύλη για το πλάσιμο της προσωπικής επιλογής, και από οικονομικής πλευράς αποτελούν κάτι το ‘δεδομένο’, χωρίς ωστόσο να είναι αποκλειστικώς αποτέλεσμα μίας κοινωνικής επιλογής. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, ο ωφελιμισμός ανάγει τις ποιοτικές διαφορές σε ποσοτικές, όπου απλώς υπάρχουν κλίμακες προσωπικής υπόστασης, οι οποίες είναι μετρήσιμες, γιατί αναφέρονται σε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που υπακούουν στην νομοτέλεια της επιτυχίας του ανθρώπινου σκοπού πάνω στην πλάση. Η αποτυχία, ή επιτυχία της αποστολής του καθενός, συνιστά το με μετρήσιμο μέγεθος της αξίας του.

Στο έργο της Ραντ (όπως στο Atlas Shrugged, όπου περιγράφεται μία ‘αντίστροφη’ απεργία, των παραγωγικών, φιλελεύθερων, τομέων κατά των γραφειοκρατών και εκσοβιετισμένων κρατιστών, με την περίφημη απολογία του πρωταγωνιστή Τζον Γκαλτ), αντανακλάται διάχυτα όλο το θεωρητικό υπόβαθρο της κυρίαρχης αμερικανικής αντίληψης για την ελευθερία του ατόμου, που ταυτίζεται με τον (σχεδόν αμοραλιστικό) ωφελιμισμό και τον απαραβίαστο (από τους άλλους και το κράτος) απομονωτισμό: τη λογική του αποίκου, που περιφράσσει την έκτασή του και δεν επιτρέπει την είσοδο σε κανέναν, αφιερώνοντας τη ζωή του στο σόδιασμα του πλούτου και στη μη απόδοση κανενός λογαριασμού. Ενός απομονωτισμού που καθαγιάσθηκε κατά την ιστορική πορεία του αμερικανικού έθνους—όσο που ο μεγάλος απολογητής του Φρανκ Χόντοροφ να γράφει το 1962 πως «ο απομονωτισμός δεν είναι πολιτική στρατηγική, αλλά φυσική στάση του ατόμου». Και μη λησμονούμε πως ένας ακραίος εκφραστής του υπήρξε—και θα ήταν εάν δεν άλλαζε τον ρου της ιστορίας η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου—και ο αλήστου μνήμης Τζορτζ Μπους.