Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017
ΣΤΑΘΗΣ ΦΑΚΙΟΛΑΣ

ΣΤΑΘΗΣ ΦΑΚΙΟΛΑΣ

Ο Στάθης είναι διεθνολόγος. Γεννήθηκε στη Μόσχα το 1971, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα.

Έχει τίτλους σπουδών στις Διεθνείς Σχέσεις και τις Στρατηγικές Σπουδές από τα Πανεπιστήμια του Παντείου, του Lancaster, του LSE, κ.α. και διδακτορικό από το Department of War Studies, King’s College London. Σπούδασε και έκανε έρευνα με την οικονομική υποστήριξη διαφόρων φορέων, όπως για παράδειγμα των ΙΚΥ, Ωνάση, ΝΑΤΟ, MacArthur, DAAD, ΕΠΕΑΕΚ-Πυθαγόρας ΙΙ.

Από το 2002 εργάζονταν στην Υποδ/νση Στρατηγικού Σχεδιασμού της ATEbank και από το 2007 έως ότου γίνει λέκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πελοπονήσσου.

Μελέτες του έχουν φιλοξενηθεί σε ελληνικά και αγγλόγλωσσα επιστημονικά περιοδικά.

Είναι παντρεμένος με την Ειρήνη Τσουκαλά με την οποία έχουν δύο παιδιά, τον Αναστάση και τον Κωνσταντίνο-Μάριο.
ΣΤΑΘΗΣ ΦΑΚΙΟΛΑΣ
το τελοσ τησ ηγεμονιασ των ηπα

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΗΠΑ

Το καλοκαίρι του 2007, οι ΗΠΑ κλονίστηκαν από την κατάρρευση της αγοράς των επισφαλών ενυπόθηκων δανείων της στεγαστικής πίστης. Οι αρνητικές επιπτώσεις της κατάρρευσης αποδείχθηκαν πολύ μεγαλύτερης και σοβαρότερης έντασης, διάρκειας και έκτασης από ότι είχαν αρχικά εκτιμηθεί. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, οι κλυδωνισμοί στην αμερικανική χρηματοπιστωτική αγορά εξαπλώθηκαν ταχύτατα προκαλώντας έντονη αναταραχή, με συχνές οξύτατες εξάρσεις, στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Το Σεπτέμβριο του 2008, η πτώχευση της LehmanBrothers σηματοδότησε όχι απλώς την κορύφωση αλλά και τη μετεξέλιξη της διεθνούς αυτής αναταραχής σε παγκόσμια οικονομική κρίση που δημιουργεί πλέον συνθήκες βαθειάς ύφεσης.

Σε αυτό το ραγδαία επιδεινούμενο διεθνές περιβάλλον, πολλοί είναι οι ιθύνοντες και οι ειδήμονες της διεθνούς πολιτικής και οικονομίας που συγκλίνουν στη γνώμη ότι η μεταψυχροπολεμική εποχή της ‘αυτοκρατορικής’ ή ηγεμονικής κυριαρχίας των ΗΠΑ έληξε οριστικά. Κατά τραγική ειρωνεία, η παγκόσμια οικονομική κρίση που από μια άλλη οπτική θα μπορούσε να ειδωθεί ως πιστοποίηση της παγκοσμιοποίησης και της καθοριστικής επιρροής των ΗΠΑ στη μορφοποίηση και την ποδηγέτησή της, στην ουσία συμβολίζει τη μετάβαση στο μετά-αμερικανικό Κόσμο. Το γεγονός ότι οι περισσότεροι αμερικανικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και οι περίφημοι γίγαντες της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης και βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, σε συνδυασμό με την εμφανή αδυναμία της Ουάσινγκτον να επιβάλει τη θέλησή της στη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και την Άπω Ανατολή υποδηλώνει ότι η μόνο-πολική παντοδυναμία των ΗΠΑ παραχωρεί, αν δεν έχει ήδη παραχωρήσει, τη θέση της σε μια πόλυ-πολική διεθνής πραγματικότητα.

Η παγκόσμια πολιτική, οικονομική, στρατιωτική και πολιτιστική ισχύς των ΗΠΑ εξασθενεί και διαχέεται ή μετατοπίζεται σε άλλα κράτη και περιοχές της υφηλίου. Με αυτόν τον τρόπο, ‘προαποφασισμένες’ ή ‘τυφλές μηχανιστικές δυνάμεις’ της ιστορίας που πηγάζουν από την αέναη διαδικασία της άνισης ανάπτυξης και τις αντιφάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, κυοφορούν την αποκαθήλωση των Αμερικανών από την αδιαφιλονίκητη πρωτοκαθεδρία τους στη δομή του διεθνούς συστήματος. Από τη στιγμή που αυτή η ανατροπή είναι τετελεσμένη, οι συστημικές πιέσεις θα επιβάλουν τη δική τους περιοριστική λογική και θα αναγκάσουν την αμερικανική πολιτική ηγεσία σε αναδίπλωση και αλλαγή πλεύσης στη διεθνή συμπεριφορά της. Συνεπώς, η αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι αναπόδραστα προορισμένη να διαμορφωθεί από αυτήν την εξέλιξη. Είναι άραγε έτσι τα πράγματα;

Άλλοι υψηλά ιστάμενοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, αναλυτές, δημοσιογράφοι και διανοητές διατείνονται ότι είναι η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στο Λευκό Οίκο που σηματοδοτεί την απαρχή μεγάλων θετικών αλλαγών στις διεθνείς επιλογές των ΗΠΑ. Η προσωπικότητα του Ομπάμα και οι ιδέες που κομίζει η νέα Προεδρία θα αφήσουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Το αξιοπερίεργο είναι ότι οι περισσότεροι από τους υποστηρικτές αυτής της θεώρησης προδικάζουν ότι οι πρωτοβουλίες και οι κινήσεις που έχει αναλάβει και θα αναλάβει ο Ομπάμα αποβλέπουν όχι στην προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων και την επιβεβαίωση της αμερικανικής παντοκρατορίας αλλά στην ομαλή ολοκλήρωση της μετάβασης στο μετά-αμερικανικό Κόσμο. Αλλά σε κάθε περίπτωση, είναι οι εκτελεστικές εξουσίες τις οποίες διαθέτει ένα άτομο που καταλαμβάνει το θώκο του αμερικανού Προέδρου τόσο ισχυρές και οι αποφάσεις που λαμβάνει μέσω του θεσμικού ρόλου που επιτελεί τόσο αυτόνομες, ώστε να είναι σε θέση να χειραγωγούν και να καθορίζουν αναπότρεπτα το ιστορικό γίγνεσθαι της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής;

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος θα απαντούσε υιοθετώντας μια τρίτη, πιο σύνθετη άποψη. Αν και το εθνικό συμφέρον παραμένει ο κεντρικός άξονας που διαρθρώνει την αμερικανική εξωτερική πολιτική στο πλαίσιο του διεθνούς συσχετισμού ισχύος, η εμπειρία δείχνει ότι δεν διαμορφώνεται «ο χώρος αυτός της δημόσιας πολιτικής χωρίς την ταυτόχρονη ύπαρξη ενδοπολιτικών και ενδοκοινωνικών ζυμώσεων. Αντίθετα, μορφοποιείται ανταποκρινόμενος τόσο στα εξωτερικά δεδομένα και πιέσεις όσο και στους περιορισμούς του εσωτερικού πολιτικού περιβάλλοντος, στις ιδεολογικές κατευθύνσεις των πολιτικών και στην αντίληψή τους για το εθνικό συμφέρον, στις επιταγές του συνταγματικού πλαισίου και της παράδοσης της κυβέρνησης καθώς και στην επίδραση των πολιτικών συμφερόντων εντός του πολιτικού συστήματος».

Η εκάστοτε αμερικανική Προεδρία, όπως αυτή χρωματίζεται από την προσωπικότητα του ατόμου που καταλαμβάνει το αξίωμα, είναι η γέφυρα που ο Αρβανιτόπουλος θεωρεί και πειστικά τεκμηριώνει με άφθονες ιστορικές αναφορές στο πόνημα του, ότι εναρμονίζει τις επιταγές του διεθνούς συστήματος με αυτές που απορρέουν από τη διάδραση δρώντων και δομών της αμερικανικής πολιτείας. Κατά τη διάρκεια των χρόνων, η Προεδρία κατάφερε στο πλαίσιο που ορίζουν οι διατάξεις του Συντάγματος και οι αποφάσεις του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, να αποκτήσει πρωτοκαθεδρία στη χάραξη και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής έναντι του Κογκρέσου και του ομοσπονδιακού γραφειοκρατικού μηχανισμού της κυβέρνησης. Μεταπολεμικά, η αύξηση της ισχύος της Προεδρίας σε αυτόν τον τομέα έφθασε σε επίπεδα ‘αυτοκρατορικά’. Παρά το γεγονός ότι αυτή η ισχύς σχετικά αποδυναμώθηκε προς όφελος της νομοθετικής εξουσίας και έγινε περισσότερο ‘δημοκρατική’ ή ‘συμμετοχική’ αντανακλώντας τις απαιτήσεις των κοινωνικών εταίρων, σήμερα η Προεδρία, συνεπικουρούμενη και από το προεδρικό εκτελεστικό γραφείο, συνεχίζει να διατηρεί τα πρωτεία στη διαχείριση των διεθνών υποθέσεων των ΗΠΑ στο όνομα συναινετικά προσδιορισμένων γενικών αξιών και κατευθύνσεων του εθνικού συμφέροντος.

Το υπό επισκόπηση βιβλίο είναι σημαντικό, πιστεύω, για τρεις και ένα λόγους. Καταρχάς, δεδομένης της τρέχουσας χρονικής συγκυρίας που συμπίπτει, αφενός, με τη διάχυτη διεθνή ευφορία που έφερε η άνοδος του Ομπάμα στην εξουσία και, αφετέρου, με την παγκόσμια οικονομική κρίση, η ανάλυση του Αρβανιτόπουλου παρέχει με συστηματικό και εύληπτο τρόπο τη δυνατότητα στον αναγνώστη να κατανοήσει την πολυδιάστατη και πολυσήμαντη διαδικασία λήψης αποφάσεων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και, έτσι, να αποδομήσει μύθους σχετικά με την ικανότητα του εκάστοτε αμερικανού Προέδρου να καθορίζει αυτόνομα από εσωτερικούς θεσμικούς παράγοντες και κοινωνικούς δρώντες την παγκόσμια ατζέντα της διεθνούς πολιτικής και οικονομίας σύμφωνα με τη θέληση και τις πεποιθήσεις του.

Επίσης, το βιβλίο υπενθυμίζει και επαναφέρει στον ελληνικό δημόσιο διάλογο και, κυρίως, στη θεωρητική συζήτηση που διεξάγεται μεταξύ των μελών της ελληνικής κοινότητας των διεθνών σχέσεων τη σημασία των εσωτερικών μεταβλητών στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. Ουσιαστικά αποκαθιστά την τιμή και την υπόληψη της πολιτικής δομής του κράτους και της κοινωνίας στη θεωρία των διεθνών σχέσεων, όπως τουλάχιστον αυτή προβάλεται και διδάσκεται στη χώρα μας.

Προσοχή, όμως! Ο Αρβανιτόπουλος δεν ανάγει το εσωτερικό περιβάλλον στον πιο καθοριστικό παράγοντα της εξωτερικής πολιτικής του κράτους. Ούτε ισχυρίζεται, όπως οι υπέρμαχοι του νεοκλασικού ρεαλισμού, ότι το σύστημα διακυβέρνησης διαμεσολαβεί την επίδραση που ασκούν οι διεθνείς συστημικές πιέσεις ή ωθήσεις στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής. Αν και θέτει υπό τη βάσανο της κριτικής τις άκαμπτες όπως τις χαρακτηρίζει πτυχές του, παραμένει συνεπής στην παράδοση του ρεαλιστικού παραδείγματος. Χρησιμοποιόντας τις έννοιες του εθνικού συμφέροντος και της ισχύος ως βασικές αναλυτικές κατηγορίες, επιχειρεί ένα βήμα παραπέρα προκρίνοντας αυτό που ο ίδιος ονομάζει «πολυεπίπεδη προσέγγιση». Η τελευταία «συνεκτιμά τους δρώντες που εξετάζει και η κλασική θεωρία των διεθνών σχέσεων, με τους τομείς και τη γνώση που κομίζει η θεώρηση της πολιτικής επιστήμης στην καταγραφή της ανατομίας του πολιτικοκοινωνικού συστήματος».

Με διαφορετική διατύπωση και χωρίς να θέλω να παρερμηνεύσω ή να προεκτείνω υπέρμετρα τη σκέψη του Αρβανιτόπουλου, η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν διαμορφώνεται μονοσήμαντα, ούτε είναι προϊόν ‘προαποφασισμένων ή μηχανιστικών δυνάμεων’ της ιστορίας. Είναι ιστορικά προσδιορισμένη μέσα από τη διαλεκτική του διεθνούς συστήματος με το εσωτερικό πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Υπό αυτό το πρίσμα, η εξωτερική πολιτική θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ευρύτερα οριοθετείται από τους περιορισμούς και τις ευκαιρίες που θέτει το διεθνές σύστημα. Υπαγορεύεται από τις επιταγές του εσωτερικού περιβάλλοντος, όπως αυτές πηγάζουν από τη διάδραση των θεσμικών και κοινωνικών δρώντων και δομών του κράτους. Και δρομολογείται με τις στρατηγικές επιλογές και κινήσεις της πολιτικής ηγεσίας.

Η θεωρητική αυτή απόπειρα, λοιπόν, είναι ένας άλλος λόγος που προσδίδει αξία στο βιβλίο. Από αυτήν τη σκοπιά, ο νέος ερευνητικός ορίζοντας που διανοίγεται και που αποτελεί πρόκληση για την επόμενη συγγραφική προσπάθεια του Αρβανιτόπουλου, είναι να μετατρέψει αυτήν την πολυεπίπεδη ή διαλεκτική προσέγγιση σε θεωρία της εξωτερικής πολιτικής με συγκεκριμένες υποθέσεις εργασίας που θα επιβεβαιώνονται μέσα από τη συγκριτική ανάλυση περιπτωσιολογικών μελετών.

Τέλος, ο τρίτος και ένας λόγος που το πόνημα του Αρβανιτόπουλου είναι σημαντικό αφορά μια αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα του τρόπου με τον οποίο οργανώνει και παρουσιάζει το θεωρητικό και εμπειρικό υλικό που διαπραγματεύεται. Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη, κάθε ένα από τα οποία ξεκινάει με μια σύντομη αλλά μεστή περιεχομένου εισαγωγή. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αρβανιτόπουλος πετυχαίνει να εισάγει τον αναγνώστη του στην προβληματική των κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στο κάθε μέρος και να τον κοινωνήσει με καθαρότητα σκέψης και σαφήνεια νοημάτων στις βασικές θέσεις που στηρίζουν την επιχειρηματολογία του. Πρόκειται για ένα προτέρημα που δεν συναντάμε συχνά σε βιβλία της επιστημονικής κοινότητας το γνωστικό αντικείμενο της οποίας θεραπεύει ο συγγραφέας.

Γενικά, το Θεσμικό Πλαίσιο Διαμόρφωσης της Εξωτερικής Πολιτικής των ΗΠΑ του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου συμπληρώνει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία των διεθνών σχέσεων εισάγοντας μια νέα θεωρητική προβληματική στην ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής. Είναι χρήσιμο βιβλίο για κάθε φοιτητή πολιτικών και κοινωνικών επιστημών που θέλει να αποκτήσει ειδικευμένη γνώση σχετικά με τους θεσμικούς παράγοντες και τους κοινωνικούς δρώντες που διαμορφώνουν την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Είναι επίσης πολύτιμη πηγή αναφοράς για το μυημένο επιστήμονα, αναλυτή και δημοσιογράφο, καθώς και απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε ενημερωμένο πολίτη που ενδιαφέρεται να εντρυφήσει στις διαδικασίες και τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής στις ΗΠΑ.

*Το παρόν άρθρο αποτελεί βιβλιοκριτική του βιβλίου του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου, Το Θεσμικό Πλαίσιο Διαμόρφωσης της Εξωτερικής Πολιτικής των ΗΠΑ (Αθήνα: Ποιότητα, 2009) σελ. 304, υπό τον τίτλο » Η Επιστροφή της Πολιτικής Δομής του Κράτους και της Κοινωνίας στη Θεωρία των Διεθνών Σχέσεων: Το Σύστημα Χάραξης και Άσκησης της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής. Μικρό μέρος της βιβλιοκριτικής δημοσιεύτηκε στο περ. Διαβάζω, τχ. 498, Ιούλιος-Αύγουστος 2009