Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017
δελτιο θυελλησ

ΔΕΛΤΙΟ ΘΥΕΛΛΗΣ

του ΑΛΦΟΝΣΟΥ ΒΙΤΑΛΗ

  • ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΔΡΑΣΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

  • ΑΝΑΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΝΕΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΜΥΝΑΣ

 

  • ΚΙΝΔΥΝΟΣ «ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΟΥ» ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ

 

Ποτέ η «γείτονα χώρα» δεν κάνει κάτι στην τύχη.  Όλες οι κινήσεις της είναι μεθοδικά και προσεκτικά προετοιμασμένες και έχουν συγκεκριμένη στόχευση. Το να επαναλάβουμε λοιπόν  για μια ακόμα φορά, πως το Αιγαίο βρίσκεται στο στόχαστρο της Άγκυρας, θα είναι κοινοτυπία.

Όμως αυτό που θα πρέπει πλέον να γίνει κατανοητό από όλους και πρωτίστως από την Κυβέρνηση, είναι πως τα πράγματα, αυτή την φορά, είναι σε εξαιρετικά οριακή κατάσταση και αν δεν υπάρξουν άμεσα συγκεκριμένες «γραμμές άμυνας», σοβαρές διπλωματικές πρωτοβουλίες και κυρίως συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο  για την αντιμετώπιση της Τουρκικής επιθετικότητας, οδεύουμε ολοταχώς όχι απλά σε μια διπλωματική ήττα, αλλά σε «δραστικό περιορισμό» ζωτικών συμφερόντων και κυριαρχικών δικαιωμάτων.

«Οι προκλήσεις στο Αιγαίο θα κλιμακωθούν πιθανότατα έως και ελεγχομένου επεισοδίου», αναφέρουν επί λέξει ειδικές εκθέσεις και του Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά και του Υπουργείου Άμυνας που έχουν συνταχθεί το τελευταίο εικοσαήμερο.
Συνεπώς, σημασία πλέον έχει πρωτίστως να γίνει αντιληπτό, τι είναι αυτό που θέλει τώρα η Τουρκία, που αποβλέπουν όλες αυτές οι συνεχείς παραβιάσεις, αλλά και γιατί φορτίζει ακόμα παραπάνω το ήδη τεταμένο κλίμα, με την δημοσίευση της απόφασης της Τουρκικής Κυβέρνησης για γεωφυσικές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο και εντός της Ελληνικής υφαλοκρηπίδας (νότια και ανατολικά του Καστελόριζου) και στην Κύπρο.

Σημειωτέον, ότι αυτά είναι καθαρές αποφάσεις της Τουρκική Κυβέρνησης, της πολιτικής (και εκλεγμένης) ηγεσίας της Τουρκίας και όχι «ακραίες κινήσεις» του στρατιωτικού κατεστημένου , το οποίο εκ νέου το τελευταίο διάστημα έχει «ηττηθεί» σε μια σειρά θέματα από τον Ερντογάν. Η Τουρκική πολιτική αυτή την περίοδο στοχεύει στο «να στριμωχτεί άσκημα και με κάθε τρόπο» η Αθήνα και να εκβιαστεί:

– Στο να συναινέσει σε μια διαδικασία «συνολικής επίλυσης των διαφορών στο Αιγαίο» (με άλλα λόγια σε αυτά που η Τουρκία θεωρεί ως διαφορές, όπως παγίως «βαφτίζει» τις μονομερείς αξιώσεις της) προκειμένου μέσα από την αλλαγή του υπάρχοντος καθεστώτος στο Αιγαίο να καθοριστούν νέα όρια επιχειρησιακής ευθύνης και οικονομικής εκμετάλλευσης, όπου την «μερίδα του λέοντος» θα την έχει η Άγκυρα,
– Στο να αναγκαστεί η Ελλάδα να «συμφωνήσει συρόμενη» στην αποδοχή της πάγιας αξίωσης της Τουρκίας για αναγνώριση «τουρκικών μειονοτήτων» , τόσο στην  Θράκη, όσο και στα Δωδεκάνησα,
– Στο να αναγκαστεί η Αθήνα να «παρέμβει αποτελεσματικά»  και να «πείσει» την Λευκωσία, να αποδεχτεί μια κατ’ αρχήν άρον – άρον συμφωνία για το Κυπριακό άμεσα, ώστε τον Δεκέμβριο στην Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αποτραπούν οι όποιες παρενέργειες μπορεί να υπάρξουν στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας και πρωτίστως να αποτραπεί ( κάτι που από πολλούς είναι από τώρα ορατό), το πιθανό πάγωμα της πορείας ένταξης της.
– Παράλληλα δε  η Αθήνα «να κάνει συστάσεις» στην Κυπριακή πλευρά να κάνει πίσω στις έρευνες για υδρογονάνθρακες, καθώς πλέον έβαλε στο παιχνίδι Αμερικανική Εταιρεία η οποία ανέλαβε τις έρευνες, κάτι το οποίο «θύμωσε» ιδιαίτερα την Τουρκία.

Για όσους έχουν συστηματικά παρακολουθήσει και από κοντά τις εξελίξεις, αλλά και τις εμπλοκές στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, τουλάχιστον μετά την Μεταπολίτευση του 1974, η κατάσταση σήμερα όπως διαμορφώνεται στο Αιγαίο, μοιάζει αρκετά με εκείνη που οδήγησε στην κρίση των Ιμίων (1996).  Όπως επίσης μοιάζει κατά πολύ  και με την  αντίστοιχη (ιδιαίτερα έκρυθμη και φορτισμένη) των πρώτων μηνών του 1974, λίγο δηλαδή πριν το πραξικόπημα και την εισβολή στην Κύπρο, όπου είχαν κλιμακωθεί οι προκλήσεις και οι απειλές, λόγω και πάλι του θέματος των πετρελαίων (έρευνες υποθαλάσσιες) και το οποίο άρχισε να τίθεται για πρώτη φορά ως «μείζον θέμα» στην  Ελληνοτουρκική ατζέντα.

Δίπλα στο λογικό ερώτημα, πως η Ελληνική πλευρά, χωρίς να απεμπολεί κυριαρχικά δικαιώματα, θα αποκλιμακώσει άμεσα την ένταση, τίθεται και το μείζον ερώτημα ποιο θα είναι πλέον (και επιτέλους) το πολιτικό – διπλωματικό πλαίσιο με το οποίο θα αντιμετωπίσει την διαρκώς κλιμακούμενη τουρκική επιθετικότητα και την ένταση της αμφισβήτησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων .

Η Άγκυρα και με την δημοσίευση της απόφασης της Τουρκικής Κυβέρνησης για έρευνες πετρελαίου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, άνοιξε πλέον ολόκληρη την βεντάλια των διεκδικήσεων και των αξιώσεων της στην περιοχή. Διαμορφώνει έτσι ένα άκρως ανησυχητικό περιβάλλον σε μια εξαιρετικά «ευαίσθητη περιοχή».
Διευκολύνεται δε σε αυτές τις προκλητικές κινήσεις της, όχι απλά όπως λέγεται γενικώς λόγω της κατευναστικής στάσης που τηρεί η Ελλάδα, αλλά πρωτίστως από το ότι «δεν περιορίζεται πλέον από κανένα συγκεκριμένο πλαίσιο, ούτε ελέγχεται ως προς την ευρωπαϊκή της προοπτική για τήρηση κάποιων χρονοδιαγραμμάτων και συμμόρφωσης της σε ορισμένους κανόνες».

Η Συμφωνία του Ελσίνκι – έστω με τις αδυναμίες της – που δέσμευε με σαφήνεια και χρονοδιαγράμματα την Τουρκία δεν υφίσταται πλέον και με ευθύνη της Ελληνικής πλευράς, η οποία ως μη όφειλε πρώιμα εγκατέλειψε και το δικαίωμα βέτο που είχε στην Ε.Ε για την πορεία της Τουρκίας.
Βέβαια το βέτο, είναι μια πολύ σοβαρή πράξη και για να το ασκήσεις – χωρίς να υποστεί συνέπειες και η Ελλάδα και η Κύπρος- θα πρέπει να βασίζεται σε κάποια πράγματα και κυρίως να στηρίζεται σε «συμμαχίες» και με άλλες χώρες.

Η Ελληνική πλευρά έχει πολύ λίγο χρόνο μπροστά της , ώστε να δημιουργήσει μια νέα πολιτική έναντι της Τουρκίας και να την παλέψει μέσα στην Ε.Ε. Ο χρόνος πιέζει πλέον ασφυκτικά και γι’ αυτό άμεσα χρειάζεται σχεδιασμός και αποφάσεις στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός δεσμευτικού πλαισίου, με όρους και χρονοδιαγράμματα για την Τουρκία, εν’ όψει της αξιολόγησης της από την Ευρώπη.
Και σε αυτή την κατεύθυνση η Ελλάδα «νομιμοποιείται» να ανοίξει θέμα βέτο (αν βέβαια έχει σαφή πολιτική ως προς τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις της Τουρκίας) στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να συνδέσει την επιφύλαξη της αυτή, κατ’ αρχήν με την διαδικασία επίλυσης της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα, που είναι κομβική για τις περεταίρω εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά.

Αν άμεσα δεν γίνουν κινήσεις – πολιτικές και διπλωματικές – από την Αθήνα, είναι σίγουρο ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν.