Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Ο Παναγιώτης είναι κατά βάση δημοσιογράφος, αν και τα τελευταία χρόνια ασχολείται ευρύτερα με την επικοινωνία. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης.
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις, και έκανε μεταπτυχιακό στις Στρατηγικές Σπουδές. Ως πολιτικό επιστήμονα και διεθνολόγο τον κέρδισε η δημοσιογραφία, όπου σε αυτήν βρήκε και τον κατάλληλο τρόπο έκφρασης των όσων σπούδασε και του άρεσε να ασχολείται. Επί μια δεκαετία εργάστηκε στην τηλεόραση (ΕΤ2, ΕΤ3, POLIS, ΣΚΑΙ) ως ρεπόρτερ, παρουσιαστής και αρχισυντάκτης εκπομπών, στο ραδιόφωνο (ΑΝΤ1, PLANET), στον περιοδικό Τύπο (ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ). Από το 1996 μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 υπήρξε πολιτικός και διπλωματικός συντάκτης στην εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ κι από το 2004 ο βασικός συντελεστής της στήλης γνώμης «ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ». Επί σειρά ετών αρθρογραφεί στα περιοδικά ΕΠΙΛΟΓΗ και ΤΑΣΕΙΣ, ενώ από τον Ιούνιο του 2009 διατηρεί το new-Deal, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον Αλφόνσο Βιτάλη.
Από το καλοκαίρι του 2012 ασχολείται πιο οργανωμένα με την πολιτική και εταιρική επικοινωνία, ως διευθύνων σύμβουλος της Apertus Alveo Communications...
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
χρειαζεται κατι περισσοτερο

ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

Αν ερχόταν ο Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα για τα εγκαίνια του Μουσείου Ακροπόλεως θα συμπληρώνονταν δέκα χρόνια απ’ την έναρξη της ελληνοτουρκικής προσέγγισης. Ήταν ακριβώς 10 χρόνια πριν, στις 25 Ιουνίου 1999, όταν ο Ισμαήλ Τζεμ απαντούσε στην επιστολή του Γιώργου Παπανδρέου (24 Μαίου 1999) για να ξεκινήσει αιφνιδιαστικά και ανέλπιστα η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Το σκεπτικό των τότε υπουργών Εξωτερικών των δυο χωρών ήταν απλό. «Συμφωνούμε στα μικρά και προχωρούμε στα μεγάλα εφόσον δημιουργηθούν προϋποθέσεις». Στα θέματα «χαμηλής πολιτικής», όπως ονομάζονται στη διπλωματική γλώσσα, οι δυο υπουργοί συμφώνησαν λίγες μέρες αργότερα, στις 30 Ιουνίου 1999, στη Νέα Υόρκη. Ακολούθησαν οι φονικοί σεισμοί στις δυο χώρες. Η αλληλεγγύη που έδειξαν οι δυο χώρες, εγκαινίασαν τη «σεισμική διπλωματία». Η ύφεση διατηρήθηκε επί μια πενταετία. Μετά το 2004 η ύφεση διατηρήθηκε, παρά την «ψυχρότητα» των σχέσεων σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς ύφεσης δεν υπήρξε μεγάλη κρίση στο Αιγαίο όπως συνέβαινε σε προηγούμενες δεκαετίες με παρ’ ολίγον «θερμά επεισόδια» το 1976, το 1987, το 1996. Ακόμα και στην αερομαχία που οδήγησε στο θάνατο τον Έλληνα επισμηναγό Ηλιάκη, η αφορμή για κλιμάκωση της έντασης δεν αξιοποιήθηκε.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς ύφεσης οι εννέα αρχικές συμφωνίες υπερδιπλασιάστηκαν. Όπως υπερδιπλασιάστηκαν οι επαγγελματικές και πολιτιστικές επαφές, ενώ βελτιώθηκαν οι οικονομικές και εμπορικές σχέσεις, αυξήθηκε ο τουρισμός, θεσμοθετήθηκε ο διερευνητικός διάλογος μεταξύ γενικών γραμματέων των δυο υπουργείων Εξωτερικών και η Ελλάδα συνέχισε να υποστηρίζει θερμά την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της δεκαετούς ελληνοτουρκικής ύφεσης, κανένα απ’ τα μεγάλα ζητήματα στο Αιγαίο και την Κύπρο δεν επιλύθηκε. Ούτε καν τα ζητήματα των μειονοτήτων και του Οικουμενικού Πατριαρχείο. Και σήμερα ο κίνδυνος του πισωγυρίσματος είναι ορατός.

Στην ατζέντα έχει προστεθεί και το θέμα της λαθρομετανάστευσης, το οποίο η Άγκυρα εμφανώς χρησιμοποιεί όχι μόνο για να ταλαιπωρεί τις ελληνικές αρχές και την ελληνική κοινωνία ευρύτερα, αλλά και για να προκαλεί συζητήσεις για την επιχειρησιακή συνδιαχείριση του Αιγαίου.

Την περασμένη Παρασκευή απ’ τις Βρυξέλλες, ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι υπάρχουν προβλήματα στις σχέσεις των δυο χωρών. Έσπευσε όμως να υπογραμμίσει πως η συνέχιση του διαλόγου είναι απαραίτητη. Ουδείς εχέφρων αμφισβητεί πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρηθεί η ύφεση. Για να δημιουργηθούν όμως οι προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν και την επίλυση ορισμένων «υψηλής πολιτικής» θεμάτων, χρειάζεται εμφανώς κάτι περισσότερο (από «καλές» προθέσεις και ευχολόγια…) που για την ώρα δεν είναι ορατό, ούτε στην Αθήνα, ούτε στην Άγκυρα.