Η κυρία Molly A. O’Neil, ανώτατο στέλεχος της αμερικανικής εταιρείας CGI συνεργάζεται τα τρία τελευταία χρόνια με οκτώ κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων και η αμερικανική. «Στόχος μας είναι να φέρουμε την ψηφιακή τεχνολογία στις περισσότερες δραστηριότητες των πελατών μας, ώστε να εξοικονομούν πόρους κα να εξυπηρετούνται καλύτερα, γρηγορότερα, οικονομικότερα και αποτελεσματικότερα οι πολίτες. Για τις οργανώσεις, κυβερνητικές και μη, μία έξυπνη πρακτική συνίσταται στο να καταλαβαίνουν ποιες είναι οι μεγάλες τους προτεραιότητες και να επενδύσουν σε αυτές, ώστε να έχουν μέγιστα αποτελέσματα», μάς επισημαίνει. 

Από την πλευρά του, ο Γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ δήλωνε πρόσφατα ότι το πρόγραμμα ψηφιοποίησης της γαλλικής δημόσιας διοίκησης θα μπορούσε έως το 2025 να συμβάλλει στην κατά 12% μείωση του γαλλικού δημόσιο χρέους. Προσέθετε δε ότι «στις μέρες μας, κύριο καθήκον μίας πραγματικά προοδευτικής κυβέρνησης είναι να προετοιμάζει τους νέους για ισχυρή συμμετοχή στην οικονομία της γνώσης και της ανάληψης κινδύνων. Μόνον έτσι η χώρα μας θα μπορεί να συμμετέχει με αξιώσεις στην νέα παγκόσμια μεγέθυνση και να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της». 

Στην βάση αυτής της λογικής, σε μία εποχή όπου για τα δημόσια χρέη αποτελούν κορυφαίο πρόβλημα για τα κράτη, ένα ερώτημα που ανακύπτει χρήζει άμεσης απάντησης: Μπορούν οι κυβερνήσεις να μάθουν να επιτυγχάνουν περισσότερα με λιγότερα; Μπορούν, με άλλα λόγια, να γίνουν εξυπνότερες;

ΈΞΥΠΝΑ ΚΡΆΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΚΛΙΝΤΟΝ

Αν δώσουμε βάση σε άρθρα και αναλύσεις του Adrian Wooldridge, γνωστού συνεργάτη του περιοδικού The Economist, οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά είναι θετικές και, στην Αμερική για παράδειγμα, η έννοια του έξυπνου κράτους είχε ξεκινήσει να προωθείται το 1998 από τον τότε πρόεδρο Μπιλ Κλίντον. Υπενθυμίζουμε ότι, σε ομιλία του το 1996, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι «η εποχή του μεγάλου κράτους είναι παρελθόν».

Όσο για τις κυβερνήσεις που πραγματικά θα ήθελαν να γίνουν πιο έξυπνες στην σημερινή εποχή, όπου οι γνώσεις διπλασιάζονται κάθε πέντε χρόνια, οι ευκαιρίες και τα παραδείγματα δεν λείπουν.

Λόγου χάρη, κατά την διάρκεια της σουηδικής οικονομικής κρίσης, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η τότε κυβέρνηση, με μία σειρά μέτρων που στηρίζονταν στην υψηλή τεχνολογία αλλά και στις προσλήψεις προσωπικού υψηλής κατάρτισης, κατάφερε να μειώσει έως 11% τις δαπάνες της χωρίς καμμία απολύτως επίπτωση στην επίδοσή της. 

Το ίδιο είχε συμβεί και στην Φινλανδία στις αρχές της δεκαετίας τού 1990, όταν η χώρα, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, έχασε το 60% των εξαγωγών της. «Το μυστικό της επιτυχίας μας οφειλόταν στο γεγονός ότι πολλαπλασιάσαμε την απόδοση της δημόσιας διοίκησης σχεδόν επί δύο, βρίσκοντας έξυπνες λύσεις στις συνήθεις γραφειοκρατικές διαδικασίες», μάς έλεγε πριν λίγο καιρό ο Μίκο Νόρρος, σύμβουλος του σοσιαλδημοκράτη Φινλανδού πρωθυπουργού κ. Λίπονεν την εποχή εκείνη.

ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΑΠΡΟΘΥΜΕΣ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΈΞΥΠΝΑ ΚΡΆΤΗ

Παρόλα αυτά, οι κυβερνήσεις δεν είναι πάντα πρόθυμες να προχωρήσουν προς «έξυπνες» λύσεις σε χρόνια προβλήματα υψηλού γραφειοκρατικού κόστους. «Οι προσπάθειες για κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις πάντα είχαν ανάμεικτο αποτέλεσμα.

Τα κράτη είναι σαν τους μεγάλους δεινόσαυρους, οι οποίοι χρειάζονται χρόνια για να προσαρμοστούν στις αλλαγές. Επιπλέον, δοκιμάζονται από ακαμψίες, οι οποίες παρεμποδίζουν την πρόσληψη των καλύτερων ή την απόλυση των χειρότερων. 

Όπως αναφέρει ο διευθυντής του αμερικανικού Office of Personnel Management, οι περισσότερες κυβερνήσεις, όταν ανταγωνίζονται με σκοπό να προσλάβουν τους καλύτερους, έχουν την “ζώνη εργαλείων” χωρίς τα εργαλεία», γράφει ο Adrian Wooldridge, που πιστεύει ότι οι έξυπνες λύσεις μάχονται και κατεστημένα συμφέροντα. Πρόσθετε, έτσι, ότι το βάθος της κρίσης, που γενικεύτηκε σε παγκόσμιο επίπεδο το 2008, ανάγκασε τις κυβερνήσεις να εστιάσουν στην βραχυχρόνια περίοδο.

Παρόλα αυτά, «από το 2015 η κατάσταση αλλάζει, και μάλιστα γρήγορα», υποστηρίζει ο γνωστός καθηγητής και συγγραφέας Τζέρεμυ Ρίφκιν, επισημαίνοντας ότι οι ανταγωνιστικές πιέσεις προς τον αναπτυγμένο κόσμο είναι τόσο ισχυρές, που οι έξυπνες λύσεις είναι πλέον μονόδρομος. Αναφερόμενος δε στην Ελλάδα, που γνωρίζει πολύ καλά και έχει επισκεφθεί αρκετές φορές, ο διάσημος καθηγητής μάς είπε ότι «η υιοθέτηση μέτρων έξυπνης διακυβέρνησης είναι σήμερα και ο μοναδικός τρόπος μείωσης των δημοσίων δαπανών χωρίς υπέρμετρο κοινωνικό κόστος». 

Το θέμα, όμως, είναι ποια γνώμη έχει επ’ αυτού το πελατειακό κράτος, το οποίο στην χώρα μας, περισσότερο από αλλού, δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα διαιώνισής του. 

Διαβάστε το προηγούμενο άρθρο του Αθανάσιου Παπανδρόπουλου στο new deal

Previous articleΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΡΑΜΠ
Next articleΤΖΟΝ ΣΤΗΒΕΝΣ: ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.