Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κώστας είναι οικονομολόγος. Γεννήθηκε το 1953 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ήθελε να γίνει Αρχαιολόγος αλλά σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων. Το 1979 προσλήφθηκε ως Ελεγκτής στην μετά είκοσι χρόνια «δολοφονηθείσα» ελεγκτική εταιρία Arthur Andersen. Από τότε πήρε το δρόμο της επιχειρηματικής οργάνωσης και της πληροφορικής. Άρα τον Αύγουστο του 2011 συμπληρώνει 32 χρόνια έντονης επαγγελματικής εμπειρίας στην πρώτη γραμμή των θεμάτων εκσυγχρονισμού και οργάνωσης των επιχειρήσεων.
Τα τελευταία 22 χρόνια είναι επιχειρηματίας της τεχνολογίας. Έχει εμπειρίες συνεργασίας μέσα από εκατοντάδες εταιρίες και οργανισμούς σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Βρετανία, η Κύπρος, η Ρουμανία, η Τουρκία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Βουλγαρία, η Γερμανία και άλλες, όπου λειτούργησε ως προμηθευτής και σύμβουλος υπηρεσιών και λογισμικού.
Για δυο χρόνια υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΠΑΠ
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
φλερτ με το κακο μασ παρελθον

ΦΛΕΡΤ ΜΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΜΑΣ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

ΤO διακύβευμα των σημερινών καιρών είναι να χρεωθεί η ελληνική δημοκρατία με τη μεγαλύτερη καταστροφή όλων των εποχών: την επιστροφή της χώρας στην ανταλλακτική οικονομία.

Η δικτατορία της επταετίας χρεώθηκε την κυπριακή τραγωδία. Το παλάτι χρεώθηκε τη μικρασιατική καταστροφή.

Μέχρι τώρα πιστεύαμε ότι αυτά τα γεγονότα δεν θα συνέβαιναν αν λειτουργούσε σωστά η δημοκρατία. Και να που τα πράγματα έγιναν τόσο σοβαρά, ώστε οι παραπάνω συγκρίσεις να μην είναι ακροβατικές και παρακινδυνευμένες. Οι ιστορικές στιγμές που ζούμε αναγκαστικά δημιουργούν συνειρμούς και σκέψεις: Πώς θα αντιδράσουν οι Eλληνες πολιτικοί; Πώς θα αντιδράσει ο λαός; Οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Δεν είναι καθόλου διαβολική σύμπτωση ότι σε όλες τις εθνικές κρίσεις –οικονομικές ή μη– υπεισέρχεται ένας μεγάλος βαθμός ξένων επιρροών. Αυτή είναι η μοίρα ενός μικρού λαού, πολλώ δε μάλλον σε μια περίοδο παγκοσμιοποίησης, όπου αναγκαστικά οι λαοί δένονται μεταξύ τους σε οικονομικές συνομοσπονδίες. Η οικονομική πραγματικότητα τα έχει φέρει έτσι ώστε να εξαρτιόμαστε τα κράτη μεταξύ μας, αφού κανένα δεν είναι αύταρκες στα αγαθά που επιβάλλει η σημερινή οργάνωση της κοινωνίας.

Τα τελευταία εκατό χρόνια ως λαός κάναμε μερικά «θαύματα» και αμέσως μετά τα αυτοακυρώσαμε, σαν την κατσίκα που κλωτσάει την καρδάρα με το γάλα που μόλις παρήγαγε. Από τις χθεσινές παλινωδίες, τις ιλαροτραγικές στιγμές και τις ακατάληπτες στον κοινό νου κινήσεις των πολιτικών συνάγεται ότι οι ίδιοι οι πολιτικοί κατάλαβαν την κρισιμότητα των στιγμών. Πώς αντέδρασαν όμως: κάτω των περιστάσεων. Η μεν κυβέρνηση κατάλαβε πως δεν μπορεί να κυβερνήσει, η δε αντιπολίτευση αποποιήθηκε το δικό της μερίδιο ευθύνης νομίζοντας πως ο χρόνος άρχισε με την εκλογή νέου αρχηγού, ο οποίος θέλησε να βγάλει νοκ-άουτ τον αντίπαλό του. Και τώρα όλοι ζητούν να μιλήσει ο λαός, του ρίχνουν το μπαλάκι και νίπτουν τας χείρας των. Εύγε! Ας θυμίσουμε σε όλους πως ο λαός «μίλησε» κάτω από ασφυκτικές πιέσεις το 1921 και έριξε τον Βενιζέλο για να συμβεί τελικά το χειρότερο. Aρα οι εκλογές με έναν λαό φορτισμένο δεν είναι αναγκαστικά λύση, παρά την αδιαπράγματευτη δημοκρατική αναγκαιότητα γι’Α αυτές.

Mερικοί ισχυρίζονται πως στους δύο αιώνες ελεύθερης Ελλάδας η χώρα έχει πτωχεύσει πολλές φορές και εν πάση περιπτώσει δεν ήλθε το τέλος του κόσμου. Λάθος μεγάλο για δύο λόγους: Πρώτον, διότι όλες οι πτωχεύσεις έριχναν την Ελλάδα πιο πίσω σε όλα τα μέτωπα –επιπέδου ζωής, δημοκρατίας, πολιτισμού– και, δεύτερον, διότι σήμερα η όποια ενδεχόμενη πτώχευση θα μας στείλει κοντά στην εποχή των σπηλαίων. Στις προηγούμενες εποχές το κλείσιμο των οικονομικών συνόρων δεν σήμαινε και πολλά στην καθημερινή ζωή.

Σήμερα το ενδεχόμενο αποκλεισμού της χώρας από τις διεθνείς αγορές προϊόντων και κεφαλαίων θα μας καταστήσει χειρότερους από την Αλβανία του Ραμίζ Αλία. Για τούτο η επαπειλούμενη καταστροφή θα είναι χειρότερη από τη μικρασιατική και την κυπριακή. Σήμερα τεστάρεται η ελληνική δημοκρατία αν μπορεί να διαχειριστεί τέτοιου μεγέθους ζητήματα. Oποιος δεν μπορεί, φοβάται, δεν ξέρει, δεν αντιλαμβάνεται, δεν τολμά, αυτός δεν έχει θέση σε ηγετικά πόστα του πολιτικού βίου. Τα παραπάνω ας είναι βαθιά χαραγμένα στο μυαλό όσων θα κληθούν να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην όποια νέα «κυβέρνηση» προκύψει.