Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017
ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ

ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ

Ο Νίκος Κοτζιάς γεννήθηκε το 1950 στην Αθήνα. Αποφοίτησε από τη Σχολή
Μωραίτη το 1968. Σπούδασε Οικονοµικά και Πολιτική Φιλοσοφία στην
Αθήνα και στο Giessen της Γερµανίας. Η διδακτορική του διατριβή από το
Πάντειο Πανεπιστήµιο είχε τίτλο: «Πολιτικές Θεωρίες του Κράτους». Η µετα-
διδακτορική του διατριβή είχε τίτλο: «Πολιτικές Θεωρίες της Ευρωπαϊκής
Ολοκλήρωσης». ∆ίδαξε και υπηρέτησε ως ερευνητής στα Πανεπιστήµια του
Marburg της Γερµανίας, της Οξφόρδης στη Μεγάλη Βρετανία και του Harvard
στις ΗΠΑ. Είναι µέλος του St Antony’s College - Oxford University, Senior
Fellow στο Weatherhead Centre for International Relations στο Πανεπιστήµιο
του Harvard. Είναι συνιδρυτής του Προγράµµατος Νοτιανατολικής Ευρώπης
στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης.


O Νίκος Κοτζιάς υπήρξε µέλος της µαθητικής οργάνωσης της νεολαίας
Λαµπράκη από το 1965. Ιδρυτικό µέλος της ΚΝΕ και µέλος του Κεντρικού
Συµβουλίου της στη διάρκεια της χούντας. Αργότερα µέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.
Καταδικάστηκε δις από στρατοδικείο. Στη διάρκεια της χούντας υπήρξε
γραµµατέας της Οµοσπονδίας φοιτητικών συλλόγων στη ∆υτική Γερµανία και
∆υτικό Βερολίνο καθώς και γραµµατέας του Συντονιστικού των
αντιδικτατορικών φοιτητικών οργανώσεων. Συνέβαλε στην οργάνωση και
καθοδήγησε µεγάλες απεργίες, όπως εκείνη της Πεσινέ και της Λάρκο το 1977.
Συνέβαλε αποφασιστικά στη δηµιουργία των περιοδικών «Επιστηµονική
Σκέψη» και «∆ιαλεκτική», ενώ συµµετείχε στην Επιστηµονική Επιτροπή
πολλών άλλων. Ιδρυτικό µέλος του ΚΜΕ, του FEG Marbourg και του
«Ιδρύµατος Νίκος Πουλαντζάς».


Το 1989 παραιτήθηκε την ίδια βραδιά της συγκρότησης της κυβέρνησης
Τζαννετάκη από τα καθοδηγητικά όργανα της αριστεράς στα οποία
συµµετείχε. Είναι ο πρώτος που την κατάγγειλε δηµόσια ως την απαρχή του
«βρώµικου 1989».
ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ
υπουργεια φεουδα και φεουδαρχεσ υπουργοι

ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ ΦΕΟΥΔΑ ΚΑΙ ΦΕΟΥΔΑΡΧΕΣ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

Όταν η Καθολική Εκκλησία διασπάστηκε από τον Λούθηρο, πολλοί πρίγκιπες-φεουδάρχες, ηγεμόνες των γερμανικών κρατιδίων προσχώρησαν στον προτεσταντισμό.

 Η Συνθήκη της Βεστφαλίας είχε καθιερώσει την αρχή του τοπικού κράτους και την κυριαρχία του ηγεμόνα επί των υπηκόων του. Θέτοντας τέρμα στους θρησκευτικούς πολέμους, η Συνθήκη προέβλεπε ότι οι υπήκοοι των πριγκίπων-φεουδαρχών θα ακολουθούν το θρήσκευμα του ηγεμόνα τους.

Όσοι ηγεμόνες έφευγαν από τη σκέπη του Βατικανού, μετέφεραν μαζί τους στα νέα θρησκευτικά «πιστεύω» και Εκκλησία, ως είδος κοινωνικής προίκας, τον πληθυσμό.

Πολλοί ιστορικοί αναρωτήθηκαν γιατί αρχικά η επιρροή του Λούθηρου ήταν ισχυρότερη στους πρίγκιπες, φεουδάρχες από ό,τι στον πληθυσμό τους.

 Η απάντηση είναι πολύ απλή: Οι ιδιοκτησίες στα γερμανικά κρατίδια μπορεί να βρίσκονταν υπό την εποπτεία των τοπικών ηγεμόνων, αλλά ήταν κληρονομιά της διαλυόμενης Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας και τυπικά ιδιοκτησία του πάπα. Με τη θρησκευτική μετακίνησή τους, οι ηγεμόνες μετακίνησαν αυτές τις ιδιοκτησίες από το Βατικανό στους ίδιους. Ο Λούθηρος ήθελε οπαδούς και όχι ιδιοκτησίες. Αργότερα, έπειτα από συμφωνίες με την Καθολική Εκκλησία, πολλοί ηγεμόνες επέστρεψαν και πάλι στο Βατικανό, αφού πρώτα διασφάλισαν ότι οι ιδιοκτησίες θα παραμείνουν στα χέρια τους.

Το δίδαγμα από αυτό το ιστορικό παράδειγμα είναι σαφές: απόψεις, κοσμοθεωρητικές προσεγγίσεις, τα «πιστεύω» των πριγκίπων-φεουδαρχών ήταν σε ευθεία συνάρτηση με τα προσωπικά τους συμφέροντα. Ολόκληροι λαοί μετακινούνταν από τη μία άποψη στην άλλη, στο όνομα δήθεν θεϊκών επιταγών και αναγκών, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα εγωιστικά συμφέροντα των ηγεμόνων τους. Οι δε πληθυσμοί ήταν ένα είδος «θεϊκής προίκας», η οποία μετακινιόταν ή όχι, ανάλογα με την αντίληψη συμφερόντων και αξιοπρέπειας των φεουδαρχών-ηγεμόνων.

Η συμπεριφορά πολλών υπουργών στις κυβερνήσεις στη χώρα μας αναδεικνύει το γεγονός ότι στην ελληνική πολιτική σκηνή δεν υπάρχουν «απλά» επαγγελματίες πολιτικοί, αλλά και επαγγελματίες υπουργοί (ευτυχώς υπάρχουν σημαντικές φωτεινές εξαιρέσεις). Οι τελευταίοι αντιλαμβάνονται τα υπουργεία των οποίων προΐστανται ως φέουδά τους. Γι” αυτό δεν ενδιαφέρονται για το τι γίνεται στα υπόλοιπα υπουργεία, αν και μέλη της κυβέρνησης, προκειμένου να μην ανακατεύονται οι «άλλοι» στα δικά τους υπουργεία-φέουδα. Η πολιτική τους αξιοσύνη εξαρτάται, κατ” αυτούς, από τις αρμοδιότητες των υπουργείων τους και όχι από το αν έχουν όραμα για τα πολιτικά πεδία που εξυπηρετούν αυτά τα υπουργεία, αν είναι δημοκρατική η αντίληψή τους γι” αυτά ή όχι. Η συμπεριφορά τους θυμίζει τους πρίγκιπες-φεουδάρχες που θεωρούσαν το κράτος ένα είδος προίκας.

Τα μετακινούμενα πιστεύω τους δεν διαφέρουν και πολύ από τις μετακινήσεις απόψεων ανάμεσα στους πρίγκιπες-ηγεμόνες. Προπαγάνδισαν την ανάγκη ενίσχυσης του κράτους με την ίδια ένταση που υποκλίνονται σήμερα στις αγορές. Μας κυβερνούν επί δεκαετίες και έχουν άμεσες πολιτικές ευθύνες για το πού βρίσκεται η χώρα, αλλά, ταυτόχρονα, διατείνονται ότι είναι οι μόνοι κατάλληλοι για να μας βγάλουν από την κρίση. Ανάλογα με τις προσωπικές τους καριέρες μετακινούνται από τον σοσιαλισμό στον νεοφιλελευθερισμό και ελπίζουν ότι στο μέλλον μπορούν να κάνουν εκ νέου την αντίστροφη πορεία. Αλλα λένε στο κόμμα τους, άλλα στις προσωπικές τους σχέσεις, άλλα εντός της κυβέρνησης και άλλα στους ψηφοφόρους που επιθυμούν να τους πείσουν να στηρίζουν τις πιο διαφορετικές πολιτικές. Είναι, πλέον, υπουργοί κατ” επάγγελμα.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»