Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κώστας είναι οικονομολόγος. Γεννήθηκε το 1953 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ήθελε να γίνει Αρχαιολόγος αλλά σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων. Το 1979 προσλήφθηκε ως Ελεγκτής στην μετά είκοσι χρόνια «δολοφονηθείσα» ελεγκτική εταιρία Arthur Andersen. Από τότε πήρε το δρόμο της επιχειρηματικής οργάνωσης και της πληροφορικής. Άρα τον Αύγουστο του 2011 συμπληρώνει 32 χρόνια έντονης επαγγελματικής εμπειρίας στην πρώτη γραμμή των θεμάτων εκσυγχρονισμού και οργάνωσης των επιχειρήσεων.
Τα τελευταία 22 χρόνια είναι επιχειρηματίας της τεχνολογίας. Έχει εμπειρίες συνεργασίας μέσα από εκατοντάδες εταιρίες και οργανισμούς σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Βρετανία, η Κύπρος, η Ρουμανία, η Τουρκία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Βουλγαρία, η Γερμανία και άλλες, όπου λειτούργησε ως προμηθευτής και σύμβουλος υπηρεσιών και λογισμικού.
Για δυο χρόνια υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΠΑΠ
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
υπαρχει και η πραγματικη οικονομια

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

TΩPA που έπεσε ο αχός των αντιδράσεων για την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, καλό είναι να δούμε μερικά ζητήματα που αφορούν την πραγματική οικονομία, δηλαδή αυτή στην οποία στηρίζεται η χώρα για να ντυθεί, να φάει, να στεγαστεί και να ζήσει.

Μέχρι τώρα τα ελλείμματα του Δημοσίου και η εκποίηση της περιουσίας του καταφέρνουν να μονοπωλούν όχι μόνο την ελληνική αλλά και την παγκόσμια κοινή γνώμη. Oμως υπάρχει και η άλλη Ελλάδα, που βρίσκεται βαθιά μέσα στην ύφεση. Σύμφωνα λοιπόν με πρόσφατη μελέτη του ΣΕΒ για την πορεία της επιχειρηματικής δράσης στη χώρα μας, παρουσιάζεται ανάγλυφα η συνεισφορά των μεγάλων επιχειρήσεων στις μισθολογικές απολαβές των εργαζομένων, στην καταβολή κατά τεκμήριο υψηλότερων μισθών αλλά και ασφαλιστικών εισφορών από τον ελληνικό μέσο όρο. Εν όψει της νέας αναμενόμενης φορολογικής «αφαίμαξης» των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα από τα πρόσφατα μέτρα έχει ενδιαφέρον να τονιστεί ότι τη μερίδα του λέοντος θα κληθούν εκ νέου να καταβάλουν οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στις μεγάλες, οργανωμένες επιχειρήσεις της χώρας (πάνω από 250 υπαλλήλους).

 Τα στοιχεία δείχνουν πως παρατηρείται μεγάλη μείωση των κερδών και του αριθμού των απασχολουμένων στο τέλος του 2009, ενώ μείωση παρουσιάζουν και οι πωλήσεις. Στο σύνολο των Α.Ε. και ΕΠΕ που μελετήθηκαν (περίπου 34 χιλιάδες) οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 13,5% και τα καθαρά κέρδη παρουσιάζονται μειωμένα κατά 34%. Το πλέον ενδιαφέρον είναι ότι η απασχόληση στις επιχειρήσεις αυτές μειώθηκε κατά 30%, δηλαδή 300 χιλιάδες άτομα έχασαν τη θέση τους μόνο το 2009. Αναμένουμε με ενδιαφέρον τα αντίστοιχα αποτελέσματα για το 2010, τα οποία μόνο κατά τους ακριβείς αριθμούς μπορεί να μας φωτίσουν, καθ’Α όσον ξέρουμε ήδη την αρνητική τάση τους.

Eνα ιδιαίτερα ανησυχητικό γεγονός είναι ότι το 40% του συνόλου των απασχολουμένων σε Α.Ε. και ΕΠΕ εργάζονται σε ζημιογόνες και οριακά κερδοφόρες επιχειρήσεις. Αυτό είναι μια θρυαλλίδα στον κοινωνικό ιστό της χώρας. Aτομα με ανασφάλεια και αβεβαιότητα για την εργασιακή τους θέση τείνουν να κλείνονται αμυντικά στις απολύτως απαραίτητες δαπάνες και αποφεύγουν κάθε «κατανάλωση», που με τη σειρά της θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την ανάπτυξη.

Η μείωση των απασχολουμένων, ειδικά στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, θα πλήξει επίσης και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ιδιαίτερα το ΙΚΑ. Eχει παρατηρηθεί πως οι μεγάλες επιχειρήσεις –πάνω από 250 άτομα–, αν και αποτελούν μόλις το 1% του δείγματος, εν τούτοις πληρώνουν το 29% των εισφορών προς το ΙΚΑ. Αν προσθέσουμε και τις επιχειρήσεις με αριθμό απασχολουμένων πάνω από 50 άτομα, τότε οι εισφορές προς το ΙΚΑ φτάνουν περίπου το 55%. Aρα η εισφοροδοτική ικανότητα του συνόλου των εργαζομένων αναμένεται να μειωθεί σημαντικά, προσθέτοντας πονοκεφάλους και στο ΙΚΑ από αυτή την πλευρά. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι εργαζόμενοι σε μεγάλες επιχειρήσεις καταβάλλουν φόρο εισοδήματος κατά μέσο όρο 3.200 ευρώ ετησίως, ποσό που τους κατατάσσει στην κορυφή των φορολογουμένων της χώρας. Αυτά τα στοιχεία είναι συγκλονιστικά όταν μπούν στον φακό της πολυπόθητης ανάπτυξης. Κάθε μέρα που περνά χωρίς μέτρα σταθεροποίησης και ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας θα χρειάζεται εκθετικά περισσότερη προσπάθεια και κόστος για να αντιστραφεί στο εγγύς μέλλον η κατηφοριά.