Ο Δημήτρης Στεργίου αναλύει την ελληνική τραγωδία με το χρέος. Σημειώνει ότι τις εγκληματικές σπατάλες θα έπρεπε να ήταν περίπου 170 δισ. ευρώ, ενώ αποκαλύπτει ότι από τα 140 δισ. ευρώ του PSI των ιδιωτών, για τη μείωση του χρέους πήγαν μόνο 51 δισ.


Επιτρέψτε μου να συμμετάσχω στη διαδικτυακή  συζήτηση που άνοιξε η διαπρεπής οικονομολόγος κυρία Μιράντα Ξαφά, με ένα σημαντικό πίνακα για την εξέλιξη του δημόσιου χρέους (ως % του ΑΕΠ) και ένα σύντομο σχόλιό της, με ένα δικό μου πίνακα και με τις ακόλουθες παρατηρήσεις.

Κατ΄ αρχάς, το  «μη βιώσιμο χρέος» των 299,7 δις. ευρώ ή 129,3 % του ΑΕΠ του «επάρατου» 2009 εκτοξεύθηκε, με την εφαρμογή του πρώτου μνημονίου, σε δύο χρόνια, στο επίπεδο των 350,1 δις. ευρώ το 2011, ενώ όλοι, κυβέρνηση και τρόικα μας «δούλευαν» υποσχόμενοι ότι θα … μειωνόταν!

Αμ δε! Έτσι, καθώς το χρέος αποκτούσε μιαν εφιαλτική δυναμική, στη Σύνοδο Κορυφής στις 26 Οκτωβρίου 2011 αποφασίσθηκε  περαιτέρω βοήθεια προς την Ελλάδα, δηλαδή ένα νέο πρόγραμμα με αύξηση της βοήθειας των 109 δισ. ευρώ του Ιουλίου σε 130 δισ. ευρώ, το οποίο μαζί με το υπόλοιπο του πρώτου προγράμματος έφτανε στο ιλιγγιώδες ποσό των 167 δις. ευρώ!!!

Το χρέος και το PSI

Το πρόγραμμα όμως αυτό περιελάμβανε  την εθελοντική ανταλλαγή ομολόγων που διακρατούσε ο ιδιωτικός τομέας με νέα ομόλογα, με παράλληλη περικοπή της ονομαστικής αξίας κατά 50%. Πρόκειται, δηλαδή, για το γνωστό «κούρεμα» ή PSI, που αποτελεί την αγριότερη παρέμβαση σε οικονομία και την εφιαλτικότερη λεηλασία της ιδιωτικής περιουσίας, των τραπεζών και των ασφαλιστικών ταμείων.

Αλλά, η απογοήτευση και η αγανάκτηση αυτή διατρανώνεται και από τη μελαγχολική διαπίστωση ότι πήγε στράφι και η τεράστια αυτή θυσία του ελληνικού λαού, όπως και όλες στη συνέχεια και οι σημερινή. Το πρώτο δίμηνο του 2012 ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις για το πρόγραμμα αυτό, για το «κούρεμα», δηλαδή. Όπως προκύπτει από την έκδοση της Τράπεζας της Ελλάδος «Το Χρονικό της Κρίσης: 2010-2013», το συνολικό καθαρό όφελος (μείωση του χρέους) των 137,9 δις. ευρώ που προέκυψε από το «κούρεμα» μετριάστηκε σημαντικά λόγω:

α) της ανάγκης για ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών με έκδοση νέου χρέους ύψους 41 δις. ευρώ εντός του 2012,

β) του δανεισμού ύψους 11,3 δις. ευρώ για την επαναγορά χρέους το Δεκέμβριο, 

γ) του γεγονότος ότι η μείωση της αξίας των ομολόγων που διακρατούσαν τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία ή άλλοι φορείς, ύψους 16,2 δις. ευρώ,  δεν οδήγησε σε μείωση του χρέους, επειδή επρόκειτο για ενδοκυβερνητικό χρέος,

δ) του δανεισμού 4,5 δις. ευρώ για την παροχή ομολόγων του ΕΦΣΕ στα ασφαλιστικά ταμεία ως αντισταθμικού οφέλους έναντι της μείωσης των απαιτήσεων που υπέστησαν,

ε) της ανάγκης δανεισμού 11,9 δισ. ευρώ για την κάλυψη του ελλείμματος του 2012 και

στ) λοιπών υποχρεώσεων του Δημοσίου (π.χ. πληρωμές στον ΕΜΣ, πληρωμές παλαιών οφειλών κλπ) συνολικού ύψους 1,9 δισ. ευρώ.

Πότε το χρέος μειώθηκε

Το καθαρό αποτέλεσμα όλων αυτών των συναλλαγών ήταν  η μείωση του χρέους  εντός του 2012 μόνο κατά  51,2 δισ. ευρώ. Πράγματι,  το χρέος που το 2011 είχε διαμορφωθεί σε 355,1 δισ. ευρώ το 2011 (από 329,4 δισ. ευρώ το 2010!!!), το 2012 συρρικνώθηκε στα 303,9 δισ. ευρώ, δηλαδή μειώθηκε μόνο κατά 51,2 δισ. ευρώ, αλλά την επόμενη χρονιά (2013) αυξήθηκε κατά 16 περίπου δισ. ευρώ, δηλαδή στα 319,2 δισ. ευρώ, δηλαδή στα ίδια επίπεδα που προβλεπόταν  ότι θα διαμορφωνόταν  και το 2017, παρά τη σημαντική συρρίκνωση των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους σε όλη αυτή την περίοδο.

Μελαγχολικό συμπέρασμα: Από τα 167 δις. ευρώ του «κουρέματος» μόνο 50 δις. ευρώ πήγαν σε μείωση του χρέους. Δηλαδή, δεν θα γινόταν καθόλου «κούρεμα» αν είχε επιτευχθεί ο στόχος για έσοδα 50 δις. ευρώ από αποκρατικοποιήσεις, όπως υπόσχονταν,  έως το 2015. Αμ δε! Διότι, τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις το 2012 και το 2013 ανήλθαν μόνο  σε 2,7 δις. ευρώ, ενώ τα προγράμματα πρόβλεπαν  ποσό 11,9 δις. ευρώ!

Έσοδα από αποκρατικοποιήσεις;

Ύστερα, στη συνέχεια, σε κάθε κρατικό προϋπολογισμό «υπόσχονταν» έσοδα από αποκρατικοποιήσεις, τα οποία το 2018 θα έφθαναν στο ποσό των 26,8 δις. ευρώ! Αμ δε! Εισπράχθηκαν μόνο 7,4 δις. ευρώ! (βλέπε πίνακα)

Μελαγχολικό συμπέρασμα δεύτερον: Αν δεν σπαταλούνταν το ποσό του «κουρέματος» 137 δις. ευρώ), πραγματοποιούνταν οι στόχοι για έσοδα από αποκρατικοποιήσεις (27 περίπου δις. ευρώ), πήγαιναν σε μείωση του χρέους τα «πραγματικά» και όχι «ωραιοποιημένα» πρωτογενή πλεονάσματα (αυτόν το σκοπό έχουν!) και αξιοποιούνταν η ευνοϊκή συγκυρία του χαμηλού κόστους δανεισμού (διότι είναι ένας παράγοντας σημαντικός), τότε το χρέος σήμερα θα ήταν στα επίπεδα των … 170 δις. ευρώ ή περίπου 100% του ΑΕΠ!!!

Μελαγχολικό συμπέρασμα τρίτον: Την περίοδο της εφαρμογής των Μνημονίων εξασφαλίσθηκαν πάνω από 900 δις. ευρώ, που πήγαν για τον γάμο του Καραγκιόζη. Ιδού:

Πρώτο Μνημόνιο (2010-2013): 77,3+30,0=107,3 ευρώ

Δεύτερο Μνημόνιο (2012-2014, παράταση έως το 2015):164,5 ευρώ

Τρίτο Μνημόνιο (2015-2018): 86 δις. ευρώ

Σύνολο: 357,3 = 64,2 από μέτρα=421,5 δις. ευρώ

Συν άλλα 137,9 δις. ευρώ από το «κούρεμα» για μείωση του χρέους

Συν 326 δις. από φόρους.

Γενικό σύνολο 421,5+137,9+326=885,4 ευρώ

Η ίδια ιστορία ως τραγωδία

Αλλά, πιο μελαγχολική είναι η διαπίστωση ότι η ιστορία στην Ελλάδα,  όπως έλεγε ο Μαρξ, επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως φάρσα και τη δεύτερη ως τραγωδία. Δηλαδή, επαναλήφθηκε η σπατάλη  των κυβερνήσεων Σημίτη. Κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του υπερδιπλασίασε το δημόσιο χρέος της χώρας μας, ενώ ,αν είχαν αξιοποιηθεί οι προκλητικά ευνοϊκό περιβάλλον (υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, υψηλό ονομαστικό χρέος, υψηλά έσοδα από αποκρατικοποιήσεις και χαμηλό κόστος δανεισμού) και δεν έδινε όλα αυτά για τη λειτουργία και συντήρηση κυρίως ζημιογόνων δημόσιων επιχειρήσεων,  θα είχε συρρικνωθεί στο 60% του ΑΕΠ το 2003…

Συγκεκριμένα:

1. Το πρωτογενές πλεόνασμα  κατά την περίοδο 1996 – 2003 είχε διαμορφωθεί το 1996 έως το 2002 σε υψηλά επίπεδα και κυμαινόταν μεταξύ 2,9% του ΑΕΠ και 7,2% του ΑΕΠ . Μόνο το 2003 το πρωτογενές πλεόνασμα  συρρικνώθηκε στο1,4% του ΑΕΠ.

2. Σε υψηλά επίπεδα ανέρχονταν και οι ρυθμοί αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο, αφού κυμαίνονταν μεταξύ 6,5% και 10,7%!

3. Το κόστος δανεισμού από το 1996 άρχισε να συρρικνώνεται  συνεχώς και από 10,% του ΑΕΠ μειώθηκε σταδιακά στο  5% το 2003.

4. Τα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις  ανήλθαν την περίοδο 1096 – 2003 σε 15,4 δις. ευρώ.

Ποιοι και πόσο αύξησαν το χρέος

Παρά τις προκλητικά αυτές ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, ο κ. Σημίτης ως πρωθυπουργός  αύξησε στο χρέος κατά 83,1 δις. κατά τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος ή κατά 93,2 δις. ευρώ κατά τις δικές μας εκτιμήσεις, οι οποίες στηρίζονται και στην αναθεώρηση στοιχείων της Eurostat to 2004 και για το χρέος, στο οποίο ενέταξε ποσά κυρίως  τις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς. Έτσι, από 85,6 δις. ευρώ το 1995 το χρέος διαμορφώθηκε  σε 169 δις ευρώ το 2003 ή κατά 97,1%, δηλαδή σχεδόν το διπλασίασε! Με βάση τις εκτιμήσεις μας από τις μεταβολές του χρέους σε απόλυτους αριθμούς κατά την περίοδο 1996 – 2003, ο χρέος κατά την περίοδο αυτή αυξήθηκε κατά 93,2 δις. ευρώ ή κατά 108%, δηλαδή υπερδιπλασιάσθηκε.

Πέρα από τη δραματική αυτή εξέλιξη του δημόσιου χρέους σε απόλυτους αριθμούς κατά την πρωθυπουργία του κ. Σημίτη, μηδενική σχεδόν ήταν και η πρόοδος στη διαμόρφωση του χρέους  ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Όπως προκύπτει από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και από δικές μας  εκτιμήσεις μας μετά την αναθεώρηση  στοιχείων  από την  Eurostat το 2004 για το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, ο κ. Σημίτης παρέλαβε το 1996 από την προηγούμενη κυβέρνησή του ΠΑΣΟΚ ή από τον εαυτόν του ένα χρέος που το 1995 ήταν  108,7% του ΑΕΠ το 1995  κατά την Τράπεζα της Ελλάδος ή 110,1% κατά άλλα επίσημα στοιχεία και το παρέδωσε  στο 97,4% του ΑΕΠ κατά την Τράπεζα της Ελλάδος. Σύμφωνα όμως με δικές μας εκτιμήσεις που λαμβάνουν υπόψη τις αναθεωρήσεις  της Eurostat  για τα έτη 2000-2003, ο κ. Σημίτης διαμόρφωσε το δημόσιο χρέος στο  109,9% του ΑΕΠ.

Η κακοδαιμονία

Είναι απογοητευτική η διαπίστωση ότι παρά την προκλητική ευνοϊκή συγκυρία, το χρέος υπερδιπλασιάσθηκε σε απόλυτους αριθμούς ή, ύστερα από μερικές σημαντικές αυξήσεις κυρίως το 2000, το 2001 και το 2002, διαμορφώθηκε στα ίδια περίπου επίπεδα με τα αντίστοιχα του 1995 ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Τα αίτια της κακοδαιμονίας αυτής αναζητούνται στη συμφορά της λειτουργίας και συντήρησης ζημιογόνων δημόσιων επιχειρήσεων, οι οποίες εξανέμιζαν κάθε σχεδόν χρόνο την ευνοϊκή συμβολή των πρωτογενών πλεονασμάτων, του υψηλού ονομαστικού ΑΕΠ, των υψηλών εσόδων από αποκρατικοποιήσεις και το χαμηλό σχετικά κόστος δανεισμού, όπως προκύπτει από στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία, σε όλες τις εκθέσεις της  δημοσιεύει ανάλυση των μεταβολών του  δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ καθώς και τους παράγοντες που συμβάλουν στις μεταβολές αυτές.

Σημειώνεται ότι κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας του κ. Σημίτη αποδείχθηκαν συμφορά για την ελληνική οικονομία τα εκλογικά ή προεκλογικά έτη, όπως το 1996, το 2000 και το 2003. Μόνο κατά τα έτη αυτά το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 45 δις. ευρώ!

Αποκρατικοποιήσεις: Πολλά «κεράσια», μικρό καλάθι

(Σε δις ευρώ)

Έτος

Στόχος

Πραγματοποιήσεις

Χρέος

Χρέος (% ΑΕΠ)

2011

355,7

180,6

2012

9,3

1,7

304,7*

156,9

2013

2,6

1,0

319,2

174,9

2014

3,6

0,4

319,7

177,9

2015

2,5

0,3

311,7

177,4

2016

2,0

0,5

315,0

178,5

2017

2,6

1,4

317,4

176,1

2018

2,7

2,1

335,0

180,4

2019

1,5

323,5

167,8

Σύνολο

26,8

7,4

*Μείωση μόνο κατά 50 περίπου δις. ευρώ, ενώ το «κούρεμα» ήταν 140 περίπου δις. ευρώ!

Previous articleΗ Δύση ως θύμα της επιτυχίας της
Next articleΘυμηδία
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
Ο Δημήτριος Στεργίου είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στην Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας το 1942 από αγρότες γονείς. Μετά την αποφοίτησή του με άριστα (πρώτος) από το Γυμνάσιο της Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου το 1961, σπούδασε πολιτικές και οικονομικές και, στη συνέχεια, φιλοσοφικές επιστήμες. Από το 1966 έως το 1970 ήταν μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού "Τραπεζική και Οικονομοτεχνική Επιθεώρηση" και μελετητής-αναλυτής στο ομώνυμο "Οικονομοτεχνικό Κέντρο", που κατήρτιζε μελέτες χρηματοδότησης από τις τράπεζες επιχειρήσεων για την πραγματοποίηση μεγάλων επενδύσεων. Το 1971 προσελήφθη στον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη ως συντάκτης του "Οικονομικού Ταχυδρόμου", ενώ παράλληλα έγραφε μεγάλες κοινωνικοοικονομικές έρευνες στις εφημερίδες "Το Βήμα" και "Τα Νέα". Το 1978 έγινε αρχισυντάκτης και στη συνέχεια διευθυντής Σύνταξης του "Οικονομικού Ταχυδρόμου" και αρθρογράφος-σχολιογράφος στα "Νέα" καθώς και υπεύθυνος της στήλης "Μικρο-Μακροοικονομικά" στο "Βήμα της Κυριακής". Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών και έχει βραβευθεί από φορείς και οργανώσεις. Το 2000, ύστερα από τριάντα χρόνια, αποχώρησε από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη και από τον τον "Οικονομικό Ταχυδρόμο" και ανέλαβε τη διεύθυνση του "Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής". Τώρα είναι συνταξιούχος.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.