Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος σημειώνει ότι τα funds βλέπουν επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα. Και αυτό γιατί η ελληνική οικονομία διαθέτει ευελιξία και μοιάζει με κρις κραφτ απέναντι στα τάνκερ. Το θέμα είναι ποια funds για ποιες επενδύσεις. Διοτί αν είναι distress funds καλύτερα όχι.


Άραβες, Ισραηλινοί, Αμερικανοί, αλλά και Έλληνες επενδυτές, είναι πρόθυμοι να δοκιμάσουν την τύχη τους στην Ελλάδα. Τόσο για οικονομικούς όσο και για γεωπολιτικούς λόγους. Το ερώτημα είναι όμως αν θα αποφασίσουν να κάνουν το βήμα που πρέπει. «Αισιοδοξώ ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο»,μας λέει ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων κ. Άδωνις Γεωργιάδης και δεν κρύβει ένα πλατύ χαμόγελο.

«Το timing αυτή τη στιγμή είναι πολύ καλό τόσο για τα ελληνικά όσο και για τα ξένα funds» για να επενδύσουν στη χώρα μας. Αυτή είναι η εκτίμηση του Απόστολου Ταμβακάκη, καταξιωμένου πρώην τραπεζίτη και σήμερα ιδρυτή και Manager Partner του μεγαλύτερου ελληνικού private equity, του EOS Capital Partners.

Κρις κραφτ απέναντι στα τάνκερ

Στην παρούσα φάση, ο πολύπειρος χρηματοοικονομικός μάνατζερ διαβλέπει ότι λόγω των πόρων από τα ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, θα υπάρξουν σοβαρές ευκαιρίες στην Ελλάδα, ικανές να την βοηθήσουν να αλλάξει πορεία  αν τα επενδυτικά κεφάλαια τοποθετηθούν σωστά. Και από αυτή την οπτική γωνία, ο Απ.Ταμβακάκης ,συνηθίζει να παρομοιάζει την Ελλάδα με «κρις κραφτ», που διαθέτει ευελιξία έναντι των «τάνκερ»…

Και  δεν έχει άδικο. Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει υψηλό βαθμό ευελιξίας. Προσόν θετικό για την πορεία της και τις ανταποκρίσεις της σε κρίσεις. Η ευελιξία είναι θετική όμως και κάθε φορά που μια οικονομία έχει να αντιμετωπίσει προκλήσεις προσαρμογής σε νέες συνθήκες. Και από την άποψη αυτή, η προσέλκυση κεφαλαίων μέσω των private equity, των hedge funds, των family funds και άλλων, αποτελεί στοίχημα. Αν τα διάφορα διεθνή επενδυτικά ταμεία ανοίξουν τα χρηματοκιβώτια τους, ο δρόμος για ένα καλύτερο αύριο θα είναι πιο ορατός. Για να επιτευχθεί αυτό όμως σίγουρα απαιτείται μια στρατηγική προσέλκυσής τους και όχι απλά η αναμονή για τις δικές τους κινήσεις όπως γινόταν μέχρι τώρα.

Το κεφαλαιακό «απόθεμα» που υπάρχει σήμερα διεθνώς στα ιδιωτικά επενδυτικά ταμεία, ξεπερνά τα 10.000 δισεκατομμύρια ευρώ και από μόνο του αποτελεί αναπτυξιακό εργαλείο αν κάποιοι μπορέσουν να το κινητοποιήσουν παραγωγικά και αποτελεσματικά.

Οι επενδύσεις των funds

Το ερώτημα είναι λοιπόν, πόσα από τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσε, βάσει ενός συγκεκριμένου σχεδίου προοπτικής να προσελκύσει και να απορροφήσει η Ελλάδα;

Μέχρι τώρα, τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύνολο των επενδύσεων στη χώρα μας από ελληνικά και ξένα funds βρίσκεται στο 0,15% του ΑΕΠ. όταν στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό βρίσκεται στο 0,55%.Το αποτέλεσμα δεν είναι θετικό, παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει κάποιες σημαντικές κινήσεις – τοποθετήσεις σε συγκεκριμένους κλάδους.

Σαφώς δε, αποτελεί θετικό πρόσημο το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν ιδρυθεί και ελληνικά funds που σήμερα φτάνουν τα 13 σε αριθμό.Τα κεφάλαια που διαχειρίζονται ωστόσο, συνολικά μόλις φτάνουν  τα 550 εκ. ευρώ.

Παρόλα αυτά, η ύπαρξή τους, αποτελεί ένα θετικό βήμα προς τα εμπρός και σ΄αυτές τις κινήσεις, δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης επιχειρηματίες, άνθρωποι της αγοράς, αλλά και θεσμικοί επενδυτές που συμμετέχουν σ΄αυτά. Το τελευταίο χρονικό διάστημα όμως,  υπάρχουν συζητήσεις και σχέδια για ίδρυση νέων ελληνικών funds,τα οποία προφανώς θα θελήσουν να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες μιάς γενικότερης ανάκαμψης στην Ευρώπη.

Τα λεφτά των distress funds

Για να κερδηθεί η ανάπτυξη οι μελέτες (ΣΕΒ-ΙΟΒΕ) κάνουν λόγο για την ανάγκη κάλυψης ενός επενδυτικού κενού τουλάχιστον 10 δισ. ετησίως για μια 10ετία. Η Ελλάδα με κανένα τρόπο δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο ως «τόπος» προσέλκυσης distress funds, «κυνηγών» ευκαιριών που προσβλέπουν σε άμεσες αποδόσεις, εξαγορές «κόκκινων» δανείων. Αυτή την «εικόνα» τη ζήσαμε έντονα στο πρόσφατο παρελθόν, ενώ πριν τον κορωνοϊό, έστω και δειλά στη διετία 2018-2019, εμφανίστηκαν κυρίως private equity funds με συγκεκριμένες επιχειρηματικές κινήσεις.

Παρ΄ότι πολλοί manager εκτιμούν ότι και τώρα είναι η ώρα των distress funds, το τοπίο παραμένει θολό. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί βλέπουν ότι για συγκεκριμένους κλάδους παραμένει ανοικτός ο δρόμος για κινήσεις επενδυτικών funds που δεν αποκλείεται να «χτυπήσουν» ρόλο στρατηγικού εταίρου σε εταιρίες προσανατολισμένες σταθερά σε δραστηριότητες που έχουν μέλλον. Πολλά πράγματα έτσι, θα μπορούσαν να αλλάξουν στην Ελλάδα. Μια χώρα που στην μεταβιομηχανική εποχή έχει πολύ περισσότερες δυνατότητες προόδου και ανάπτυξης από αυτές που είχε την βιομηχανική περίοδο. Από την οποίαν ήταν και απούσα για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους.

Προηγούμενο άρθροΤο οριστικό διαζύγιο Ερντογάν με τη Δύση
Επόμενο άρθροΕπαγγελματική εκπαίδευση μεταρρύθμιση για νέους και οικονομία
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.