Τα βασικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας σήμερα δεν είναι τόσο το χρέος της και η αποπληρωμή του σε 40 ή 50 έτη, αλλά τα έσοδα που θα επιτρέπουν την εξυπηρέτησή του. Υπό αυτή την έννοια, μείζον πρόβλημα –το οποίο συσκοτίζεται συστηματικά– είναι η ανάπτυξη της χώρας και η αναδιάρθρωση του παραγωγικού της ιστού. Όμως, ο κ. Αλέξης Τσίπρας και το κόμμα του κρατούν σχεδόν κρυφή αυτή την διάσταση της οικονομικής πραγματικότητος, προφανώς γιατί θέλουν να αποφύγουν την όποια συγκεκριμένη συζήτηση με αντικείμενο την ανάπτυξη.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να κατέχει κανείς ειδικές οικονομικές γνώσεις για να καταλάβει ότι ανάπτυξη χωρίς επενδύσεις δεν μπορεί να υπάρξει. Επίσης, αυτονόητο είναι ότι, για να αρθούν οι πολιτικές λιτότητος, απαιτείται υψηλή επενδυτική δραστηριότητα –που στην Ελλάδα είναι το μέγα ζητούμενο δέκα και πλέον χρόνια τώρα.

Από την είσοδό μας στην ευρωζώνη και μετά, η χώρα δανειζόταν τεράστια ποσά για να καταναλώνει και κανείς ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τα έσοδα που σε κάποια φάση θα ήσαν απαραίτητα ώστε να εξυπηρετούνται τα δανεικά. Για τους πολιτικούς, και ιδιαίτερα για αυτούς που έχουν τον κρατισμό στο πετσί τους, το να πουλάνε κατανάλωση στο κοινό είναι μία πολύ εύκολη υπόθεση. Αντίθετα, το να ομιλούν για ανάπτυξη και επενδύσεις είναι δυσκολότερο, καθ’ όσον η όποια συζήτηση έχει έντονα ορθολογικό χαρακτήρα και ελάχιστες συναισθηματικές αποχρώσεις.

[quote text_size=»small»]

Σήμερα, η κατάσταση είναι κρίσιμη. Η Ελλάδα βρίσκεται σε ύφεση, με υψηλή ανεργία και με μηδενικό κεφάλαιο εμπιστοσύνης. Κατά συνέπεια, αν η εκτέλεση του τρίτου μνημονίου που ανέλαβε η κυβέρνηση δεν συνοδευτεί με υψηλούς ρυθμούς αναπτύξεως, η συντριβή της χώρας θα είναι βέβαιη. Και, από την άποψη αυτή, τα ποσοτικά στοιχεία (με τα οποία σχεδόν κανείς δεν ασχολείται) κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά είναι.

[/quote]

Όπως επισημαίνεται στο εβδομαδιαίο Δελτίο για την ελληνική οικονομία που εκδίδει ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας (ΣΕΒ), στην Ελλάδα, από το 2007 έως σήμερα οι επενδύσεις υστερούν έναντι των πραγματικών αναγκών της οικονομίας, με αποτέλεσμα αυτή η κατάσταση να αποτελεί την κυριότερη αιτία της μειώσεως του βιοτικού επιπέδου. Με βάση τα διαθέσιμα ποσοτικά στοιχεία, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της χώρας (μηχανήματα, εργοστάσια, σπίτια) μειώνεται κατά 15 δισεκατ. ευρώ ετησίως, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει αντίστοιχα η ανεργία.

«Με τους σημερινούς ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων, το βιοτικό επίπεδο (που συναρτάται με τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται) θα συνεχίσει να συρρικνούται. Κάθε χρόνο πρέπει να επενδύουμε τουλάχιστον 33 δισεκατ. ευρώ απλώς και μόνο για να διατηρείται το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού και πάνω από 33 δισεκατ. ευρώ τον χρόνο εάν θέλουμε το επίπεδο διαβίωσης να βελτιώνεται». Αυτά αναφέρει, μεταξύ άλλων, το Δελτίο του ΣΕΒ και επισημαίνει ότι η χώρα επιβιώνει χάρη στην στήριξη των μνημονίων, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η καθαρή αποταμίευση είναι αρνητική.

[quote text_size=»small»]

Κατά συνέπεια, όσο και αν αυτό δεν πολυαρέσει στην νέα κυβέρνηση, η προδιαγεγραμμένη πορεία με την εφαρμογή του τρίτου μνημονίου είναι να επανέλθει η χώρα σε ανάπτυξη με επενδύσεις που θα χρηματοδοτηθούν από το εξωτερικό, λόγω της αρνητικής αποταμίευσης των νοικοκυριών και της σχετικά χαμηλής κερδοφορίας των επιχειρήσεων –με τα κέρδη να απορροφώνται σε μεγάλο βαθμό από τις αποσβέσεις.

[/quote]

Σημειώνεται εν προκειμένω ότι οι αποσβέσεις στους εθνικούς λογαριασμούς είναι υψηλές λόγω του υψηλού αποθέματος κατοικιών που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία 30 χρόνια –που η αγορά ακινήτων γνώρισε μεγάλες δόξες με την αντιπαροχή, την είσοδο της χώρας στην ευρωζώνη, τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα το 2004 και την επίπλαστη ευημερία λόγω δανεικών από το εξωτερικό.

Αυτή την φορά, όμως, οι επενδύσεις θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν από αύξηση της εγχώριας αποταμίευσης των νοικοκυριών και από εισροές αποταμιεύσεων από το εξωτερικό, όχι τόσο με την μορφή δανεισμού μέσω αγοράς κρατικών ομολόγων αλλά μάλλον με την μορφή εισροής κεφαλαίων για άμεσες επενδύσεις και επενδύσεις χαρτοφυλακίου σε τίτλους ιδιωτικών επιχειρήσεων (μετοχές και εταιρικά ομόλογα), καθώς η οικονομία θα αναπτύσσεται και θα δημιουργεί νέα εισοδήματα και νέες επενδυτικές ευκαιρίες.

Με άλλα λόγια, αν η νέα-παλαιά κυβέρνηση δεν ανοιχθεί αμέσως στην ιδιωτική πρωτοβουλία και δεν προχωρήσει σε άμεση και αυστηρή γραφειοκρατική απελευθέρωση, το πλοίο «Ελλάς», ακόμα και αν «χαρισθεί» ολόκληρο το χρέος του, μόνο στον βυθό θα έχει θέση. Το ψέμματα τελείωσαν για τον κυβερνητικό σχηματισμό και τα κενά λόγια μόνον φτώχεια θα φέρνουν.

Previous articleΤΙ ΚΑΤΑΡΡΕΕΙ ΚΑΙ ΤΙ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ
Next articleΟ «ΝΕΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΣ» ΗΓΕΤΗΣ!
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.