Ο Ηλίας Καραβόλιας εξηγεί πως γίναμε φθηνότερα γκαρσόνια της Ευρώπης. Πως πριν από 40 χρόνια ξεκίνησε το ελληνικό τουριστικό θαύμα και ο τουρισμός άλλαξε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Μετατρέψαμε χωράφια σε οικόπεδα. Χτίσαμε ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια και φτάσαμε να δεχόμαστε 31 εκ. τουρίστες. Αυτοί αφήνουν μόλις 18 δισ. έσοδα για 946.000 εργαζόμενους.


Μετά την ένταξη μας στην ΕΟΚ πριν 40 χρόνια άλλαξε και το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Για παράδειγμα ξεριζώσαμε σταδιακά αμπέλια και φυτείες. Μετατρέψαμε τα χωράφια σε οικόπεδα. Εκεί, χτίσαμε με δάνεια και επιδοτήσεις (οι περισσότεροι) ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια.

Ο τουρισμός άλλαξε το παραγωγικό μοντέλο

Η μεταποίηση και η βιομηχανία είναι γνωστό ότι είχαν ήδη αρχίσει να σβήνουν. Η Ελλάδα ξεκινούσε να γίνει χώρα-πάροχος υπηρεσιών. Και χιλιάδες οικογένειες σήκωσαν ακίνητα για να τα νοικιάζουν καθώς “πουλούσαν” ένα τριπλό εμπόρευμα που αίφνης ανακάλυψαν ότι δεν κόστιζε: ήλιο, θάλασσα, ιστορικά αξιοθέατα.

Φθάσαμε 40 χρόνια μετά να έχουμε 31 εκατομμύρια τουρίστες (2019). Και να μιλάμε για 18 δισ. έσοδα στο ΑΕΠ που έμμεσα (πολλαπλασιαστής) φθάνουν στα 40-42 δισ. Και οι εργαζόμενοι, λόγω του πολλαπλασιαστή απασχόλησης, έφθασαν τις 946.000.

Κανείς όμως στα συστημικά έντυπα και sites δεν μπαίνει στον κόπο να αναλύσει πως διανέμονται αυτά τα έσοδα σε μεγάλους και μικρούς εργοδότες. Και πως στους 946.000 εργαζόμενους στον τουρισμό. Mόνο εξειδικευμένες μελέτες – συνήθως απο τους φορείς εργασίας / συνδικαλισμού – βοηθούν να βρούμε το αποτύπωμα της μακροοικονομικής εικόνας στα μεγέθη της καθημερινότητας, όπως ο μισθός της καμαριέρας και του σερβιτόρου.

Τι απέδωσε το ελληνικό τουριστικό θαύμα;

Ο Π. Δερμενάκης (σελ.17, Δρόμος 4/7) δημοσίευσε στοιχεία από την Τράπεζα της Ελλάδος που δείχνουν κάτι πολύ απλό για την τελευταία δεκαετία έκρηξης του τουρισμού. Με 12,5 εκατ. τουρίστες το 2000 είχαμε μια μέση κατά κεφαλή δαπάνη ανά τουρίστα 813 ευρώ. Και με 31 εκατ. αφίξεις το 2019 αυτή η δαπάνη (πόσα ξόδεψε ο κάθε τουρίστας κατά μ.ο. δηλαδή) έπεσε στα 564 ευρώ. Πτώση 30% ,την ώρα που τα συνολικά χρήματα που μπήκαν στην χώρα παρουσίασαν αύξηση 50% (από 12 δισ. το 2000 σε 18 δισ. το 2019). Η δε απασχόληση στον ευρύτερο κλάδο αυξήθηκε στην δεκαετία από 788,000 σε 946,000 άτομα. Δηλαδή αύξηση θέσεων εργασίας 20%.

Αντιλαμβάνεστε υποθέτω τι σημαίνουν αυτά τα ποσοστά αν συγκριθούν μεταξύ τους. (Ώστε να φθάσουμε σε πρακτικούς οικονομικούς όρους που δεν χρειάζονται οικονομετρικά μοντέλα ούτε στατιστικές προβολές). Περισσότεροι τουρίστες, λιγότερη μέση κατανάλωση από τον καθένα. Και αφού έχουμε περισσότερους εργαζόμενους, άρα αντιστοιχούν μικρότερες αμοιβές στον κάθε εργαζόμενο (σημ: Για το 2019 οι βασικοί μισθοί κυμάνθηκαν μόλις στα 792 έως 863 ευρώ. Περιττή υποθέτω η σύγκριση με τα προ 10ετίας επίπεδα…)

Ξέρω ότι μοιάζει υπεραπλουστευμένο το συμπέρασμα μου με τα ποσοστά. Ίσως είναι και δύσκολο να γίνει αντιληπτό. Αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Εσκεμμένα δεν χρησιμοποιώ σύνθετους θεωρητικούς όρους όπως: «Παραγωγικότητα», «μοναδιαίο κόστος εργασίας”, «συντελεστής μισθού”.

Οι σημερινοί (σε αναστολή) σερβιτόροι και οι καμαριέρες, δεν καταλαβαίνουν από αυτούς τους ξύλινους οικονομολογικούς όρους. Ξέρουν ότι επί δυο μήνες δεν επιδοτήθηκαν με αυτά που περίμεναν. Και σχεδόν καταλαβαίνουν ότι λόγω της κρίσης με την πανδημία, αν ποτέ φέτος ξαναπροσληφθούν θα είναι με μικρότερους μισθούς και με λιγότερες ώρες. Καθεστώς που ίσως μείνει για χρόνια…

Τα φθηνότερα γκαρσόνια της Ευρώπης

Μιλάμε για την μεγαλύτερη αγορά εργασίας στην Ελλάδα: σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι δουλεύουν επειδή άμεσα και έμμεσα εξαρτώνται από τα 31 εκατομμύρια τουρίστες, οι οποίοι φέρνουν 18 δισ.

Ο μισθός όμως υποχωρεί λόγω της πτώσης στην μέση δαπάνη ανά τουρίστα. Σωστό; Όχι φυσικά! Δεν υποχωρεί μόνο γι αυτό τον λόγο ο μισθός. Υποχωρεί και λόγω της 10ετούς λιτότητας που ζήσαμε και έπρεπε να σηκωθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας. Aλλά ποιός να εξηγήσει στα συστημικά ΜΜΕ την σκόπιμη σύγχυση της νεοκλασικής θεωρίας σχετικά με τους όρους παραγωγικότητα/ανταγωνιστικότητα….

Κλείνω με ένα συμπέρασμα που υπάρχει στο μυαλό πολλών. Γίναμε τα γκαρσόνια της Βόρειας Ευρώπης. Με το εισόδημα που κερδίζαμε από τις δαπάνες τους εδώ, ψωνίζαμε επί τέσσερις δεκαετίες τα δικά τους προϊόντα. Και γίναμε χώρα εισαγωγών (οπότε κάπως συμβάλλαμε και εμείς στο να κρατηθούν οι μισθοί τους στις χώρες τους). Τώρα πληρωνόμαστε λιγότερο αφού εν τω μεταξύ και αυτοί έχασαν αγοραστική δύναμη και ξοδεύουν λιγότερο. Δηλαδή τους παρέχουμε φθηνότερες υπηρεσίες: Γίναμε δηλαδή φθηνότερα γκαρσόνια. Μόνο που τώρα ψωνίζουμε κινεζικά και ασιατικά αυτοκίνητα, οπότε θα έχουν και αυτοί στον Βορρά πρόβλημα (το έχουν ήδη δηλαδή…)

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.