Ο Δημήτρης Μπότσης σκαλίζει την Ιστορία και μας μιλά για τα Τάγματα των Φίλων. Μια ιδέα που είχε ο Βρετανός στρατηγός Χένρυ Ρόουλινσον για να στρατολογίσει άνδρες και πως τελικά πήγαν εθελοντικά στη “Νεκρή Ζώνη” – την εκατόμβη του Α΄ΠΠ.


Η φετινή χρονιά, σηματοδοτεί έναν αιώνα από τον τερματισμό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και παρ’ όλο που από το 1918, έχει κυλήσει πυκνός χρόνος σε ιστορικά γεγονότα – με συνέπειες που φτάνουν μέχρι τις ημέρες μας – στην συλλογική μνήμη των Βρετανών διατηρείται ζωντανή η τραυματική εμπειρία της σφοδρότητας αυτής της πρώτης παγκόσμιας εκατόμβης.

Πεθαίνοντας στη Νεκρή Ζώνη τον Α΄ΠΠ

Ασφαλώς, σε αυτό συνετέλεσε η πρωτόγνωρα αδίστακτη χρήση της τεχνολογίας στα οπλικά συστήματα και στις τακτικές  των εμπολέμων. Αυτές και επέφεραν συντριπτικές απώλειες. Υπήρξαν αδιάκριτες και συντριπτικές σε ολόκληρο το εύρος της βρετανικής κοινωνίας της εποχής. Η οποία μέχρι τότε διατηρείτο έντονα και στεγανά διαστρωματωμένη.

Για πρώτη φορά αριστοκράτες και κοινοί, προνομιούχοι και μη, βρέθηκαν δίπλα – δίπλα. Το ίδιο αβοήθητοι μπροστά στην φωτιά των όπλων του αντιπάλου. Μοιράστηκαν εξίσου τις πιθανότητες του αφανισμού ή της επιβίωσης τους σε έναν αγώνα του οποίου κάθε ρομαντική επικάλυψη για τους άμεσα εμπλεκομένους, ξεθώριασε από τα πρώτα κιόλας βήματά τους στην Νεκρή Ζώνη (No Man’s Land) μεταξύ των χαρακωμάτων.

Με την έναρξη κιόλας του πολέμου τον Αύγουστο του 1914, τα επιτελεία του Βρετανικού στρατού αντιλήφθηκαν γρήγορα ότι η παγκόσμια σύρραξη που ξεκινούσε, θα ήταν ένας αγώνας τριβής. Βασανιστικά αργός στην εξέλιξή του που θα απαιτούσε πολύ αίμα μέχρι την λήξη του. Ένα από τα βασικά προβλήματα στα οποία έπρεπε να δοθεί λύση ήταν η λειψανδρία στην πρώτη γραμμή. Καθώς μέχρι το καλοκαίρι του 1914 ο Βρετανικός στρατός βασίζονταν σε ένα κλειστό, αριθμητικά περιορισμένο (μόνο 250.000 άνδρες) σώμα επαγγελματιών. Ο λόρδος Κίτσενερ (Lord Kitchener) ζήτησε λύσεις από τους ανώτατους αξιωματικούς του επιτελείου του, ώστε ο αριθμός των σχηματισμών να αυξηθεί γρήγορα. Να ανταποκριθεί η Βρετανία στις απαιτήσεις του πολέμου και να εξέλθει αυτού νικηφόρα.

Η ιδέα του σερ Χένρυ Ρόουλινσον

Την καλύτερη ιδέα την είχε ο διευθυντής της Στρατολογίας. Ο στρατηγός σερ Χένρυ Ρόουλινσον (Sir Henry Rowlinson) ο οποίος σκέφτηκε ότι οι νέοι άντρες θα μπορούσαν να προσέλθουν στα στρατολογικά γραφεία, με μεγαλύτερη προθυμία εάν γνώριζαν ότι θα υπηρετούσαν, από την εκπαίδευση μέχρι και την πρώτη γραμμή του μετώπου, στο ίδιο τάγμα δίπλα στους φίλους, στους γείτονες ή τους συναδέλφους τους. Η υλοποίηση αυτής της σκέψης ήταν ο σχηματισμός των “Pals Battalions”, των «Ταγμάτων των Φίλων»  όπως έμειναν από τότε γνωστά.

Ο Ρόουλινσον αρχικά, έκανε έκκληση στους επαγγελματίες του Σίτυ του Λονδίνου να δώσουν το παράδειγμα για ολόκληρη την χώρα. Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες τον Αύγουστο του 1914, 1600 νεαροί στην συντριπτική τους πλειονότητα χρηματιστές και υπάλληλοι χρηματιστηριακών εταιριών κατατάχθηκαν εθελοντικά και σχημάτισαν το «Τάγμα των Χρηματιστών» – επίσημη ονομασία  10ο Τάγμα του Συντάγματος των Βασιλικών Τυφεκιοφόρων του Λονδίνου (10th Royal Fusiliers).

Αμέσως σχεδόν, ακολούθησαν 1500 εθελοντές από το Λίβερπουλ. Με την πόλη να δίνει συνολικά τέσσερα τάγματα με τον ίδιο τρόπο μέχρι το τέλος του χρόνου.

Αναθαρρώντας από την ανέλπιστη επιτυχία του εγχειρήματος, ο Κίτσενερ οργανώνει άμεσα στρατολογικές εκκλήσεις σε ολόκληρη την χώρα. Ώστε κάθε πόλη, κάθε επαγγελματική ένωση, ακόμα και οι ποδοσφαιρικές ομάδες να συνεισφέρουν εθελοντές. Μέχρι το τέλος του 1914 πάνω από 50 πόλεις έχουν σχηματίσει με αμείωτο ενθουσιασμό «Τάγματα φίλων» από τους κατοίκους τους.

Τα τάγματα των Φίλων

Υπήρξε τέτοια η συνάφεια και οι κοινές αναφορές μεταξύ των εθελοντών αυτών των ταγμάτων που αξίζει να αναφερθούν εκείνα στα οποία ο δεσμός μεταξύ των αξιωματικών και των οπλιτών τους δεν εξαντλούνταν μόνο στην στενή εντοπιότητα ή την κοινή γεωγραφική προέλευση. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι πολλά ιδιωτικά σχολεία σχημάτισαν εθελοντικά τάγματα από απόφοιτους και παλαιούς μαθητές τους. Π.χ Το Τάγμα του σχολείου Grisby του Linkolnshire, που ονομάστηκε αμέσως «τα Φιλαράκια του Γκρίσμπι / Grisby Chums».

Ακόμα πιο εντυπωσιακές  φαντάζουν σήμερα οι περιπτώσεις εκείνων των ταγμάτων που σχηματίστηκαν γύρω από έναν πυρήνα επαγγελματιών ποδοσφαιριστών και των φιλάθλων των ομάδων τους.

Η δύναμη του 16ου  Τάγματος του συντάγματος  των Βασιλικών Σκώτων (Royal Scots) συμπεριελάμβανε ολόκληρες, την πρώτη και την αναπληρωματική, εντεκάδες της ομάδας του Εδιμβούργου “Hearts of Midlothian FC”. 

Η ιστορική ομάδα των εργατικών συνοικιών του ανατολικού Λονδίνου Γουέστ Χάμ (West Ham FC), επάνδρωσε και αυτή ένα τάγμα εθελοντών με  παίκτες και οπαδούς της ομάδας.

Το 13ο τάγμα, με την ονομασία Οι φίλοι της Γουέστ Χάμ (West Ham Pals) εντάχθηκε στο σύνταγμα του Έσσεξ. Και έλαβε μέρος σε μερικές από τις σκληρότερες μάχες του Δυτικού Μετώπου. Ο θρύλος της ομάδας λέει ότι η ιαχή “Up the Hammers” που και σήμερα δονεί τις κερκίδες της έδρας της στο Λονδίνο, πρωτοακούστηκε στα χαρακώματα της Φλάνδρας!

Τα «Σφυριά» τιμούν κάθε Νοέμβριο, μήνας λήξης του Α’ΠΠ μέσα στην έδρα τους εκείνους τους ποδοσφαιριστές και τους φιλάθλους που ανταποκρίθηκαν τότε, στο κάλεσμα της πατρίδας. Και επέλεξαν να πολεμήσουν κάτω από τον θυρεό της ομάδας τους αποτελώντας έκτοτε, περήφανο κομμάτι της ιστορίας και των δύο.

Το αίμα στην Μάχη του Σώμ

Η πατριωτική ευφορία και ο ενθουσιασμός των εθελοντών των «ταγμάτων των Φίλων» δέχτηκαν το καθοριστικό πλήγμα το καλοκαίρι του 1916. Η Μάχη του Σώμ (1η Ιουλίου 1916 – 18 Νοεμβρίου 1916) μέχρι σήμερα διατηρεί το θλιβερό προνόμιο να είναι η πλέον πολύνεκρη μάχη στην ιστορία του Βρετανικού Στρατού. 19.000 νεκροί και 38.000  τραυματίες, μόνο την πρώτη ημέρα της μάχης. Χωρίς κανένα ουσιαστικό κέρδος για τους Συμμάχους στο πεδίο του αγώνα.

Σχεδόν όλα όσα ενεπλάκησαν στην 5μηνη αυτή μάχη υπέστησαν συντριπτικές απώλειες με καμία προοπτική να μπορέσουν να τις αναπληρώσουν. Η άμεση απόφαση του Βρετανικού Επιτελείου ήταν κάποια από αυτά να διαλυθούν. Άλλα να ενσωματωθούν με μονάδες του τακτικού στρατού. Η πρακτική της εθελοντικής στρατολόγησης σε «τάγματα Φίλων» εγκαταλείφθηκε. Η πιεστική ανάγκη για την αναπλήρωση των απωλειών στα συντάγματα της πρώτης γραμμής στα διάφορα μέτωπα, γκρέμισαν την εικόνα της ρομαντικής ιδέας της «συντροφικής» συνυπηρέτησης. Αν και η πρακτική της εθελοντικής στράτευσης στο τοπικό σύνταγμα διατηρήθηκε, η σημασία του μειώθηκε. Και τον Μάρτιο του 1916 εισάγεται η υποχρεωτική στράτευση.

Πεθαίνοντας με κολλητούς στο μέτωπο

Όσο οι νεκροί και οι τραυματίες στις τάξεις του βρετανικού στρατού αυξάνονταν, ακόμα και τις περιόδους της παρατεταμένης αδράνειας ή της μειωμένης πολεμικής δραστηριότητας στις γραμμές του μετώπου, οι ίδιοι οι στρατιώτες αρχικά αλλά και οι συγγενείς τους στα μετόπισθεν, άρχισαν να συνειδητοποιούν το πρωτοφανές μέγεθος της τραγωδίας.

Με την λήξη του πολέμου οι επιζώντες γύρισαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Είτε άθικτοι είτε τραυματισμένοι (σωματικά ή ψυχικά), προσαρμόστηκαν σιγά-σιγά στους ρυθμούς της κανονικότητας της ειρήνης.

Ωστόσο, οι απώλειες του τετραετούς πολέμου στοίχειωναν τις γειτονιές, τα γραφεία, τους συλλόγους, τα γήπεδα και τις πάμπ, κάθε πόλης, κάθε χωριού της Βρετανίας. Καμία οικογένεια, καμία συλλογικότητα δεν είχε μείνει άθικτη από το άγγιγμα του θανάτου. Ο γιός του βρετανού Πρωθυπουργού Άσκουιθ, Ρέϋμοντ Ασκουιθ. Άριστος φοιτητής και απόφοιτος της Οξφόρδης. Λαμπρός νεαρός δικηγόρος με πιθανή έως σίγουρη την πολιτική καριέρα εμπρός του. Έπεσε στην πρώτη γραμμή στην Γαλλία δίπλα στους άντρες του λόχου του τον Σεπτέμβριο του 1916, σε ηλικία 32 ετών.

Μια ολόκληρη Γενιά χαμένη

Η Βρετανία μιλούσε πλέον συγκλονισμένη για την τραγωδία μιας ολόκληρης «Χαμένης Γενιάς» νέων ανδρών κάθε κοινωνικής και επαγγελματικής τάξης.

Φυσικά, ο Βρετανικός Στρατός έμαθε καλά το αιματοβαμμένο αυτό μάθημα και 21 χρόνια αργότερα, όταν άνοιξε  η δεύτερη παγκόσμια κόλαση, δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή να επαναλάβει τις πρακτικές για στρατολόγηση σε «Τάγματα Φίλων».

Ωστόσο η ιστορία αυτών των σχηματισμών από ερασιτέχνες στρατιώτες, που όπως έχει χαρακτηριστικά επισημανθεί  «χρειάστηκαν δύο χρόνια για να επανδρωθούν και μόνο δέκα λεπτά για να καταστραφούν» συγκινεί ακόμα ως ένα πικρό παράδειγμα συλλογικής διάψευσης προσδοκιών στην πολυτάραχη ιστορία της Ευρώπης.

Previous articleΆντε πάλι το Ασφαλιστικό
Next articleΗ νέα Τουρκία του Ερντογάν
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΤΣΗΣ
Ο Δημήτρης Αθαν. Μπότσης, γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1966 στην Αθήνα. Στέλεχος πολυεθνικών εταιριών τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών με σπουδές σε διοίκηση επιχειρήσεων. Ενδιαφέρεται, και κατά καιρούς γράφει, για θέματα γενικής πολιτικής και ιστορίας, καθώς και για θέματα της ιστοριογραφίας των Μεσογείων ( ιδιαίτερη πατρίδα του). Έχει συγγράψει, μεταφράσει και επιμεληθεί τρία βιβλία.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.