Ο Νικόλαος Τζιφάκης τοποθετείται για τη συμφωνία στις Πρέσπες. Προσδιορίζει τα όρια του συμβιβασμού υπενθυμίζοντας ότι καμία επιλογή της Αθήνας δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την ικανοποίηση όλων των στόχων της.


Αρκετοί έγκριτοι αναλυτές έχουν τις τελευταίες μέρες αναδείξει τις βασικές αδυναμίες της συμφωνίας για το ονοματολογικό ζήτημα. Πράγματι, η Ελλάδα δεν πήρε στις διαπραγματεύσεις όλα όσα επεδίωκε.

Η σύντομη ερμηνεία είναι ότι, συνήθως, αυτή είναι η κατάληξη ενός συμβιβασμού. Δεν υπάρχει νικητής ή ηττημένος σε μια συναινετική λύση. Η κάθε πλευρά διασφαλίζει τα πρωτεύοντα συμφέροντά της, κάνοντας υποχωρήσεις σε άλλα ζητήματα. Ωστόσο, ποια είναι τα συμφέροντα που έχουμε προτάξει στη διένεξη;   

Αν μελετήσουμε επίσημα έγγραφα όπως τις σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και την Ενδιάμεση Συμφωνία, θα παρατηρήσουμε ότι κεντρική μας επιδίωξη υπήρξε διαχρονικά η αλλαγή της ονομασίας του κράτους της γειτονικής χώρας. Δεν έχουμε καταγράψει στα εν λόγω έγγραφα τη διαφωνία μας για την ονομασία της εθνικότητας και της γλώσσας της ΠΓΔΜ. Μάλιστα, μετά το 1992 και την πρόταση Ο’ Νιλ για διπλή ονομασία (δηλ. διαφορετική ονομασία διεθνώς και στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας), ο βασικός στόχος της Αθήνας ήταν η όποια συμφωνία με τα Σκόπια για το όνομα του κράτους να έχει οικουμενική και πλήρη εφαρμογή. Η ΠΓΔΜ, από τη μεριά της, έχει ιστορικά υιοθετήσει ως κύριο στόχο τη διασφάλιση της εθνικότητας και της γλώσσας. Επομένως, με την πρόσφατη συμφωνία, η κάθε πλευρά κατοχύρωσε ότι είχε διαχρονικά ιεραρχήσει ως πολυτιμότερο.

Δεν ήταν προτεραιότητα εθνικότητα και γλώσσα

Αναμφίβολα, θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει διαφορετικές επιλογές. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να είχαμε δώσει προτεραιότητα στην εθνικότητα και τη γλώσσα. Αυτό έπραξε η Βουλγαρία η οποία σύναψε σχέσεις με τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας», τονίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη μακεδονικού έθνους και γλώσσας. Η επιλογή της Βουλγαρίας είναι συνεπής με τις ανησυχίες της περί αλυτρωτισμού. Είναι, πράγματι, τα έθνη και όχι τα κράτη τα οποία αναπτύσσουν αλυτρωτικές διαθέσεις.

Μια άλλη επιλογή θα ήταν να είχαμε προβάλει τα θέματα της ονομασίας του κράτους, της εθνικότητας και της γλώσσας ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο ζήτημα. Στην περίπτωση αυτή, ο όποιος συμβιβασμός θα περιλάμβανε πιθανότατα σημαντικές υποχωρήσεις στο εύρος της εφαρμογής της λύσης. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η λύση δεν θα είχε εσωτερική εφαρμογή στην ΠΓΔΜ.

Τα όρια του συμβιβασμού

Ένα τρίτο ενδεχόμενο θα ήταν να αρνηθούμε οποιοδήποτε συμβιβασμό, στη βάση της αντίληψης ότι η δική μας αναγνώριση έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την αναγνώριση 140 χωρών. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι οι βόρειοι γείτονές μας έχουν στο παρελθόν δηλώσει την ετοιμότητά τους να αποδεχτούν οποιοδήποτε όνομα για τη χώρα τους θα εφαρμοζόταν μόνο στις διμερείς μας σχέσεις. Ορθώς, ουδέποτε συναινέσαμε σε μια τέτοιου είδους λύση. 

Όλες οι παραπάνω επιλογές θα μπορούσαν να οδηγήσουν δυνητικά σε συμβιβασμούς με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρόσφατη συμφωνία. Καμία όμως επιλογή δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την ικανοποίηση όλων των στόχων μας. Και αν αυτή η διαπίστωση φαντάζει κοινότυπη, ας αναλογιστούμε την ευρύτερη απήχησή της στην ελληνική κοινή γνώμη.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.