Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ

Ο Δημήτρης Καπράνος είναι δημοσιογράφος, Διευθυντής του περιοδικού Shipping Monthly.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ
στο …ντιβανι

ΣΤΟ …ΝΤΙΒΑΝΙ

Στα σαράντα-και βάλε- χρόνια αδιάκοπης (χωρίς μια μέρα ανεργίας) θητείας μου στη μαχόμενη δημοσιογραφία (πεζοδρόμιο και σαλόνι) είχα πάντα την εντύπωση ότι μια συνέντευξη αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία ψυχοθεραπείας και των δυο μερών!

Ο δημοσιογράφος από τη μια και ο συνεντευξιαζόμενος από την άλλη, αποτελούν το ιδανικό ζευγάρι στο δωμάτιο του ψυχαναλυτή. Ανοίγεσαι και ανοίγεις.

Ωστόσο, για να αποτελέσει μια συνέντευξη «ψυχογράφημα» των δυο πλευρών, για να έχει το ποθητό αποτέλεσμα για τα δυο μέρη και τον αναγνώστη, φυσικά, θα πρέπει να έρχονται οι δυο πλευρές αντιμέτωπες «τετ-α-τετ». Κάτι που, δυστυχώς, στην εποχή μας έχει πάψει από χρόνια να γίνεται.

Το κακό άρχισε όταν εμφανίστηκε το «φαξ». Όταν είπα, για πρώτη φορά, στον Αλέκο Φιλιππόπουλο ότι «έστειλα τις ερωτήσεις με το φαξ, όπως μου ζήτησε ο υπουργός», κατέβασε τα μάτια και μου είπε, μετά από μικρή παύση. «Πάει πια, μας πιάσανε τον κώλο»! Οφείλω να καταθέσω ότι η Ελένη Βλάχου ήταν εκείνη που στην «Καθημερινή» της δεν ήθελε να γίνονται οι συνεντεύξεις «μέσω φαξ». Κι εκείνη, ωστόσο, συμβιβάστηκε, έστω ακουσίως. Δεν μπορούσε, βλέπεις, να είναι βεβαία ότι η φωτογραφία του συντάκτη της με τον συνεντευξιαζόμενο είχε απλώς «τραβηχτεί» ενώ οι ερωτήσεις είχαν απαντηθεί μέσω του νέου «όπλου» της δημοσιογραφίας!

Ο σημερινός αναγνώστης, διαβάζοντας μια συνέντευξη, δημιουργεί μια πλαστή εικόνα για τον συνεντευξιαζόμενο. Διαβάζει «εκείνα που του έχουν γράψει» και όχι «εκείνα που λέει». Δηλαδή διαβάζει κάτι που γράφει άλλος, αλλά φαίνεται να το λέει άλλος, ο οποίος, στην καλύτερη περίπτωση, το έχει διαβάσει και το έχει εγκρίνει. Ωστόσο, η άποψη, η γνώμη, η απάντηση, τέλος πάνων, έχει δοθεί (γραφεί) από κάποιον σύμβουλο, επικοινωνιολόγο (τι όρος κι αυτός) ή εργαζόμενο στο «Γραφείο Τύπου». Αρα, αυτό που διαβάζουμε και που θεωρούμε «συνέντευξη» δεν είναι συνέντευξη, αλλά ψυχρές απαντήσεις, σε γραμμένες ερωτήσεις, που δόθηκαν από κάποιον άλλον, τις επεξεργάσθηκε άλλος ή άλλοι, τις «φορμάρισε» ο τελευταίος και τις ενέκρινε , αν είχε καιρό, ο συνεντευξιαζόμενος! Δηλαδή διαβάζουμε κάποιες απόψεις που μπορεί να μην εκφράζουν το πρόσωπο που τις «λέει». Δηλαδή μας δημιουργείται λαθεμένη εντύπωση για ένα πρόσωπο του οποίου θέλουμε να ανοίξουμε την ψυχή, να μάθουμε πώς σκέπτεται για μας –αφού αποφασίζει για μας!

Τότε, θα πείτε, δεν έχουν αξία οι συνεντεύξεις; «Δεν είναι έτσι ακριβώς», θα σας έλεγα, αν δεν χτυπούσε το τηλέφωνό μου τώρα, που γράφω αυτές τις γραμμές. Είναι ο φίλος μου (που λέει ο λόγος διότι σ’ αυτό το επάγγελμα πρέπει να φυλάγεσαι κυρίως από τους «φίλους») ο Γ. που εργάζεται για κάποιον υπουργό. «Φιλάρα, τώρα που ξεκουράζεσαι, σου στέλνω μια συνέντευξη του υπουργού για την «Χ» της επόμενης Κυριακής. Δέστηνε και στείλε τις παρατηρήσεις σου». Να περάσετε καλά…