Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

new-Deal ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Επιλογές θεμάτων και άξιων προσοχής άρθρων από την συντακτική ομάδα του new-Deal
στιχουργοι «εξ αγγχιστειασ» federiko lorka. 7 &14 δεκεμβριου ιανοσ

ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΙ «ΕΞ ΑΓΓΧΙΣΤΕΙΑΣ» FEDERIKO LORKA. 7 &14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΙΑΝΟΣ

Αξίες αναλλοίωτες στο χρόνο… να τι θα μπορούσες να πεις χωρίς να είσαι άστοχος για τον μεγάλο Ισπανό ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Λόρκα.
Σε μια χώρα που τον αγαπάει όσο λίγες, τα 75 χρόνια από τη δολοφονία του, έρχονται να αναμοχλεύσουν μνήμες του έργου του, όπως έχει αποδοθεί από τον Νίκο Γκάτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τον Μιχάλη Μπουρμπούλη, και έχει μελοποιηθεί από τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Χρήστο Λεοντή, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Μάνο Λοΐζο και τον Γιάννη Γλέζο.

Οδηγός των αναμνήσεων μια υπέροχη ομάδα, με τις φωνές του Κώστα Μάντζιου, της Μαρίας Κανελλοπούλου και της Γεωργίας Γρηγοριάδου, υπό την μουσική επιμέλεια του  Σπύρου Κουρκουνάκη και προορισμό τον Ιανό, στις 7 και 14 Δεκεμβρίου.
8 το βράδυ.

Παίζουν:
Κώστας Μιχαλάκης, μαντολίνο
Αρετή Κοκκίνου, κιθάρα
Μαρία Νίττη, ακκορντεόν
Θανάσης Γεωργάρας, μπουζούκι
Θανάσης Σοφράς, κοντραμπάσο

 

 Federico Garcia Lorca ένας Ισπανός Έλληνας ή ένας Έλληνας  Ισπανός;
Το 1947 ο Κάρολος Κουν ανεβάζει τον ‘‘Ματωμένο γάμο’’ σε απόδοση του Νίκου Γκάτσου και μουσική του 23άχρονου τότε Μάνου Χατζιδάκι. Ο Γκάτσος, κατά την μαρτυρία του Χατζιδάκι, μαθαίνει ισπανικά ειδικά για να μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα το έργο του Ισπανού ποιητή και η σχέση του Λόρκα και των τραγουδιών του με τους Έλληνες συνθέτες αρχίζει. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Ο Λόρκα γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1898 στο μικρό χωριό Φουέντε Βακέρος, 18 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Γρανάδας. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος και φιλελεύθερος, η μητέρα του δασκάλα και είχε τέσσερα αδέρφια. Πήρε πανεπιστημιακό δίπλωμα, χωρίς να τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα, μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα, ήρθε όμως σε επαφή με προσωπικότητες της ισπανικής διανόησης της εποχής και η σχέση του με αυτούς τον έσπρωξε ακόμα περισσότερο στον δρόμο που ήδη ακολουθούσε, του θεάτρου, της ποίησης και της μουσικής. Το 1929 πήγε στην Νέα Υόρκη και στην Κούβα και επιστρέφοντας περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα οργάνωσε, στην πατρίδα του πλέον, την ‘‘Μπαρράκα’’, περιοδεύοντα θίασο, ένα είδος Άρματος Θέσπιδος, ο οποίος παρουσίαζε κλασσικά έργα του ισπανικού ρεπερτορίου, αλλά και τα δικά του θεατρικά έργα. Δολοφονήθηκε από τους φαλαγγίτες του Φράνκο στις 19 Αυγούστου του 1936.

Το παραπάνω βιογραφικό του Λόρκα είναι συμβατικό και φυσικά πολύ σύντομο και ανεπαρκές. Οφείλω εδώ μιαν εξήγηση: όταν άρχισα να ξεφεύγω από τα στενά όρια των μελοποιημένων στα ελληνικά τραγουδιών του, έπεσα πάνω σε έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών γύρω από το έργο του (8 τόμοι απάντων, ποίησης και θεάτρου, πάμπολλες μεταφράσεις των ποιητικών του συλλογών, άφθονα άρθρα, σχόλια και αναλύσεις), τόσο που αισθάνθηκα ότι δεν έχω τα εφόδια να τον αντιμετωπίσω. Έτσι, βρίσκοντας ως πρόφαση το κυρίως θέμα μου, προσπάθησα να αποφύγω τον σκόπελο. Πάντως, ο κάθε ενδιαφερόμενος για περισσότερα στοιχεία μπορεί να τα βρει εύκολα και σε αφθονία.

Η πρώτη σχέση του Λόρκα με την ελληνική γλώσσα απαντάται – αν δεν κάνω λάθος – το 1933 με μεσολαβητή τον Νίκο Καζαντζάκη. Τα πρώτα όμως τραγούδια του Λόρκα στα ελληνικά είναι αυτά που γράφει, όπως ανέφερα στην αρχή, ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, με μουσική που πατάει στην παράδοση και στο ρεμπέτικο, αλλά και στην κλασσική παιδεία του συνθέτη. Θα ήθελα εδώ να καταγράψω την πρώτη σχετική προσωπική μου εμπειρία, η οποία, αν κρίνω από την αποδοχή που είχαν τότε τα τραγούδια, πρέπει να ήταν, εν αγνοία μας, κοινή με πολλούς άλλους. Γύρω στο 1970 μεσουρανούσε το άστρο του Γιάννη Πουλόπουλου – μη νομίζετε, και τότε οι τραγουδιστές μπαίνανε μπροστά, απλώς οι δημιουργοί ήταν εξ ίσου γνωστοί – και στο σπίτι μας υπήρχαν πολλοί δίσκοι στους οποίους τραγουδούσε, που έρχονταν σχεδόν αμέσως μόλις κυκλοφορούσαν. Έτσι λοιπόν τα 12 τραγούδια του Λόρκα στην απόδοση – και όχι μετάφραση – του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με την μουσική του Γιάννη Γλέζου και την εμπνευσμένη ενορχήστρωση του Νίκου Μαμαγκάκη ακούγονταν συνεχώς στο πικάπ, ειδικά όταν έλειπαν οι γονείς για να μην κατηγορηθούμε για εγκατάλειψη του προκαθορισμένου στόχου, της μελέτης για το σχολείο (παρένθεση: χωρίς να το ξέρουν, μόνοι τους υπονόμευσαν το στόχο).

Το δίσκο αυτόν τον έχω ακόμα και, όταν πρόσφατα χρειάστηκε να ανατρέξω σ’ αυτόν για να κάνω το πρόγραμμα της συναυλίας που κάναμε στην Τήνο με τραγούδια του Λόρκα, τον βρήκα σχεδόν κατεστραμμένο από το πολύ παίξιμο. (κι άλλη παρένθεση: αναλογιστείτε τι ευκαιρίες μας παρείχε η εποχή και, φυσικά, οι μεγαλύτεροι μας να ακούσουμε σπουδαία πράγματα και σκεφτείτε με τι μουσικά και άλλα υποπροϊόντα ταϊζουμε εμείς τα παιδιά μας σήμερα – φρίκη). Ακολούθησε το 1974 ένας δίσκος που, μέσα στη θορυβώδη μουσική λαίλαπα της μεταπολίτευσης, και ακούστηκε, και τραγουδήθηκε, και πούλησε πολύ, πάλι σε απόδοση του Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Χρήστου Λεοντή, το ‘‘Αχ έρωτα’’, όπου τραγουδούσαν ο Μανώλης Μητσιάς και η Τάνια Τσανακλίδου. Αυτά ενδεικτικά και μόνον μέχρις εδώ. Η συνολική παράθεση της δισκογραφίας στο τέλος.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να δούμε (με την οπτική γωνία του ακροατή και μόνο) ποια είναι τα στοιχεία του ποιητικού λόγου του Λόρκα που τον έκαναν τόσο δημοφιλή σ’ αυτούς που μετέφεραν το λόγο του στη γλώσσα μας, στους συνθέτες που τον μελοποίησαν και φυσικά σ’ εμάς που τον τραγουδήσαμε, κατ’ ιδίαν, αλλά ακόμη και στα γήπεδα, όπως συνηθιζόταν τότε, που οι συναυλίες είχαν μια μοναδικότητα και δεν ήταν αρπαχτές. Τι κοινό έχουμε, ώστε να γράψουμε κι εμείς ποιήματα τραγούδια γι’ αυτόν (ενδεικτικά: Νίκος Καββαδίας, και, σε μορφή λαϊκού τραγουδιού, Απόστολος Καλδάρας και Πυθαγόρας). Ο Λόρκα, ως Ισπανός, είναι μεσογειακός. Άρα, αμέσως υπάρχει ο πρώτος κοινός τόπος. Επίσης, χρησιμοποιεί συνεχώς στοιχεία από την παράδοση του τόπου του, πράγμα που συναντάμε κατ’ εξοχήν και στα δικά μας τραγούδια. Ο λόγος του έχει άμεση σχέση με τη φύση γύρω του, φύση εν πολλοίς κοινή με αυτήν της δικιάς μας πατρίδας. Περιγράφει τη θάλασσα, τα ποτάμια, τα λιόδεντρα και τα δέντρα γενικότερα, τα λουλούδια και τόσα άλλα. Τα τραγούδια του είναι γεμάτα μικρές ιστορίες, εικόνες και μυρουδιές, πράγματα που είναι τόσο κοντά στην ελληνική πραγματικότητα και ιδιοσυγκρασία (τουλάχιστον εκείνης της εποχής, γιατί σήμερα τι έχει απομείνει απ’ όλα αυτά;). Πιστεύω, χωρίς να γνωρίζω ισπανικά, ότι ο Λόρκα ευτύχησε ως προς τους ανθρώπους που μετέπλασαν τα τραγούδια του στα ελληνικά (κυρίως Γκάτσος, Ελύτης, Παπαδόπουλος). Λέω μετέπλασαν, αφ’ ενός γιατί και οι ίδιοι μεταχειρίζονται τον όρο ‘‘απόδοση’’ όσον αφορά την εργασία τους και αφ’ ετέρου γιατί, όπως διαπίστωσα όταν συνάντησα κατά την έρευνά μου και άλλες μεταφράσεις των μελοποιημένων στίχων, οι Έλληνες συνοδοιπόροι του Λόρκα κινήθηκαν πιο ελεύθερα στις περιπτώσεις που επρόκειτο να γίνουν τραγούδια, χρησιμοποιώντας λέξεις που μπορεί να μην ήταν ακριβώς αντίστοιχες με τις του πρωτοτύπου, αλλά χωρίς να παραλλάσσουν την ουσία απέδιδαν πιο πιστά το νόημα και τη διάθεση του Ισπανού ποιητή. Ας αναφέρω εδώ ένα παράδειγμα, πάντα με την επιφύλαξη του ότι δεν γνωρίζω την ισπανική γλώσσα: Στο ‘‘Τραγούδι του καβαλλάρη’’ ο Λευτέρης Παπαδόπουλος λέει: ‘‘Κρύο πουλάρι, πού πας το νεκρό σου καβαλλάρη;’’. Σε άλλη μετάφραση του ίδιου τραγουδιού, η λέξη ‘‘πουλάρι’’ αποδίδεται ως ‘‘φοραδίτσα’’. Εκτός του ότι, αν δεν κάνω λάθος, ο Έλληνας δεν χρησιμοποιεί τη λέξη στο υποκοριστικό της, πιστεύω πως δεν είναι απαραίτητος εδώ ο προσδιορισμός του φύλου του αλόγου, επί πλέον η απόδοση από τον Παπαδόπουλο παρέχει στον μουσικό ένα τεράστιο πλεονέκτημα: τη ρίμα. Παρόμοια παραδείγματα θα μπορέσω να αναφέρω και ως προς το ‘‘Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας’’ στην απόδοση του Νίκου Γκάτσου. Μπορεί όμως και όλα αυτά που λέω να έχουν απλώς σχέση με το ότι πρώτα άκουσα το λόγο του Λόρκα ως τραγούδι, συνήθισα να τον προσεγγίζω με αυτόν τον τρόπο, και πολύ αργότερα τον διάβασα.

Όπως είπα και πιο πάνω, υπάρχουν κεντρικά μοτίβα στα τραγούδια του Λόρκα. Κατ’ αρχήν οι εικόνες (μιλάω πάντα για τις μελοποιήσεις στα ελληνικά και μόνο ως ακροατής): Κινηματογραφικές σκηνές, π.χ. η Λόλα που τραγουδάει και την τριγυρίζουν μικροί τορέρος κι από την πόρτα το μπαρμπεράκι (να κι άλλο παράδειγμα προφανώς ελεύθερης απόδοσης) ρυθμό κρατάει με το κεφάλι. Σύμβολα σε βαθμό καταχρηστικό, όπως το φεγγάρι και η νύχτα, ή η νύχτα και το φεγγάρι αν προτιμάτε, συνοδευόμενα από ένα καταιγισμό επιθετικών προσδιορισμών (γυμνή η νύχτα τραγουδάει, φεγγάρι κόκκινο), ποτάμια, πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσε να χωρέσει το έδαφος της Ισπανίας, λιόδεντρα και λιόφυτα σε ανάλογα μεγάλες ποσότητες, μυρουδιές από λεμόνια και πορτοκάλια και τόσα άλλα, όπως και μια εμμονή στον αριθμό τέσσερα, η οποία δεν ξέρω τι συμβολίζει. Όμως, ένα από τα πλέον βασικά θέματα του Λόρκα, όπως τουλάχιστον εγώ το εισπράττω μέσα από όλα αυτά τα τραγούδια, είναι η διαρκής αντιπαράθεση ζωής και θανάτου που συνοδεύεται από μια αίσθηση ανεκπλήρωτου, τόσο που οι ήρωες του, κυρίως στα θεατρικά του έργα, κυνηγούν τη ζωή και καταλήγουν στο θάνατο. Μα όμως πάλι σκέφτομαι, αυτή δεν είναι και η πραγματικότητα; Ναι, αλλά στην τέχνη εμφανίζεται με άλλα μέσα και κώδικες.

Τα τραγούδια του Λόρκα που έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες. Πρώτα, όσα προέρχονται από τα θεατρικά του έργα και μελοποιήθηκαν για τις ανάγκες μιας παράστασης, και συνεπώς υπακούουν και σε κάποια σκηνοθετική γραμμή, πλην της μουσικής. Πάντως, σχεδόν όλα λειτούργησαν και αυτόνομα, έξω και κάτω από τη σκηνή. Κατόπιν, όσα προέρχονται από ποιητικές συλλογές. Εδώ οι μελοποιήσεις είναι σκόρπιες, δεν υπάρχει δηλαδή κάποια επιλογή από μια μόνο συλλογή, και έτσι ουσιαστικά λειτουργούν σαν μεμονωμένα τραγούδια, χωρίς οποιαδήποτε μορφή ποιητικής ενότητας μεταξύ τους. Εξαίρεση εδώ ο ‘‘Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας’’, που είναι και μουσικά ολοκληρωμένο έργο. Και η τρίτη κατηγορία είναι τραγούδια σε μουσική του ίδιου του Λόρκα και ενορχήστρωση Ελλήνων συνθετών.
Καταλήγοντας, θα ήθελα να πω ότι δεν αισθάνομαι τα τραγούδια του Λόρκα μη λαϊκά, λόγια, και πολύ περισσότερο μη ελληνικά. Για μένα είναι σαν τα τραγούδια του Γκάτσου (φυσικά!), του Ελευθερίου, του Χριστοδούλου, του Μπουρμπούλη και τόσων άλλων σπουδαίων Ελλήνων στιχουργών. Γι’ αυτό άλλωστε νομίζω πως, όταν το τραγούδι ακόμα τραγουδιότανε και ακουγότανε, μας έγιναν τόσο οικεία. Αναζητήστε τα κι ακούστε τα, γιατί πολύ δύσκολα θα τ’ ακούσετε σε κάποια ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή. Άλλωστε, για ν’ ακούσουμε σήμερα κάτι καλό πρέπει να ψάξουμε, κανένα στέλεχος της ραδιοφωνίας και της τηλοψίας δεν θα μας το προσφέρει.

Ενδεικτική δισκογραφία:

1.    Ματωμένος γάμος (Νίκος Γκάτσος – Μάνος Χατζιδάκις)
2.    Το τραγούδι του δρόμου (Νίκος Γκάτσος – Μάνος Λοϊζος)
3.    Romancero Gitano (Οδυσσέας Ελύτης – Μίκης Θεοδωράκης)
4.    Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας (Νίκος Γκάτσος – Σταύρος Ξαρχάκος)
5.    12 τραγούδια F.G.Lorca (Λευτέρης Παπαδόπουλος – Γιάννης Γλέζος)
6.    Πέρα στο θολό ποτάμι (Νίκος Γκάτσος – Μάνος Χατζιδάκις)
7.    Αχ έρωτα (Λευτέρης Παπαδόπουλος – Χρήστος Λεοντής)
8.    Αγάπη αγάπη (Νίκος Γκάτσος – Σταύρος Ξαρχάκος)
9.    Του έρωτα και του πάθους (Αγαθή Δημητρούκα – Νίκος Μαμαγκάκης)
10.   Φεύγω για το Σαντιάγο (Μιχάλης Μπουρμπούλης – Μίκης Θεοδωράκης)
11.   Canciones populares (F.G.Lorca)
12.   Του σκοτεινού έρωτα (Σωτήρης Τριβιζάς – Δημήτρης Μαραμής)

——————————————————————————————————-

Ο Σπύρος Κουρκουνάκης γράφει τραγούδια, είναι υπεύθυνος της σειράς ‘‘Έλληνες στιχουργοί’’ των εκδόσεων ‘‘Παπαϊωάννου’’ και επιμελητής από το 1996 μουσικών παραστάσεων με θέμα το έργο των στιχουργών του ελληνικού τραγουδιού (Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Ελευθερίου, Κώστας Βίρβος, Χαράλαμπος Βασιλειάδης, Μιχάλης Μπουρμπούλης, Κώστας Τριπολίτης κ.α.)