Η επίθεση στον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Β. Οικονόμου στα Εξάρχεια το βράδυ της 15ης Δεκεμβρίου 2015 αποτελεί τον τελευταίο κρίκο μιας μακράς αλυσίδας περιστατικών με επίκεντρο την συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή της Αθήνας που φανερά και έμπρακτα αποδεικνύει την αδυναμία της Ελληνικής Πολιτείας, και ενδεχομένως της Ελληνικής Κοινωνίας, να αντιμετωπίσει ένα χρόνιο κοινωνικό πρόβλημα – την εμφάνιση βίαιων μορφών πολιτικοκοινωνικής αντιπαράθεσης σε συγκεκριμένο γεωγραφικό μήκος και πλάτος – με πλήθος αιτίων και εξίσου μεγάλο πλήθος συνεπειών. Η παρακάτω ανάλυση ελαφρώς ακουμπά τις ευρύτερες περιοχές έκφρασης της βίας, όπως για παράδειγμα τις ναζιστικές επιθέσεις της Χρυσής Αυγής είτε σε μετανάστες, είτε σε καλλιτέχνες είτε σε πολιτικούς και επικεντρώνεται στο ζήτημα της βίας που εκδηλώνεται στο νεο-χαρακτηρισθέν «άβατο των Εξαρχείων», σε μια γεωγραφική περιοχή με πλούσια παράδοση του κέντρου των Αθηνών, που αντί για εστία εντάσεων θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι κέντρο ανάπτυξης, πολιτισμού, διασκέδασης και διαλόγου. Τα Λαδάδικα της Θεσσαλονικής ή το Γκάζι θα μπορούσαν να είναι ένα πρότυπο προς αυτήν την κατεύθυνση.

Κατ’ αρχήν πρέπει να ειπωθεί πως προκειμένου εξευρεθεί λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα – είτε πρόκειται περί μαθηματικού προβλήματος, είτε περί φυσικού προβλήματος, είτε περί των πολλαπλά πιο σύνθετων πολιτικοκοινωνικών προβλημάτων – πρέπει το πρόβλημα σαφώς να οριστεί και τα συστατικά του στοιχεία να γίνουν πλήρως κατανοητά, να αναλυθούν και στην συνέχεια να επιλυθούν. Σε όλα αυτά τα ζητήματα η επιστημονική μέθοδος βοηθάει πολύ περισσότερο από στείρες, αδιέξοδες και τις περίσσοτερες φορές στερούμενες φαντασίας ιδεοληπτικές τοποθετήσεις, είτε έχουν πολιτικό πρόσημο και στόχευση είτε αποτελούν κενά σχήματα λόγου, είτε εκκινούν από την δεξιά παράδοση με έμφαση στο αστυνομικό κράτος, είτε εκκινούν από την αριστερή παράδοση και την ανάλυση των αιτίων που τείνουν να μεταφέρουν την ευθύνη στην πρότερη βία του κράτους, πολλές φορές όχι αναίτια, παραβλέποντας ωστόσο τις εκδηλώσεις της παθογένειας και τις συνέπειες αυτής στον μίκρο, μέσο και μάκρο χρόνο. Απόδειξη της πρώτης κατηγορίας αποτελούν οι πρώτες δηλώσεις -παρεμβάσεις που έσπευσαν να κάνουν οι κκ Πλακιωτάκης, Σαμαράς και Μεϊμαράκης, όπως και η κα Κεφαλογιάννη με αφορμή την επίθεση εναντίον του κ. Οικονόμου αμέσως μόλις την πληροφορήθηκαν, στις οποίες έκαναν λόγο για «απαράδεκτα άβατα» που επιστρέφουν και εγκάλεσαν την Κυβέρνηση για ολιγωρία και παθητικότητα έναντι ανάλογων φαινομένων. Της δεύτερης κατηγορίας ενδεικτική είναι η χλιαρή από την πλευρά της κυβερνητικής πλειοψηφίας καταδίκη της βίας «από εκεί που προέρχεται» στην συγκεκριμένη περίπτωση, έστω και υπό την εξαίρεση της επίσκεψης από κλιμάκιο του ΣΥΡΙΖΑ στον ξυλοκοπηθέντα βουλευτή Β. Οικονόμου και του τηλεφωνήματος του Προέδρου της Βουλής κ. Νίκου Βούτση σε αυτόν, όπου εξέφρασε την συμπαράστασή του και την καταδίκη του για την επίθεση.

Η εγκράτεια της κυβέρνησης στο κατόπιν της επίθεσης είναι προς την σωστή κατεύθυνση, αρκεί αυτή να μην μεταφραστεί σε απραξία, η οποία θα ερμηνευθεί ως αποδοχή «του άβατου των Εξαρχείων», το οποίο ουσιαστικά αναγνώρισε και ο καθ’ ύλην υπουργός. Η κλήση από την αντιπολίτευση προς την κυβέρνηση για την ανάληψη πρωτοβουλιών, άνευ εποικοδομητικών προτάσεων ωστόσο, είναι προς την σωστή κατεύθυνση και η παρακάτω ανάλυση αποτελεί μια προσπάθεια καλλιέργειας της φαντασίας όλων των πλευρών μέσω εποικοδομητικών προτάσεων που έρχονται από την διεθνή επιστημονική κοινότητα και τις βέλτιστες πρακτικές σε ανάλογες περιπτώσει όπου μια διαχρονική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε εκδηλωμένη και χρονίζουσα βία.

Αξίζει να σημειωθεί πως ανάλογα περιστατικά δεν ενδείκνυνται για μικρο-πολιτική εκμετάλλευση και οφείλουν να προβληματίσουν τόσο τους κυβερνώντας όσο και τους αντιπολιτευόμενα κυβερνώντες όλων των παρατάξεων, κομμάτων και πτερυγών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, εάν τουλάχιστον αυτή θέλει να αξίζει τον δημοκρατικό της χαρακτηρισμό. Επίσης αξίζει να σημειωθεί πως η εν λόγω επίθεση έρχεται μερικές μόνο βδομάδες ύστερα από έναν ακόμα «πυρπολισμό των δρόμων» των Εξαρχείων στο πλαίσιο μιας θεμελιωμένης-εθιμοποιημένης πλέον τακτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα σε πλήθη αυτο-θεωρούμενων αναρχικών ομάδων, υποκινούμενων πολλές φορές από τρίτους όπως και από τις ιδέες αυτών των ιδίων ή/και των υποκινητών τους, και των αστυνομικών αρχών της Ελληνικής Πολιτείας. Επίσης έρχεται δύο μήνες μετά την καθύβριση του κ. Σκουρλέτη στα Εξάρχεια και μερικούς μήνες μετά την έντονη αντιπαράθεση πολυπληθούς ομάδας με τον τότε υπουργό Οικονομικών κ. Βαρουφάκη, που οδήγησε στον εκδιωγμό του από την περιοχή των Εξαρχείων. Λίγο παλιότερα μπορούμε να θυμηθούμε και τον ξυλοδαρμό του δημοσιογράφου κ. Μπογδάνου στην ίδια περιοχή, όπως και πλήθος άλλων περιστατικών με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στο κατόπιν της άνανδρης δολοφονίας του μαθητή Γρηγορόπουλου μερικά χρόνια πριν από τον αστυνομικό Ε. Κορκονέα, ο οποίος μαζί με τον συγκατηγορούμενό του Β. Σαραλιώτη αποφυλακίστηκαν διαρκούσης της δίκης λόγω παρέλευσης του 18μήνου, κάτι που συνέτεινε στην εμπέδωση ενός κλίματος επιλεκτικής απόδοσης της δικαιοσύνης και στον περαιτέρω αναβρασμό συγκεκριμένων ομάδων αλλά και της ευρύτερης κοινής γνώμης.

Το περιστατικό αυτό – η δολοφονία Γρηγορόπουλου αλλά και η τελεσιδικία της υπόθεσης – αποτελεί ένα από εκείνα τα περιστατικά που έχουν το ιστορικό τους αντίστοιχο: τη δολοφονία του Γερμανού φοιτητή Μπένο Όχνεσοργκ (Benno Ohnesorg) από τον αστυνομικό Καρλ-Χάινζ Κούρας (KarlHeinz Kurras) στο πλαίσιο διαδήλωσης στη Δυτική Γερμανία εναντίον της επίσκεψης του Σάχη στην Όπερα του Βερολίνου (2/6/1967), η οποία δολοφονία οδήγησε στην μετέπειτα ίδρυση, στελέχωση και δράση των Γερμανικού «Ερυθρού Στρατού» (Red Army FactionRAF) από τους Ουλρίκε Μάινχοφ (Ulrike Meinhof), Χόλγκερ Μέινζ (Holger Meins), Γιαν Καρλ Ράσπε (Jan Carl Raspe) και Χόρστ Μάχλερ (Horst Mahler). Εκτιμώντας – σε πολλές περιπτώσεις σωστάi, αλλά αυτό έχει μικρή σημασία για την παρούσα ανάλυση – πως το τότε δυτικογερμανικό κράτος είχε υποταχθεί στο πρότερο ναζιστικό παρελθόν του και το τότε δυτικό παρόν του, φοβούμενοι πλέον πως το κράτος θα τους δολοφονήσει και τους ίδιους αν δεν αναλάβουν δράση και έχοντας ιδεολογικά κατηχηθεί στις αντιλήψεις και πρακτικές των αναρχικών του τέλους του 19ου αιώνα, όπως και των Τρότσκι, Γκράμσι, Μάο, αλλά και της «Φιλοσοφικής Σχολής της Φρανκφούρτης» της εποχής τους, στην οποία πρωτοστατούσαν οι Χάμπερμας, Μέρκουζε και Νεγκτ (Jürgen Habermas, Herbert Marcuse, Oskar Negt), και έχοντας ένα εξαιρετικά δυναμικό ταμπεραμέντο εξ ιδιοσυγκρασίας οι ίδρυτες της RAF επιδόθηκαν σε μια πολυετή τρομοκρατική δράση που για πολλά χρόνια έβρισκε εκτεταμένης, αν και ούτε καθολικής ούτε πλειοψηφικής, μερικής αποδοχής ή τουλάχιστον ανοχής από το κοινωνικό σύνολο στην οποία δρούσαν. Κάτι ανάλογο παρατηρούμε να συμβαίνει και σήμερα από μερίδα Ελλήνων συμπολιτών μας για τις περιπτώσεις βιαιοπραγίας εναντίον πολιτικών, δημοσιογράφων ή «εκπροσώπων της ελίτ», όπως αυτή γίνεται αντιληπτή τουλάχιστον από τους δράστες και τους κοινωνικούς τους περίγυρους. Η RAF παράλληλα αντιμετώπιζε-κινητοποιούσε την λυσσαλέα αντιπαράθεση των επίσημων διωκτικών-αστυνομικών κρατικών και παρακρατικών αρχών, είτε αυτές κινούνταν υπό το σχετικό δημοκρατικό φως της Γερμανίας του Ψυχρού Πολέμου, είτε υπό το ύποπτο ημίφως των υπηρεσιών μυστικής ασφάλειας εκείνης της εποχής, τα δύο εκ των οποίων πολλές φορές συνέπιπταν. Κάτι ανάλογο πολλοί επιθυμούν να συμβεί και στην Ελλάδα, παρά το ότι σε πλήθος προηγούμενων έχει αποδειχθεί ο πλέον ατελέσφορος τρόπος αντιμετώπισης ανάλογων φαινομένων και στον μόνο δρόμο που οδηγεί είναι στην διατράνωση και διαιώνιση της βίας, με αυξανόμενους ρυθμούς και ένταση.

Σε ανάλογο κοινωνικό πλαίσιο και περιβαλλοντικές συνθήκες, οι διωκτικές προσπάθειες έχουν διαχρονικά πολύ περιορισμένα αποτελέσματα και η δράση της όποιας ανάλογης οργάνωσης τείνει να βρίσκει ευρεία «επιτυχία» για συγκεκριμένο διάστημα που ποικίλλει από μερικούς μήνες μέχρι πολλά χρόνια, κάτι που υποδεικνύει το αυτονόητο: πως «μια συμμετρική αντιμετώπιση ενός φαινομένου που εμφανίζεται στο πλαίσιο μιας ασύμμετρης αντιπαράθεσης» με τις διωκτικές-αστυνομικές ή ακόμα και πολιτικές-στρατιωτικές δομές ενός κράτους ή και ομάδας κρατών «μικρή ή ελάχιστη επιτυχία μπορεί να έχει», όπως χαρακτηριστικά αναδεικνύει η ειδική περί της εγκληματικής βίας και τρομοκρατίας του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών της Ειρήνης της Στοκχόλμης (SIPRI) Εκατερίνα Στεπάνοβαii, μεταξύ άλλων, σε πλήθος άρθρων της. Το μόνο που παράγει μια ανάλογη αντιμετώπιση σύμφωνα με πλήθος ερευνητών είναι η ενδυνάμωσης-εμβάθυνσης-διεύρυνσης του κύκλου της βίας, κάτι που αναζητούν οι εκάστοτε ενορχηστρωτές της, μέσω της ενίσχυσης της επίσημης κρατικής βίας, ή της στελέχωσης και δικαιολόγησης μιας παρακρατικής βίας, ως αντίμετρο στην εγκληματική-τρομοκρατική βία, είτε πρόκειται για ευθεία-φυσική βία (directnatural violence), είτε για δομική βία (structural violence), είτε για πολιτισμική βία (cultural violence), είτε και για τα τρία από κοινού. Μια ανάλογα «ενισχυμένη δόση» κρατικής βίας και καταστολής σε συνδυασμό με την εγκληματική-παράνομη-τρομοκρατική βία οδηγεί σε ένα αρνητικό σπιράλ επέκτασης και εμβάθυνσης της βίας (vicious cycle of violence) με γεωμετρική ανάπτυξη και τόσο οριζόντια όσο και κάθετη επέκταση (spinoff, spillover effect dynamics, avalanche effect, domino effect, κλπ).

Με άλλα λόγια, τόσο η απάντηση στην κυρίως δομική και πολιτισμική, αλλά ενίοτε και φυσική βία του κράτους που επικαλούνται οι αναρχικοί – πολλές φορές σωστά – δεν μπορεί να είναι η «αναρχική» βία, όσο και η απάντηση στην «αναρχική» βία που επικαλούνται οι αστυνομικές και πολιτικές αρχές – πολλές φορές σωστά – δεν μπορεί να είναι η επέκταση της βίας του κράτους, ενδεχομένως και με μια δόση παρακράτους κάποιες φορές. Πολύ δε περισσότερο, η όλη αντιπαράθεση μαθηματικά οδηγεί στην ανάδειξη και μιας τρίτης μορφής βίας, αυτή των αυτόκλητων υπερασπιστών του κράτους και της «νομιμότητας» μέσω του παρακράτους, την οποία ακριβώς εκμεταλλεύονται οι φασιστικές και ναζιστικές ιδεοληψίες. Μια δομική-επιστημονική αντιμετώπιση του φαινομένου είναι λοιπόν απαραίτητη, ακριβώς γιατί η βία δεν είναι το ίδιο το πρόβλημα, είναι μόνο η έμπρακτη εκδήλωση μιας άλυτης αντιπαράθεσης-σύγκρουσης που αποκαλυπτικά επιζητεί λύσης. Και για όσο καιρό η λύση αυτή δεν προκύπτει, δεν προβάλλεται ή δεν υιοθετείται, το φαινόμενο θα συνεχίσει να εκδηλώνεται, πολλές φορές αποκτώντας δυναμική και προοπτική ανάπτυξης με προβλέψιμες, πλην αρνητικές, συνέπειες για όλους τους εμπλεκομένους, και αρκετές φορές για πλήθος μη-άμεσα-εμπλεκομένων, όπως στην περίπτωση της τυφλής τρομοκρατικής βίας.

Κάθε άλλη προσπάθεια αντιμετώπισης του φαινομένου πλην της επιστημονικής είναι να σαν προσπαθήσει κανείς να αντιμετωπίσει τους πόνους ένός καρκινώματος άνευ επιστημονικών ιατρικών γνώσεων, είτε με παυσίπονα, μέχρι να πεθάνει ο ασθενής από το καρκίνωμα σε πλήρη αφασία λόγω μορφίνης, είτε με έντονο ξυλοδαρμό, προκειμένου μη νιώθει ο ασθενής τους πόνους του καρκινώματος, πάλι μέχρι να πεθάνει ο ασθενής είτε από το καρκίνωμα είτε από τον ξυλοδαρμό.

Για να επιλυθεί μια χρονίζουσα αντιπαράθεση-σύγκρουση (conflict) και να οικοδομηθεί μια νέα κοινωνική ειρήνη, πρέπει να γίνει αντιληπτή η τριμερής φύση της κάθε μορφής αντιπαράθεσης που προαναφέρθηκε: όλες οι συγκρούσεις έχουν ένα «ευθύ-φυσικό» χαρακτηριστικό, ένα «δομικό» χαρακτηριστικό και ένα «πολιτισμικό» χαρακτηριστικό (natural, structural and cultural element – βλέπε βιβλιογραφία και το σχήμα στο τέλος του άρθρου)iii. Όλες οι συγκρούσεις έχουν φανερές πλευρές που συγκρούονται: στη δική μας περίπτωση την επίσημη Πολιτεία και τις ομάδες των αυτοαποκαλούμενων αναρχικών. Αλλά έχουν ενδεχομένως και άλλες πλευρές που κρύβονται πίσω από τη δράση των πρώτων: για παράδειγμα άλλα κράτη που ενδεχομένως κερδίζουν από την αντιπαράθεση εντός του κράτους όπου λαμβάνει χώρα η σύγκρουση, ή ομάδες-συμφέροντα που κερδοσκοπούν από την σύγκρουση, ή ακόμα και άτομα που κερδίζουν από τη διαιώνιση μιας αντιπαράθεσης χωρίς ποτέ να εμφανίζονται ευθέως, αν και πάντοτε αφήνουν το στίγμα τους σε κάποια από τις δύο ή περισσότερες φανερά αντιμαχόμενες ομάδες. Επίσης, και ίσως το πιο ουσιαστικό, όλες οι αντιπαραθέσεις-συγκρούσεις έχουν λόγο ύπαρξης: η λογική, η θεωρία και η ιστορία υποδεικνύουν ότι κανείς ποτέ και πουθενά δεν ξυπνά ένα ωραίο πρωί με την πρόθεση να συγκρουστεί άνευ λόγου και αιτίας, ή – με άλλα λόγια – όλοι οι αντιμαχόμενοι όχι μόνο πρέπει να θεωρούνται αλλά είναι λογικά σκεπτόμενα ανθρώπινα όντα, με συναισθήματα, στόχους, σκοπούς, συμφέροντα – άμεσα και έμμεσα, μίκρο, μέσο και μάκρο-πρόσθεσμα – και στρατηγικές, με ιδεολογία, πολιτική και τακτική κατάρτιση, ακόμα και με χιούμορ ως άτομα και πάντοτε ή σχεδόν πάντοτε λειτουργούν ή προσπαθούν να λειτουργούν στο πλαίσιο μιας συνολικά μεγιστοποίησης των κερδών τους υπό καθεστώς περιορισμένων πόρων μέσα σε ένα καθεστώς συγκεκριμένων περιβαλλοντικών περιστάσεων και πάσχοντες υπό αυτό που αποκαλείται «μυωπική προσαρμοστικότητα» (myopically adaptivity)iv: η δράση του ενός παίκτη μπορεί να προβλέψει τη αντίδραση του άλλου παίκτη αλλά μόνο ένα βήμα τη φορά, όχι για δύο ή περισσότερο βήματα. Δηλαδή, ο κάθε παίκτης δεν μπορεί να προβλέψει ούτε καν την αντίδραση του στην αντίδραση του ανταγωνιστή του, πολύ δε περισσότερο την αντίδραση του ανταγωνιστή του στην δική του αντίδραση επί της δικής του αντίδρασης στην αρχική δράση. Και ούτω καθεξής.

Εάν όλα αυτά λοιπόν δεν αναλυθούν επιστημονικά και δεν τύχουν της δέουσας διαχείρισης που αφορά τόσο στην ίδια την σύγκρουση, όσο και στις εξίσου σημαντικές συμπεριφορές (έμπρακτες στάσεις) και στις νοητικές στάσεις-διαθέσεις (συναισθήματα, σκέψεις, ιδέες, κλπ) των διαφόρων «παικτών» της σύγκρουσης, λύση είναι αδύνατο να προκύψει. Καμία λύση δεν έρχεται ως μάνα εξ ουρανού και κανείς δεν έχει την επιφοίτηση σε αυτές τις περιπτώσεις: αντίθετα, η κάθε λύση δομείται σταδιακά, χρονοβόρα πολλές φορές, και απαιτεί διάθεση, πόρους και καλή πίστη για να αποδόσει. Όσο τα τελευταία υπάρχουν σε μεγαλύτερο βαθμό, τόσο λιγότερο χρονοβόρα είναι η παραγωγή της νέας πραγματικότητας στην μετά-την-σύγκρουση εποχή. Όσο αντίθετα αυτά είναι σε έλλειψη, τόσος περισσότερος χρόνος θα χρειαστεί για την παραγωγή και λειτουργία της μετά-την-σύγκρουση κατάστασης.

Κατόπιν της υπερπεντηκονταετούς πρωτοποριακής και επαναστατικά επιστημονικής παρεμβατικής σκέψης του Γιόχαν Γκάλτουνγκ, «πατέρα» των Επιστημών της Ειρήνης, και πλήθους άλλων ερευνητών της ειρηνικής επίλυσης (κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών ή και διεθνών) διαφορών και συγκρούσεων, η διεθνής πρακτική έχει στη διάθεσή της αρκετά εργαλεία: πρώτα από όλα το λεγόμενο “ABC triangle”, όπου το “A” έρχεται από το “attitude”, ήτοι «στάση-διάθεση», το “B” έρχεται από το “behavior”, ήτοι συμπεριφορά – έμπρακτα εκδηλωμένη διάθεση και το “C” αντιστοιχεί στο “conflict”, ήτοι σύγκρουση-αντιπαράθεση. Το τρίγωνο αυτό σε συνδυασμό με μια ολοκληρωμένη πρακτική μεθοδολογία με συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν προκειμένου γίνει αντικειμενική «διάγνωση» και «πρόγνωση» αρχικά, ώστε να βρεθεί η ενδεικνυόμενη «θεραπεία» στη συνέχεια, μπορεί να οδηγήσει στην εξεύρεση της κοινώς αποδεκτής λύσης στη βάση του σεβασμού από όλες τις πλευρές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και – τελικά – στην εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης.

Ασφαλώς και αποτελεί προαπαιτούμενο οι διάφορες πλευρές της σύγκρουσης πράγματι να επιθυμούν την επίλυση αντί για την διαιώνιση του προβλήματος και εάν υπάρχουν έστω και ελάχιστες καλές προθέσεις αντί για φανατισμό και εθελοτυφλία, είτε λανθάνουσα, είτε επιβεβλημένη, είτε πηγαία, τότε λύση και μπορεί να βρεθεί και θα αποδόσει πολύ νωρίτερα από κάθε άλλο μέσο. Επίσης απαιτείται η παρεμβολή ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη μιας τρίτης οντότητας που μπορεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πλευρών ως ανεξάρτητος και ουδέτερος – μη έχων ίδιον συμφέρον – παράγοντας, ο οποίος το μόνο που αναζητεί είναι η λύση που θα ικανοποιεί τις πλευρές χωρίς να αφήνει άλυτες πλευρές της ή να τις κρύβει κάτω από το χαλί. Αν αυτά συμβούν, μέσω μια πολυεπίπεδης παρέμβασης σε ιδεολογικό, ψυχολογικό, προσωπικό, θεσμικό και οργανωτικό επίπεδο τόσο των προσώπων όσο και των συλλογικοτήτων που μετέχουν στην όποια σύγκρουση, οι διάφορες πλευρές καταφέρνουν σταδιακά να προσπεράσουν τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις τους για τις άλλες πλευρές, όπως και τους φόβους και τα μίση τους, και στην συνέχεια μπορούν να αρθούν άνω των στεγανών της σκέψης τους ώστε να καταφέρουν να δουν ευθέως τον ορίζοντα της ειρήνης και τα πλεονεκτήματα που μπορούν να αποκομίσουν οι ίδιοι από το να καταφέρουν να φτάσουν εκεί. Για όσο αυτό δεν συμβαίνει, ο ειρηνικός ορίζοντας θα κινείται όλο και περισσότερο προς το βάθος του φόντου, μέχρι να χαθεί οριστικά, και ένας «πολεμικός», συγκρουσιακός καμβάς θα γεμίζει τόσο το παρόν όσο και το μέλλον, μέχρι αυτό να χαθεί οριστικά στους καπνούς και τον πόνο της σύγκρουσης. Και επίσης, για όσο αυτό συμβαίνει, οι τρίτες πλευρές, οι αφανείς ήρωες της υπόθεσης που κερδοσκοπούν από την σύγκρουση αυτή καθαυτή με ελάχιστο κόστος και μέγιστα οφέλη για τους ίδιους, όπως για παράδειγμα μια κατασκευαστική εταιρεία που πολύ θα χαίρεται να βλέπει την αξία της γης να χαντακώνεται στο κέντρο των Αθηνών μέχρι να την εξαγοράσει οριστικά έναντι ποινακίου φακής ή μια τρίτη δύναμη που de facto κερδοσκοπεί από την αναταραχή στην Ελληνική κοινωνία, θα συνεχίζουν να κερδοσκοπούν με ελάχιστο κόστος και μέγιστα οφέλη. Αυτός ο κύκλος της βίας λοιπόν πρέπει να σπάσει ώστε τόσο οι κάτοικοι όσο και οι αντιμαχόμενοι, αναρχικοί και Πολιτεία, να αδράξουν τα οφέλη της ειρήνης, της αλληλεγγύης, της ανάπτυξης, της συναδέλφωσης.

Κατόπιν όλων αυτών ελπίζω να γίνεται αντιληπτό πως οι λύσεις, η γνώση και η τεχνογνωσία υπάρχουν για να βρεθεί διέξοδος στο «πρόβλημα της βίας» στα Εξάρχεια και παντού αλλού στην Ελλάδα, αν υπάρξει ανάγκη. Θέληση υπάρχει άραγε αυτές οι λύσεις να γίνουν πραγματικότητα;

DiagnosisPrognosisTherapy of Conflicts and the ABC Triangle

The TRANSCEND Approach

i Stefan Aust, The Baader-Meinhof Complex, The Bodley Head, 2008.

ii Ekaterina Stepanova, Terrorism in Asymmetrical Conflict: Ideological and Structural Aspects, SIPRI Research Report No. 23, SIPRI, Oxford University Press, 2008, http://books.sipri.org/files/RR/SIPRIRR23.pdf

iii Johan Galtung, Theories of Conflict: Definitions, Dimensions, Negations, Formations, TRANSCEND, https://www.transcend.org/files/Galtung_Book_Theories_Of_Conflict_single.pdf; Johan Galtung, Conflict Transformation by Peaceful Means, United Nations Disaster Management Training Programme, 2000, https://www.transcend.org/pctrcluj2004/TRANSCEND_manual.pdf; Johan Galtung, Theories of Peace: A Synthetic Approach to Peace Thinking, International Peace Research Institute, Oslo, 1967, https://www.transcend.org/files/Galtung_Book_unpub_Theories_of_Peace_-_A_Synthetic_Approach_to_Peace_Thinking_1967.pdf

iv Jacob N. Shapiro, Organizing Terror: Hierarchy and Networks in Covert Organizations, Stanford University, 2005, http://www.teachingterror.net/resources/Shapiro%20organizing%20Terror.pdf

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.