Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ

Ο Γιάννης είναι δημοσιογράφος. Ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία στα 30 του επειδή, όντας άεργος δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει (όχι ότι έκανε και το καλύτερο…)
Γεννήθηκε το ‘53 στο Δίστομο Βοιωτίας, σε μια άλλη Ελλάδα - στα 18 του αυτός και οι συνομήλικοί του στο χωριό, δεν φαντάζονταν ποτέ πως στη ζωή τους θα είχαν τα λεφτά να αγοράσουν ΙΧ. Όσο για τα νησιά τα ξέραν μόνο από το μάθημα της Γεωγραφίας, ενώ στη γειτονική του Αράχοβα τα μαγαζιά πουλούσαν χειροποίητα χαλιά στους τουρίστες των Δελφών. (μετέπειτα ήρθε ο Ανδρέας με τις επιδοτήσεις και τα δανεικά, το να οδηγείς "μπέμπα" έγινε …«λαϊκό δικαίωμα», ενώ η Αράχοβα έγινε η Μύκονος του χειμώνα και ο Παρνασσός γέμισε σαλέ...)
Εξ αυτού, θαρρεί πως είναι από τους λίγους Έλληνες που δεν ξαφνιάστηκαν με την οικονομική κρίση που ενέσκηψε...
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ
σεβαστειτε τον αγνωστο στρατιωτη

ΣΕΒΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Είναι τραγικά λυπηρό να υπερασπίζεσαι τα αυτονόητα…

Έγινε προσπάθεια από μέρους νεαρών διαδηλωτών να υπερβούν το κιγκλιδωτό «τείχος» που είχαν υψώσει οι αστυνομικοί (εντάξει, «μπάτσοι» όπως προτιμάΜΕ μερικοί εδώ μέσα), στο άγνωστο στρατιώτη  για να κάψουν προφανώς ένα … «σύμβολο εξουσίας», που «κατά τύχη» γειτνιάζει γεωγραφικά με τη Βουλή.

Είναι τραγικά λυπηρό που υπάρχει τόση άγνοια ώστε το μνημείο του «Αγνωστου Στρατιώτη» να θεωρείται ως χώρος εξουσίας, ως προέκταση του μισητού – σε κάποιους – χώρου της Βουλής, ενώ καμιά σχέση δεν έχει με αυτή. Ηταν άλλωστε προσφάτως, το 2007, που το φυλάκιο των ευζώνων στον «Αγνωστο Στρατιώτη», έγινε παρανάλωμα του πυρός, κατά την διάρκεια των συγκρούσεων που συνόδευσαν τη πανεκπαιδευτική πορεία ενάντια στο νόμο Γιαννάκου για τα πανεπιστήμια, αλλά και το 2008 με αφορμή του 17χρονου Αλέξη.

Ο «Αγνωστος Στρατιώτης» καμιά σχέση δεν έχει με την εξουσία της Βουλής.Το Μνημείο είναι ο τάφος, το κενοτάφιο, όλων εκείνων των πολεμιστών, όλων εκείνων των νέων, που έδωσαν τη ζωή τους, που πρόσφεραν τα θαλερά τους νιάτα, για να μείνει λεύτερη ετούτη η γωνιά της γης…

Ο «Αγνωστος Στρατιώτης» είναι η πανάρχαια ιδέα του κενοτάφιου. Η ύπαρξή του έρχεται από την αυγή της ιστορίας, από τότε που οι λαοί ένιωθαν την ανάγκη να υπάρξει ένας κοινός τάφος των νέων που χάθηκαν, των στρατιωτών που διαμελίστηκαν, των παιδιών που χαράμισαν τα όνειρά τους, που έδωσαν τη ζωή τους, σε αμυντικούς πολέμους για να μείνει η γη τους λεύτερη, είτε ακόμα και για να δοξαστεί σε επιθετικούς πολέμους (ανάλογα με τους καιρούς οι αξίες και οι δόξες των εποχών…). Τότε, παλιά, πίστευαν ότι ψυχές όσων σκοτώθηκαν για την πατρίδα, βασανίζονταν, γυρνοβολούσαν επάπειρον καταδικασμένες, έρημες και αδικαίωτες, εφόσον ήταν άταφες (σ.σ. θυμηθείτε την Αντιγόνη και το χρέος ταφής των νεκρών). Ετσι η ταφή αυτών που είχαν χαθεί τα πτώματά τους σε πολέμους για τη δόξα της πατρίδας, γινόταν συμβολικά, άλλοτε με την κατασκευή ενός ειδώλου που θαβόταν με τιμές, άλλοτε είτε με ένα κενοτάφιο.

Σαφώς τον προηγούμενο αιώνα δεν έγινε τυχαία η γειτνίασή του με τη Βουλή. Η εξουσία θέλησε επ’ ωφελεία της να αξιοποιήσει και να οικειοποιηθεί την συναισθηματική  φόρτιση και την ιδεολογική σήμανση που εξέπεμπαν στους λαούς τα χαμένα στους πολέμους, για την λευτεριά της πατρίδας, νιάτα.  Ιστορικά στην Ελλάδα, για πρώτη φορά με απόφαση του δήμου Ερμούπολης της Σύρου στήθηκε μνημείο στον Αγνωστο Στρατιώτη του 1821. Η Αθήνα αναβίωσε την προαιώνια τακτική, με μνημείο στην πλατεία Συντάγματος, το 1832. (σ.σ. Η αρχική ιδέα για την δημιουργία του μνημείου  στην Αθήνα, ανήκε στον δικτάτορα Θόδωρο Πάγκαλο το 1926, ο οποίος αποφάσισε την κατασκευή του μπροστά στο κτήριο των ανακτόρων, το οποίο είχε μετατρέψει σε υπουργείο Στρατιωτικών   – αμάν… της Αργεντινής είχε γίνει!)

Εκτοτε το κενοτάφιο των χαμένων στους πολέμους νέων, βεβηλώθηκε πολλάκις, στις ταραγμένες πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Στο μεσοπόλεμο και μεταχουντικά υπήρξαν – σχετικώς- δεκαετίες «σιγής», αδιαφορίας και σεβασμού του μνημείου> Αυτά  ως τις μέρες μας, όπου η νεοτερικότητα, ο εύκολος εντυπωσιασμός, η καταρράκωση προαιώνιων αξιών (τις οποίες η Αριστερά του μεσοπολέμου και της μεταπολεμικής εποχής, παρότι κυνηγημένη, διαφύλαξε ως κόριν οφθαλμού), το μνημείο του «Αγνωστου  Στρατιώτη» έγινε αποδέκτης κάθε αδιανόητου αιτήματος: Προχθές οι σπαρτιάτες «αγανακτισμένοι», μετά τον ποδαρόδρομο από την Σπάρτη, εις ένδειξιν διαμαρτυρίας κατά του μνημονίου, θέλησαν να «καταθέσουν» στον Αγνωστο.  Πριν κανα τεσσάρι χρόνια, μετά τις φωτιές της Πάρνηθας θέλησαν να καταθέσουν κάποιοι οικολόγοι ή οικολογούντες, εις ένδειξιν διαμαρτυρίας για τα αποκαίδια του Βουνού. Ο,τι καθείς προαιρείται…

Οπωσδήποτε, παρότι προαιώνια συνήθεια, η αναβίωσή του «Αγνώστου» δεν αποτελεί  νεοελληνική ιδιαιτερότητα αποφορτισμένη από ιδεολογικές σκοπιμότητες των κυρίαρχων τάξεων. Η ιδέα της λατρείας του «Αγνωστου Στρατιώτη» (όπως μας έχει ενημερώσει ο καταργηθείς «Ιος» της Ελευθεροτυπίας),  εμφανίστηκε στις χώρες της αναπτυγμένης Δύσης τη δεκαετία του ’20, «ακριβώς ως απάντηση του πολιτικοστρατιωτικού κατεστημένου στο γενικευμένο αντιπολεμικό αίσθημα που προκάλεσε η μαζική ανθρωποσφαγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και στην κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση που επέφερε αυτή η καταλυτική εμπειρία».

«Το αρχικό -ελληνικό- πάνθεο περιλάμβανε μόνο μάχες της δεκαετίας 1912-1922. Αργότερα προστέθηκαν ο ελληνοϊταλικός κι ελληνογερμανικός πόλεμος του 1940-41, η δράση του στρατού της Μέσης Ανατολής (Ελ Αλαμέιν, Ρίμινι), οι νίκες του «εθνικού στρατού» κατά των «συμμοριτών» στον Εμφύλιο, ακόμη κι ο καθαρά ιμπεριαλιστικός πόλεμος της Κορέας. Ελέω εθνικής συμφιλίωσης ο Γράμμος και το Βίτσι σβήστηκαν κάποια στιγμή, για να αντικατασταθούν απ” την κυπριακή τραγωδία του 1974».

Οπωσδήποτε η κάθε εξουσία θέλησε να ενσωματώσει και να αξιοποιήσει στην δική της πολιτική ηγεμονία την συγκίνηση που δημιουργούσε στους λαούς το κενοτάφιο του Αγνωστου Στρατιώτη, ιδιαίτερα μετά από αμυντικούς πολέμους. Ωστόσο ένα γεγονός παραμένει αναλλοίωτο: Ο «Αγνωστος Στρατιώτης», είναι το κενοτάφιο εκείνων των πολλών ανώνυμων νέων  που έδωσαν τα νιάτα τους, για να έχουμε εμείς  την ελευθερία μας σε αυτή τη χώρα – ακόμη και την ελευθερία  … να πετάμε μολότωφ.

Ας τον σεβαστούμε… Ας σεβαστούμε το γεγονός ότι πρόκειται για έναν τάφο αυτών που έχασαν τα νιάτα τους γιαυτή τη γωνιά της γης.Αυτό δεν έχει καμιά εθνικιστική διάσταση. Στον –από καταβολής ανθρώπου- σεβασμό των νεκρών ομνύει, υπενθυμίζοντας ότι πέραν της γεωγραφικής γειτνίασης, καμιά σχέση δεν έχει με το «μπουρδέλο τη Βουλή» που πρέπει «να καεί»…