Σήμερα ο ελληνικός λαός περνάει πολύ δύσκολες στιγμές. Η οικονομική κρίση εξουθενώνει τους πολίτες, ιδιαίτερα τους πιο αδύναμους. Πολλές δομές του κράτους και της κοινωνίας αδυνατούν να στηρίξουν όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Οι θεσμοί υφίστανται σκληρή κριτική, ως υπεύθυνοι για την κατάσταση της χώρας. Δημιουργείται ένα αντι-πολιτικό και αντι-κοινοβουλευτικό κλίμα. Η απελπισία, όμως, δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος. Θεωρίες συνωμοσίας διαδίδονται, εκτοπίζοντας έτσι την ψύχραιμη σκέψη, την λογική ανάλυση, τον ορθό λόγο. Είναι σίγουρο ότι στο έδαφος αυτό μπορούν να αναπτυχθούν πιο εύκολα αντιδραστικές θεωρίες, αυταρχικές πρακτικές, λαϊκιστικές και δημαγωγικές εξαγγελίες, παρωχημένες και οπισθοδρομικές αντιλήψεις.

Όταν η δημοκρατία  είναι ή φαίνεται αναποτελεσματική, αυξάνονται οι προσπάθειες «υποκατάστασης» της, οι οποίες γίνονται πιο εύκολα ανεκτές.  Όταν το κράτος δυσκολεύεται να καλύψει τις κοινωνικές ανάγκες, εμφανίζονται μορφές κοινωνικής υποστήριξης οργανωμένες από την ακροδεξιά. Όταν η ασφάλεια δεν παρέχεται από τους αρμόδιους θεσμούς, κάποιες πολιτοφυλακές εμφανίζονται πρόθυμες να την προσφέρουν οι ίδιες. Οι άνεργοι τείνουν ευήκοο ους και στρατολογούνται πιο εύκολα, όταν η ελπίδα χάνεται. Η κρίση αξιών οδηγεί σε αναζήτηση «εύκολων» και «απλών» λύσεων σε σύνθετα προβλήματα. Η έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής καθιστά εύκολο στόχο τους μετανάστες. Δημιουργείται αίσθημα εθνικής ταπείνωσης, από δημοσιεύματα σε διεθνή ΜΜΕ και παρεμβάσεις λαϊκιστών πολιτικών στο εξωτερικό, που αναπαράγουν αρνητικά στερεότυπα για τους Έλληνες.

Πάνω σε παλαιότερες εθνικιστικές αντιλήψεις, στο φόβο έναντι της ευρωπαϊκής ενοποίησης και στη δαιμονοποίηση της παγκοσμιοποίησης,  που οδηγούν σε εκκλήσεις για «ενίσχυση» των  συνόρων και για εθνική περιχαράκωση και απομόνωση, προστίθεται τώρα η αντισημιτική και ισλαμοφοβική αντίληψη της Ιστορίας και του κόσμου. Δεν πρόκειται μόνο για μάχη ιδεών. Αυτές οι αντιλήψεις συνοδεύονται από πράξεις βίας συνεχείς και καθημερινές, οι οποίες αφορούν τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα πολλών συνανθρώπων μας και συμπολιτών μας. Η ανοχή κοινωνικών στρωμάτων σε αυτές τις πρακτικές, οδηγεί στον εκφασισμό της κοινωνίας.

Είναι σίγουρο ότι η κρίση δημιουργεί πιο γόνιμο έδαφος για τις αντιλήψεις και τις πρακτικές της ακροδεξιάς. Δεν μπορούμε, όμως, να οδηγηθούμε εύκολα στην εκτίμηση ότι κρίση οδηγεί απευθείας στην ανάπτυξη του ρατσισμού και της «Χρυσής Αυγής». Θα ήταν μια ανιστόρητη και υπεραπλουστευτική θεώρηση της πραγματικότητας. Αλίμονο αν αποδεχθούμε τη θεωρία ότι η οικονομική κρίση, η φτώχια, η ανεργία, μπορεί να δικαιολογήσει την προσχώρηση σε ναζιστικές, φασιστικές, ξενοφοβικές και ρατσιστικές απόψεις και πρακτικές. Θα ήταν σα να δικαιολογούσαμε αναδρομικά την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία και του ναζισμού στη Γερμανία του πολέμου.

Πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι η επιλογή της «Χρυσής Αυγής» δεν είναι μια πολιτική και κομματική επιλογή όπως όλες οι άλλες. Υπάρχουν πολλές άλλες χώρες που εφαρμόζουν δύσκολα προγράμματα προσαρμογής και εν τούτοις δεν έχουν επιτρέψει οι κοινωνίες τους ν” αναπτυχθούν, να εκκολαφθούν τέτοια φαινόμενα. Πρέπει όλοι να αντιληφθούμε ότι ούτε η απόρριψη του πολιτικού συστήματος, ούτε ο καταλογισμός ευθυνών στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, ούτε το αίσθημα ανασφάλειας, ούτε η αναζήτηση δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης ούτε η ανάγκη διαφοροποίησης από το κυρίαρχο πολιτιστικό μοντέλο, επιτρέπει να υποθάλπονται και να στηρίζονται φαινόμενα όπως η «Χρυσή Αυγή».

Δεν αρκεί η αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού της ρατσιστικής και ξενοφοβικής βίας. Πρέπει να αντιμετωπιστεί και ο αυτουργός που είναι κατ” εξοχήν το αντισυνταγματικό κόμμα της «Χρυσής Αυγής» και πρέπει να βρει απέναντί του το «συνταγματικό τόξο» όλων των άλλων πολιτικών δυνάμεων.

Η Δημοκρατία πρέπει να είναι μία αυτοπροστατευόμενη και μάχιμη Δημοκρατία. Η καταδίκη της βίας πρέπει να έχει μορφές, οι οποίες να είναι αποτελεσματικές και έμπρακτες. Αντί για μια θεωρητική και ατέρμονα συζήτηση γύρω από τις μορφές και τις ιδεολογίες της βίας, ή από έννοιες όπως η «αντίσταση» ή η «ανυπακοή», χρειάζεται μια πρακτική συσπείρωση όλου του «συνταγματικού τόξου» εναντίον της «Χρυσής Αυγής».

Η αντίδραση απέναντι στη βία, πρέπει να συσπειρώνει κάθε φορά το ευρύτερο δυνατό φάσμα πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.

Αφετηρία πρέπει να είναι η άμεση πολιτική αντίδραση και η καταδίκη του φαινομένου αυτού από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων του «συνταγματικού τόξου».

Ο εγκωμιασμός του ναζισμού, το κήρυγμα ξενοφοβικού και ρατσιστικού μίσους, η πολιτική και οργανωτική ενθάρρυνση πράξεων βίας κατά μεταναστών ή κοινωνικών ομάδων με βάση το θρήσκευμα ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, αντιβαίνει βεβαίως στο ελληνικό Σύνταγμα. Ένα τέτοιο κόμμα, με τη οργάνωση και τη δράση του, δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος

 

Το ότι ένα κόμμα είναι αντισυνταγματικό, προφανώς μάλιστα, δεν σημαίνει ότι η λύση είναι η τυπική απαγόρευσή του.
Δεν θα μας διευκόλυνε να ανοίξουμε μια συζήτηση για το αν στην ελληνική έννομη τάξη μπορεί να απαγορευτεί ένα πολιτικό Κόμμα. Η ελληνική έννομη τάξη έχει μηχανισμούς, οι οποίοι μπορούν να οδηγήσουν σε ισοδύναμο και ακόμη καλύτερο αποτέλεσμα, στο επίπεδο της κοινής ποινικής και διοικητικής νομοθεσίας και στο επίπεδο του Κανονισμού της Βουλής.
Η υποκατάσταση του κράτους, η διείσδυση σε ορισμένους θύλακες της Αστυνομίας, η αναζήτηση προσχημάτων για βίαιες ή αντικοινωνικές συμπεριφορές, δεν είναι ούτε αποδεκτή ούτε ανεκτή επιλογή.

 

Και φυσικά, σε καμία περίπτωση η έννομη τάξη δεν ανέχεται ενθάρρυνση, οργάνωση ή κάλυψη εγκληματικών πράξεων βίας, στις οποίες Βουλευτές, στελέχη κομμάτων, μέλη διοίκησης κόμματος, είναι όχι απλά και μόνο ηθικoί, αλλά πολύ συχνά και φυσικοί αυτουργοί.

Τα μεγάλα ερωτήματα αφορούν την ίδια την κοινωνία, η οποία πρέπει ν” αντιληφθεί ότι η ανοχή απέναντι σε τέτοια φαινόμενα ή ακόμη περισσότερο το «φλερτ» με τέτοια φαινόμενα, οδηγεί όχι απλά και μόνο στο δημοκρατικό και θεσμικό αδιέξοδο, αλλά στην απόλυτη καταστροφή. Είναι ένα ανιστόρητο και επικίνδυνο παιχνίδι.

Τώρα που θα εισαχθεί όπως πρέπει, το ταχύτερο δυνατό, για ψήφιση το νομοσχέδιο για τη ρατσιστική βία, για τα ρατσιστικά εγκλήματα -που εκκρεμεί από την προηγούμενη Βουλή- να προστεθεί κεφάλαιο με το οποίο να τροποποιούνται όλες οι κρίσιμες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα γύρω από τα θέματα αυτά. Γιατί πρέπει να απειλούνται κακουργηματικές ποινές, παρεπόμενες ποινές στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, για μια σειρά από εγκλήματα.

Και, βεβαίως, είναι αναγκαίο να προωθηθεί διακομματική πρωτοβουλία των βουλευτών-μελών της ελληνικής αντιπροσωπείας στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, ώστε να μην μετέχει η «Χρυσή Αυγή» στην αντιπροσωπεία αυτή.

Με την συσπείρωση όλων των δημοκρατικών δυνάμεων στην χώρα μας, καθώς και με την ευρωπαϊκή και διεθνή αλληλεγγύη, θα πετύχουμε σημαντικά αποτελέσματα. Σε αυτή την κατεύθυνση, κρίσιμη θα είναι η σωστή λειτουργία των εθνικών και των διεθνών θεσμών και, κυρίως, μια επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση, που θα αποτελεί ορατό πρότυπο δημοκρατικής και διαφανούς λειτουργίας, αποτελεσματικής διαχείρισης, ειρηνικής και ισότιμης συνύπαρξης, με σεβασμό στην πολυμορφία και την διαφορετικότητα.

Previous articleΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ ΚΑΙ ΒΛΕΠΟΥΜΕ
Next articleΣΠΙΤΙΚΟ ΝΤΕΜΑΚΙΓΙΑΖ ΜΑΤΙΩΝ
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΣΙΚΑΣ
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις στην Ελλάδα και έκανε μεταπτυχιακά στη Γαλλία. Ασχολείται με θέματα διεθνούς, εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Αρθρογραφεί και έχει συμμετάσχει σε σχετικά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά. Από μαθητής, εντάχθηκε στην ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος (Νεολαία του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού). Διετέλεσε μέλος του Συμβουλίου Πόλης Αθήνας της οργάνωσης. Εξελέγη μέλος Δ.Σ. Συλλόγου Φοιτητών Παντείου. 1991 - 92: Γραμματέας του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του κόμματος “Eλληνική Αριστερά” (E.AΡ.). Μέχρι 2000: μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΝασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου. Στέλεχος Γραφείου Τύπου και ομάδας επικοινωνιακής πολιτικής του κόμματος. Το 2000 αποχώρησε από τον Συνασπισμό, λόγω πολιτικών διαφωνιών, μαζί με άλλα στελέχη που διακήρυσσαν την ανάγκη σύγκλισης των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς. 2003-2004: Συνεργάτης Υφυπουργού Εσωτερικών Στις εκλογές 2004 ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Εκλογικού Αγώνα του ΠΑΣΟΚ. Συμμετείχε στην Ομάδα Επικοινωνιακής Πολιτικής. 2004-2005: Μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ανασυγκρότησης (Ε.ΣΥ.ΑΝ.) του ΠΑΣΟΚ. 2005-2008: Μέλος της Γραμματείας Διεθνών Σχέσεων του ΠΑΣΟΚ. Εκπροσώπησε το κόμμα σε πολλές δραστηριότητες της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Συμμετείχε στη Γραμματεία του Τομέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Κοινωνικής Ένταξης, πολιτικής Ασύλου και Μετανάστευσης του ΠΑΣΟΚ, ως αναπληρωτής υπεύθυνος της Επιτροπής Κοινωνικής Ένταξης. Μέλος της Επιτροπής Εξωτερικής Πολιτικής του κόμματος. Μέλος της Γραμματείας της Κεντρικής Οργανωτικής Επιτροπής Συνεδρίου (Κ.Ο.Ε.Σ.) για το 8ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. 2008-2012: 2008-2012: μέλος της Γραμματείας του Τομέα Οργανωτικού του κόμματος. Νοέμβριος 2009 - σήμερα: Γραφείο Τύπου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. 2010 - σήμερα: μέλος της Γραμματείας του Τομέα Τύπου και ΜΜΕ του ΠΑΣΟΚ. Συμμετοχή στον Τομέα Επικοινωνίας και Συντονισμού του κόμματος. Διετέλεσε: μέλος Δ.Σ. Ραδιοσταθμού «Αθήνα 9,84» δήμου Αθηναίων. Συντονιστής δημοτικής παράταξης Δημάρχου Αθηναίων, Γ. Καμίνη Συνεργάτης Υπουργού Επικρατείας και Κυβερνητικού Εκπροσώπου

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.