Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017
προκλητικη απαιτηση ή παιρνω -δινω

ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ Ή ΠΑΙΡΝΩ -ΔΙΝΩ

 του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΚΟΛΦΙΝΟΠΟΥΛΟΥ 

Αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες που συμβάλλουν στη διαμόρφωσή μας σαν κοινωνικά όντα από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι την ενηλικιωσή μας, θα διαπιστώσει ότι αυτά που παίρνουμε είναι σαφώς περισσότερα από αυτά που δίνουμε.

 

Πιθανότατα αυτές οι επιρροές συμβάλλουν στο να διαμορφωθεί ένα σχήμα και στη συνέχεια η αντίληψη ότι «δικαιούμαστε» να παίρνουμε περισσότερα από ότι δίνουμε (στον εργασιακό, κοινωνικό, συναισθηματικό τομέα). 
Στην Ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες, το φαινόμενο διογκώνεται κυρίως από πολιτικοκοινωνικές επιρροές και λειτουργεί και πέραν της παιδικής ή εφηβικής ηλικίας.

Εκτός αυτού όμως πολλές φορές διογκώνεται λόγω της κυριαρχούσης νοοτροποίας περί της διαπαιδαγώγισης των παιδιών. Δηλαδή με τη συμπεριφορά τους και τη στάση τους οι γονείς, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι αρχές και τα ΜΜΕ δίνουν τη δυνατότητα στα παιδιά και τους εφήβους να ζητούν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους. Αυτό είναι υγειές εφ’ όσον συνδέεται με την υποχρέωση των νέων, σε ένα βαθμό, να δώσουν  αντίστοιχα κάτι σύμφωνα με την ηλικία τους. Εννοώ τουλάχιστον σε επίπεδο συμπεριφοράς,  να σεβαστούν τις βασικές αρχές της κοινωνίας μας ώστε να μαθαίνουν από μικρή ηλικία ότι εκτός από «δικαιώματα» έχουν και υποχρεώσεις και να μαθαίνουν ότι για να ευημερεί η κοινωνία μας, θα πρέπει να δίνουν σαν ενήλικες περισσότερα από όσα πήραν σαν παιδιά.

Το φαινόμενο αυτό συνδιάζεται και συμβάλλει στην προσωποκεντρική συμπεριφορά του ατόμου. Έτσι δεν καλλιεργείται επαρκώς το αίσθημα κοινωνικότητας και προσφοράς, με συνέπεια να ωθούμεθα  σε παρακμιακή κατεύθυνση κοινωνικά, σε σύγκρουση  και σε αδιέξοδο.

Τελικά βλέπουμε το παιδί, τον έφηβο, το νεαρό ενήλικα καί τον ενήλικα, κατά κανόνα να έχουν τη τάση να παίρνουν πολύ περισσότερα από όσα δίνουν, και επιπλέον αυτό να το θεωρούν δεδομένο δικαίωμα. Πέραν τούτου όμως, προβάλλεται μέσα τους και το αίσθημα του αδικημένου, όταν καλούνται από τα γεγονότα της ζωής να δώσουν πάρα πάνω από αυτά που έχουν μάθει ότι είναι υποχρεωμένοι να δώσουν εξ’ αιτίας της ακατάλληλης διαπαιδαγώγησης.

Τίθενται λοιπόν τα ερωτήματα: Από που μπορούν να πάρουν? Ποιός είναι αυτός που έχει τόσα πολλά να δώσει ηθικά, ψυχολογικά, κοινωνικά, υλικά?  Σε ποιόν να δώσει, προς τι και γιατί?  Πώς θα νοιώσουν δικαιοσύνη?

Η απάντηση είναι ότι έχουμε να πάρουμε από αυτά που ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ  δίνουμε. Αν ο καθένας δεν εκτιμήσει ότι είναι υποχρεωμένος να δίνει, τότε δεν θα έχουμε να παίρνουμε. Αν δεν τηρηθεί αυτός ο βασικός κανόνας, δεν θα νοιώσουμε ποτέ το αίσθημα του δικαίου.

Μελετώντας πώς ήταν οι ανθρώπινες συναλλαγές πριν εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια, θα διαπιστώσουμε ότι έχουμε ξεχάσει τις πρωταρχικές αρχές και το μέτρο του παίρνω – δίνω. Φτάσαμε στο σημείο σήμερα να θεωρούν οι περισσότεροι ότι οι άλλοι τους οφείλουν. Γνωρίζουμε ότι η πλειοψηφία των πολιτών ΣΤΗ ΠΡΑΞΗ δεν φροντίζει επαρκώς το κοινωνικό και το φυσικό μας περιβάλλον, δεν νοιάζεται επί της ουσίας για το συνάνθρωπό του και αποφεύγει να είναι εντάξει στις οικονομικές του υποχρεώσεις απέναντι στο κράτος. Και την ίδια στιγμή ασκεί κριτική σους άλλους που δεν κάνουν κάτι για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αυτής της στάσης ζωής.

Επιπλέον όταν  εκτιθέμεθα από τα αποτελέσματα των πράξεών μας σαν άτομα και πρόσφατα σε άλλες κοινωνίες σαν χώρα, ανακαλύπτουμε τα απίθανα σενάρια για να δικαιολογηθούμε.
Ξέρετε δεν υποννοώ ότι ο κάθε ένας μας σε ατομικό η εθνικό επίπεδο έχει τις καλύτερες προθέσεις. Το συμφέρον του κοιτάει. Αν όμως εμείς κοιτάζοντας στενά το ατομικό μας συμφέρον αφήνουμε το «σπίτι μας» ξεκλείδωτο και τη χώρα μας ανυπεράσπιστη, τότε  μπορεί να μπεί ο καθένας μέσα να εκμεταλευτεί και να πάρει ότι μπορεί.

Γιά να διορθωθεί λοιπόν αυτό το φαινόμενο και να αποφύγουμε τις συνέπειές του, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η ανισοβαρής σχέση μεταξύ παίρνω- δίνω που λειτουργεί στη πλειονότητα των ατόμων της Ελληνικής κοινωνίας, είναι μία ΕΓΩΙΣΤΙΚΗ στάση ζωής. Και λυπάμαι που θα το επισημάνω, ότι πίσω από τον εγωισμό κρύβεται πάντα αδυναμία και ηθική και ψυχολογική πενία. Δεν μπορεί να εμφανιζόμαστε τόσο άνετοι και χαλαροί σε ατομικό επίπεδο και κοινωνικά να παρακμάζουμε. ΧΑΝΟΥΜΕ ΟΛΟΙ. Χρειάζεται αναθεώριση του αξιωτικού μας συστήματος, εγρήγορση και συναισθηματική πειθαρχεία.

Στον κόσμο μας ενεργούμε σε συστήματα δομών και αυτά αλληλεπιδρούν συνεχώς μεταξύ τους (μικροκοινωνία, μακροκοινωνία, κράτη, ήπειροι, θρησκείες, πολιτισμοί οικονομίες). Όταν ζητάμε να παίρνουμε περισσότερα από όσα δίνουμε, σημαίνει ότι υποτιμούμε τον άλλο, τον όποιο άλλο. Η ανισορροποία αυτή λειτουργεί προκαταβολικά με ημερομηνία λήξης της σχέσης με τον άλλο, ή σε σύγκρουση και απομόνωση. Αν και  μπορεί να έχουμε ένα πρόσκαιρο και γρήγορο όφελος και έτσι να νομίζουμε ότι ωφελούμεθα. 

Για να είναι γνήσιο, ανιδιοτελές και με μεγάλη αξία αυτό το «δίνω», θα πρέπει να είναι προσανατολισμένο περισσότερο έξω από το κύκλο των δικών μας ανθρώπων. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις εκτιμάμε περισσότερο το «παίρνω» και προοδεύουμε σαν κοινωνία.

 Ας σταματήσουμε  να αποπροσανατολιζόμαστε όταν δηλώνουμε ότι είμαστε καλλιεργημένοι και ότι έχουμε ανώτερα ιδανικά σαν κοινωνία αφού αντί να λειτουργούμε προς το κοινό συμφέρον λειτουργούμε εγωιστικά.
Νομίζω ότι κατανοούμε και αποδεχόμαστε οι περισσότεροι πολίτες την ανισορροποία μεταξύ παίρνω – δίνω και τις συνέπειές του. Αποτελεί κατά τη γνώμη μου μία σημαντική παράμετρο που δεν αφίνει τη κοινωνία μας να εξελιχθεί.
Είναι σαν να υπάρχουν πολύ ενδιαφέρουσες  συνιστώσες δυνάμεις που κατευθύνονται σε αντίθετες η σχεδόν αντίθετες κατευθύνσεις και τελικά η συνισταμένη των να καταλήγει να έχει ελάχιστη δύναμη.

Έτσι παρ’ όλο που έχουμε σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό, μένουμε πίσω σαν κοινωνία, καθυστερούμε την εξέλιξή μας σε σύγκριση με άλλες κοινωνίες του Ευρωπαϊκού χώρου που ανοίκουμε, και τελικά καταλήγουμε να είμαστε όλοι χαμένοι. Ειδικά στις σημερινές συνθήκες με τη κρίση αξιών που περνάμε.

 Μήπως θα πρέπει τουλάχιστον οι ενήλικες αντί γιά το «παίρνω-δίνω» να ξεκινάνε από το «δίνω-παίρνω»?
 Μήπως με αυτόν τον τρόπο απελευθερώνουμε τις θετικές δυνάμεις που έχουμε μέσα μας και έτσι εξασφαλίζουμε και τη ψυχική μας γαλήνη?
Και μήπως αυτό αποτελεί στη πράξη μία στάση ζωής που συμβάλλει στην αλλαγή νοοτροπίας μιά και όλοι σχεδόν μιλούν γι’ αυτή την αναγκαιότητα?