Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κώστας είναι οικονομολόγος. Γεννήθηκε το 1953 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ήθελε να γίνει Αρχαιολόγος αλλά σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων. Το 1979 προσλήφθηκε ως Ελεγκτής στην μετά είκοσι χρόνια «δολοφονηθείσα» ελεγκτική εταιρία Arthur Andersen. Από τότε πήρε το δρόμο της επιχειρηματικής οργάνωσης και της πληροφορικής. Άρα τον Αύγουστο του 2011 συμπληρώνει 32 χρόνια έντονης επαγγελματικής εμπειρίας στην πρώτη γραμμή των θεμάτων εκσυγχρονισμού και οργάνωσης των επιχειρήσεων.
Τα τελευταία 22 χρόνια είναι επιχειρηματίας της τεχνολογίας. Έχει εμπειρίες συνεργασίας μέσα από εκατοντάδες εταιρίες και οργανισμούς σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Βρετανία, η Κύπρος, η Ρουμανία, η Τουρκία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Βουλγαρία, η Γερμανία και άλλες, όπου λειτούργησε ως προμηθευτής και σύμβουλος υπηρεσιών και λογισμικού.
Για δυο χρόνια υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΠΑΠ
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
πονοκεφαλοσ και απο τισ ασφαλιστικεσ

ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ

ΜE τη φούρια του ελληνικού χρέους έχουμε βάλει στην άκρη όλα τα άλλα θέματα εκτός από τις τράπεζες. Τι γίνεται με άλλους κλάδους των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών; Οι κλάδοι αυτοί λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, μεταφέροντας ο ένας προς τον άλλο τις ευκαιρίες αλλά και τα προβλήματά του.

Από το ξέσπασμα της κρίσης το 2007-2008 λίγα πράγματα έχουν γίνει προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Υπάρχουν διαφορές και αντιδικίες μεταξύ των «κέντρων» του κόσμου, όπως είναι οι ΗΠΑ, η Ασία, η Ευρώπη. Υπάρχουν και «κέντρα» όπως οι ανεξάρτητες χώρες Αγγλία και Ελβετία που επηρεάζουν τις αγορές αλλά σε σημαντικό βαθμό αρνούνται την εποπτεία. Δύο είναι οι κύριοι άξονες εποπτείας που επιδιώκονται: (α) H κεφαλαιακή επάρκεια των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους που ελλοχεύουν στη δουλειά τους, και (β) ο έλεγχος των συναλλαγών επί των παραγώγων (κυρίως των CDS).

 Σήμερα θέλουμε να αναφερθούμε σε ένα παγόβουνο που βρίσκεται μπροστά μας και λέγεται Solvency II για τις ασφαλιστικές εταιρίες στην Ευρώπη. Αν και η ευρωπαϊκή οδηγία έχει ήδη εκδοθεί από το 2009 και έχει μακρά ιστορία προετοιμασίας και σχεδιασμού, εν τούτοις δεν έχει εφαρμοσθεί ακόμη. Οι λόγοι; Πολλοί και ποικίλοι.

Τι επιβάλλει η νέα οδηγία με απλά λόγια: Oτι οι ασφαλιστικές εταιρίες πρέπει να εποπτεύονται σωστά, ώστε να εγγυώνται τις καλύψεις των ασφαλισμένων τους με επαρκή κεφάλαια. Να είναι φερέγγυες λαμβάνοντας υπόψη κινδύνους ρευστότητας, λειτουργικούς, αγοράς, αντασφαλειών και πιστωτικούς. Πολύ σωστός στόχος, δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει, ιδιαίτερα με αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν κάθε μέρα, με αδυναμίες εταιριών να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους. Οι ασφαλισμένοι της Ασπίς Πρόνοια θα μείνουν για πάντα ακάλυπτοι, αφού δεν υπήρχε εποπτικό πλαίσιο να προλάβει τη στραβοτιμονιά.

Οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί σύνδεσμοι ασφαλιστικών εταιριών κριτικάρουν αυστηρά το νέο πλαίσιο, που έχει καταληκτική ημερομηνία εφαρμογής την 1/1/2013, δηλαδή σε ενάμιση χρόνο από σήμερα. Θεωρούν ότι χρειάζεται πολλές διορθώσεις, θα συρρικνώσει τον κλάδο, θα εξαφανίσει μικρές και μεσαίες εταιρίες (σημ. οι ελληνικές μήπως αποβούν τελικά όλες «μεσαίες» μπροστά στους ευρωπαϊκούς κολοσσούς που θα τις καταβροχθίσουν;), θα μειώσει τον ανταγωνισμό, θα αυξήσει τις τιμές πολλών ασφαλιστικών προϊόντων και θα εξαλείψει άλλα προϊόντα από την αγορά σε βάρος πολλών ασφαλισμένων, ιδιαίτερα στον κλάδο ζωής. Μάλιστα ο σύνδεσμος των Eυρωπαίων ασφαλιστών, CEA, δεν διστάζει να υποστηρίξει ότι οδηγείται σε αποτυχία το μέτρο Solvency II. Ο γερμανικός σύνδεσμος ισχυρίζεται πως το μέτρο δεν είναι επαρκώς συνδεδεμένο με την πραγματική δουλειά των εταιριών.

Πανευρωπαϊκά, έχουν γίνει αρκετές –πέντε τον αριθμό– μελέτες ποσοτικών επιπτώσεων, που θα βοηθήσουν να εκτιμηθεί ο βαθμός προετοιμασίας κάθε ασφαλιστικής εταιρίας. Μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2011 η Τράπεζα της Ελλάδος καλεί τις εταιρίες να υποβάλουν υποδείγματα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας μιας εκάστης. Αλλά πολλοί διαμαρτύρονται πως «ο κλάδος θα αναγκαστεί τελικά να αφήσει τη… δουλειά του προκειμένου να είναι εντάξει στις υπερβολικές απαιτήσεις της εποπτικής αρχής». Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια τις εξελίξεις σε αυτό τον κλάδο, που μπορεί κάλλιστα να αποβεί ένας νέος πονοκέφαλος που θα ζητά πακέτα σωτηρίας.