Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο).
Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια.
Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό.
Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
πολιτικη θεολογια κι αξιεσ του προεκλογικου λογου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΙ ΑΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

Εμπνευσμένος από το σοφόκλειο δράμα του Φιλοκτήτη, από την έναρξη της προεκλογικής του εκστρατείας ο Βαγγέλης Βενιζέλος  έχει αναγάγει σε πολιτικό επιχείρημα τον χρησμό του «ο τρώσας και ιάσεται», φιλοδοξώντας να πείσει ότι «εμείς που σας φέραμε στην κατάσταση τούτη, μπορούμε να σας βγάλουμε» και θα πρόσθετα εγώ «επειδή γνωρίζουμε, ως υπεύθυνοι, πως ήλθαμε στην περιωπή αυτή».

Φευ, όμως, το επιχείρημα τούτο έξω από την οικονομία του σοφόκλειου έργου δεν είναι λειτουργικό.Ίσως η μόνη συνάφεια με τον ‘Φιλοκτήτη’ είναι η πανουργία του Οδυσσέα, που θέλει δίχως να αποκαλυφθεί ο αληθινός λόγος με δόλο να παραπλανηθεί ο εγκαταλελειμμένος ήρωας—που όμως κρατά τα όπλα του Αχιλλέα—και να πεισθεί να επιβιβασθεί για την Τροία. Η συνταύτιση της πολιτικής πράξης με την πανουργία, του πολιτικού λόγου με την κούφια ρητορική, φρονώ πως είναι το μόνο πρόταγμα της προεκλογικής στάσης του κου Βενιζέλου.

Ο ίδιος άλλωστε, φροντίζει να επιβεβαιώνει σε κάθε του εμφάνιση, με τη γνωστή του φλυαρία και την προπέτεια—όπως αυτοχρίσθηκε «μελλοντικός αρχηγός» του ΠΑΣΟΚ και «μελλοντικός εντολοδόχος» (αν και το τελευταίο βάσει των ασταθών δεδομένων στα ποσοστά των δύο κύριων κομμάτων και την εμφανιζόμενη απουσία δεδηλωμένης  είναι περισσότερο πιστευτό. Ο κος Βενιζέλος, πάντοτε ακολουθώντας την οδύσσεια πρακτική στον Φιλοκτήτη ως αντέρεισμα του πρώτου επιχειρήματος ευφάνταστα περιφέρει—χωρίς ωστόσο με εντελώς πειστικά συντετριμμένο ύφος—τη «συγγνώμη» του για τις αποτυχίες της πολιτικής που εφαρμόσθηκε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις στις οποίες συμμετείχε (χωρίς πάντως να περιλαμβάνει και την όχι και τόσο ένδοξη θητεία του ως υπουργού Οικονομικών).

Ως τελικό συμπέρασμα όμως και από τη «συγγνώμη» κι από το «τρώσας και ιάσεται» παραμένει η αυτάρεσκη προβολή του ιδίου, ως πρόσωπο και όχι ως κόμμα—για τούτο επέλεξε και την ανεπαρκέστατη Φώφη Γεννηματά ως εκπρόσωπο, ώστε να πλημμυρίζει τη δημοσιότητα μόνον η ογκηρή του φρασεολογία—ως μοναδικού «σωτήρα» στην παρούσα κατάσταση.

Βέβαια, ο κος Βενιζέλος δεν αποτελεί μοναδική εξαίρεση: ο Μάρτιν Χάιντεγγερ μας υπενθυμίζει στο Einführung in die Metaphysik πως (παραφράζοντας τον στίχο του Χέλντερλιν, πως όταν αυξάνει η κρίση, μεγαλώνει η πιθανότητα να έλθει ο σωτήρας ) σε περιόδους που οι κρίσεις είναι σοβαρές, τόσο αυξάνει κι ο αριθμός των ανικάνων που φαντάζονται τον εαυτό τους ως επικλητό από κάποια υπέρτερη δύναμη για να την επιλύσουνε, μιλώντας και γράφοντας για «αξίες». Και όψιμα ο κος Βενιζέλος μιλά πολύ για αξίες: από την επαναφορά του ΠΑΣΟΚ στις παραδοσιακές αξίες του ως παράταξη του Α. Παπανδρέου και Ε. Βενιζέλου (!), για τις αξίες του επιχειρείν και των τραπεζών που θα πρέπει να προστατευθούν, για τις αξίες μίας ανάπτυξης—δυστυχώς όμως χωρίς πρόοδο.

Σαν καλός συνταγματολόγος, ο κος Βενιζέλος δέον να έχει ακουστά για τον Καρλ Σμιτ—που πέρα από την ιδεολογική χρήση που έκανε ο Ναζισμός στις θεωρίες του για το ‘Κράτος’, την ‘κατασκευή του (εσωτερικού κι εξωτερικού) εχθρού’ ως μέσου για την συσπείρωση γύρω σου (πάγια πρακτική της πολιτικής αυτό το τελευταίο) και την ‘πολιτική θεολογία’ , οι θεωρίες του αυτές είναι παραδεκτές από τους πάντες. Ο Καρλ Σμιτ στο σημαντικό του κείμενο Die Tyrranei der Werte (η τυραννία των αξιών), κάνει σαφή αναφορά στη σημασία της έννοιας «αξία», που σήμερα γίνεται κατανοητή με σαφή οικονομίστικη χροιά, συχνά και μόνον αυτή. Είναι πέρα από σαφές πως σήμερα η λέξη αξία μονοπωλείται στις σύνθετες εκφράσεις της με τις μετοχές, το χρηματιστήριο, τα νομίσματα και τα μέτρα. Για τον λόγο τούτο πως ως ποιοτική έννοια η «αξία» στην Αρχαία Ελλάδα δεν απαντάτο, περισσότερο γινόταν λόγος για την «τιμή». Ίσως γι’ αυτό στους λόγους του κου Βενιζέλου η λέξη ‘τιμή’ είναι αποκλεισμένη: έχει να κάνει με την εντιμότητα ενός προσώπου, τον λόγω τιμής μίας υπόσχεσης, που πέρα από το μπαλκόνι δεν δεσμεύεται να τηρήσει εν ταις πράξεσιν απέναντι στην ‘τρόικα’…..

Οι «σωτήρες» έχουν όντως πολλαπλασιασθεί στη σημερινή συγκυρία: όλοι τους προβάλλουν ως νιτσεϊκά υποκείμενα, υπεράνθρωποι, που φθάνουν σε τούτη τη δύσκολη κατάσταση για να διδάξουν στο γένος πως θα αποτινάξει τις παλιές, φθαρμένες του αξίες για τη ζωή και με την ‘πυγμή’ θα επιτελέσει μία Umwertung aller Werte (μία ‘μεταξίωση όλων των αξιών’), με την εποπτεία των ‘επαϊόντων’. Και φυσικά οι επαναξιωμένες «αξίες» τούτες, που ευαγγελίζονται περιέργως πως σχετίζονται με τις «υπεραξίες» των τραπεζών και των αγορών: η μόνη αξία, ως τιμή φορολογίσιμη, που επιδοκιμάζεται για τους υπόλοιπους είναι το φορολογικό καθήκον κι η ειλικρίνεια στις δηλώσεις.

Παραδόξως, όλοι οι επίδοξοι σωτήρες προκύπτουν ως συνεχιστές του Ζαρατούστρα: ο κος Βενιζέλος επιστρέφοντας από την «εξορία» της απομαχίας του στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης επί πρωθυπουργίας Γ. Παπανδρέου (για τη δική του θητεία στο Οικονομίας ολίγιστα λέει και όσα αποτολμά στρέφονται περί του πατριωτισμού και της δήθεν φθοράς του να υπερασπισθεί—υπογράφοντας βέβαια ό,τι δεινότερο ήταν δυνατόν και παρακωλύοντας ίσως τον μόνο φιλολαϊκό νόμο της διετίας, τον Νόμο Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά— ενώ βέβαια και στο Εθν. Αμύνης έσπευσε να κυρώσει τη συμφωνία με τα υποβρύχια) την ύπαρξη του κράτους «καταναλίσκοντας» (!) το πολιτικό του κεφάλαιο. Απέναντί του, έτερος Ζαρατούστρας, ο κος Σαμαράς, επέστρεψε μετά 11ετή αποδημία του εκ της πολιτικής, που εκμεταλλεύθηκε στοχαζόμενος ως ο νιτσεϊκός προφήτης και κατόπιν ροβόλησε από τις βουνοκορφές (Gimpfeln), όπου συνομιλούσε με τον αητό και ό,τι άλλο περήφανο επιβιώνει στη φύση, τα οποία του εμφύσησαν τις πραγματικές αξίες.

Η στάση τούτη, η παλιννόστηση του προφήτη, εγκαινιάζει μία νέα εποχή «Πολιτικής Θεολογίας», με όλα τα λειτουργικά της στοιχεία—επίκληση στους ‘Πατέρες’ των πολιτικών παρατάξεων (Ανδρέας, Ελευθέριος Βενιζέλος, Καραμανλής), αλλά συνάμα ασκώντας τη θεμελιώδη ενέργεια που βρίσκεται στη βάση της αντίληψης της πολιτικής ως μία συνέχεια του τρόπου λειτουργίας της θρησκείας: τον αποκλεισμό του άλλου. Όπως στη θρησκεία, ο αλλόθρησκος αποκλείεται από το σώμα της ‘εκκλησίας’, έτσι και στην πολιτική θεολογία, ο πολιτικός αντίπαλος—εσωκομματικός κι εξωκομματικός—είναι αποκλειστέος με βάση τη στάση του απέναντι στην πολιτική θέση του επικεφαλής.

Ακόμη κι οι αξίες, εννοούμενες με τον τρόπο που το κάνουν οι πολιτικοί είναι κι αυτές ‘αποκλειστικές’ –με τη διττή σημασία. Αποκλείουν άλλες που δεν συμφωνούν με την αναχθείσα ως υπέρτατη αξία (superficies solus cedit), λειτουργεί ως υπερδομή, η οποία «εξουδετερώνει», «αδρανοποιεί», την ειδική έννοια των υπολοίπων: το συμφέρον των τραπεζών υπερέχει των κοινωνικών ταμείων και των μικροεπενδυτών που πλήρωσαν το ‘κούρεμα’. Τόσο πολιτικά, όσο οικονομικά και κοινωνικά, η πολιτική θεολογία των μεγάλων κομμάτων «αποκλείει» πολιτικά κι αξιακά όσους βρίσκονται ένθεν κι ένθεν των παρατάξεών τους, χλευάζοντας τα επιχειρήματά τους, καταστροφολογώντας και εμμέσως απειλώντας με χάος κι ακυβερνησία—κατά τον ίδιον τρόπο που μία θρησκεία προφητεύει το τέλος του κόσμου, εάν οι πιστοί δεν ακολουθήσουν την ηθική συμπεριφορά που τους επιτάσσει.

Βέβαια, οι αξίες που υπερασπίζεται τόσο ο κος Βενιζέλος, όσο κι ο αντίπαλός του είναι εκείνες που τεχνητά ανέδειξε η παράταξή του, πριν απ’ αυτόν και οι οποίες, ενώ πριν ανήκαν σε διαφορετικά πρότυπα κουλτούρας (αγροτικές, ή λαϊκές αντιλήψεις για την κοινωνία, την κουλτούρα και την οικονομία ως ιδιοκτησία, αποταμίευση, κερδοφορία κλπ) κατά την ενσωμάτωση και την ανάδειξή τους ως κυρίαρχα προτάγματα συμπεριφοράς, δεν υπήρχε άλλη διαδρομή πλην να καταντήσουν ένας άμορφος «κομφορμισμός» (πελατειακό κράτος, φοροδιαφυγή, υποκουλτούρα κλπ).

Να γίνουν, ενί λόγω, καταπιεστικά πρότυπα, σχεδόν (νέο) φασιστικά—καθώς όποιος δεν ενέπιπτε σε τούτες τις συμπεριφορές εξοβελιζόταν. Ο επαρχιωτισμός και η χοντροκοπιά που γαλούχησε και ανέδειξε το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί επ’ ουδενί να θεωρηθεί αξία—συνεπώς μία επιστροφή στο κράτος πρασινοφρουρών, ή του φατριασμού επί Ελευθερίου Βενιζέλου (ο οποίος είναι γνωστό το πόσο διευκόλυνε το τοτινό αναδυόμενο ελληνικό Κεφάλαιο να προκόψει χάρις στη φθηνή εργατική δύναμη), είναι εντελώς μαυλιστική κι ανεπίκαιρη, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα το μέλλον που απεργάζεται για τον τόπο είναι ακόμη πιο ζοφερό. Οι «εθνικοποιημένες», άρα νοθευμένες, αξίες που επικαλούνται όλοι, δεν είχαν διαπλάσει ηθικά υποκείμενα, αλλά ωφελιμιστικούς (utilitarians) δρώντες οργανισμούς, εύπλαστους συνειδησιακά, που αρκούνται στα πάντα, ανεξάρτητα πως είναι οι συνθήκες, αρκεί να μεγιστοποιούνται τα κέρδη τους. Μόνο που στις συντρέχουσες συνθήκες, το maximum, που επιδιώκει κάθε ωφελιμιστής προαναγγέλλεται πως θα είναι εξασφαλισμένο μόνον στους «δυνατούς» και πως για τους υπόλοιπους δεν εξασφαλίζεται το maximin(το μέγιστο ελάχιστο, εγγυημένο) και πως θα πρέπει αυτοί να καταβάλουν το ‘τίμημα’, την ‘τιμή’, την ‘αξία’, για την μεγιστοποίηση του κέρδους των άλλων.

Ο κος Βενιζέλος, με γνώμονα τη φιλαυτία του, κι επιδιώκοντας να θέσει τον στέφανο του πρωθυπουργού επί κεφαλής et pereat mundus, ήταν και είναι πρόθυμος να συνεχίσει απαρέγκλιτα τον τρόπο με τον οποίο ασκούσαν την εξουσία, τόσο το ΠΑΣΟΚ, όσο κι η Δεξιά: αμφότερα, έχοντας συνθηκολογήσει με τα συμφέροντα, είχαν μετατρέψει τις κυβερνήσεις τους σε «τυπική εξουσία», καθώς την πραγματική εξουσία πάντοτε ασκούσαν κέντρα έξωθεν της πολιτικής. Η κρίση απεκάλυψε την συμπαιγνία τούτη. Με αποκορύφωμα τον προχειρισμό του Παπαδήμου στην πρωθυπουργία, η επίφαση της  «κυβέρνησης ως Διοικητικού Συμβουλίου του Κεφαλαίου» (της περίφημης αυτής φράσης του Μαρξ που κάποτε αντιμετωπίζαμε ως παραδοξολογία, πόσο δίκαιο είχε όμως!) κατέρρευσε και τα ίδια τα συμφέροντα πήραν στα χέρια τους την κατάσταση.

Ο κος Βενιζέλος με τις δηλώσεις του, σ’ εκείνους δηλώνει πίστη, δεν υπόσχεται βελτίωση στον κόσμο. Η πολιτική έχει παραδώσει πλέον τα ηνία, παραδεχόμενη να λειτουργεί ως ενεργούμενο, κι εάν τα ξαναζητεί είναι υποστηρίζοντας πως μόνη αυτή, ως πολιτική, βεμπεριανά, κατ’ επάγγελμα (als Beruf) μπορεί να εξασφαλίσει στα συμφέροντα πως μεσολαβούσης αυτής θα κατευνάζονται οι αντιδράσεις στην υπερκερδοφορία τους εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Το πρόταγμα της «ανάπτυξης» είναι πλαστό: διότι τούτη η ανάπτυξη είναι μερική, είναι «ανάπτυξη χωρίς πρόοδο», γιατί εξασφαλίζει την κερδοφορία σε λίγους, χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα στην κοινωνία και στους πολλούς.

Τα μεγαλόπνοα σχέδια για επενδύσεις δεν θ’ αφορούν το ευρύτερο σύνολο: ναι μεν θα δημιουργούν θέσεις εργασίας—όχι εγγυημένης και υποαμειβόμενης—αλλά τα προϊόντα τους θα αποκτώνται ακριβά, δεν θα ανήκουν τυπικά σε ελληνικά συμφέροντα. Η μελλούμενη εικόνα θα είναι σαν τους πρώτους βιομηχανικούς εργάτες, ή τους ανθρακωρύχους (που περιέγραφαν οι Β. Ουγκώ, Ζολά, κλπ), που εργάζονταν στις επιχειρήσεις, ζούσαν στα σπίτια που τους νοίκιαζαν οι επιχειρήσεις, αγόραζαν απ’ τα μπακάλικα που είχαν ανοίξει οι επιχειρήσεις, έπιναν στα καπηλειά που ανήκαν στις επιχειρήσεις, και όλο το πενιχρό μηνιάτικο ξαναγύριζε μέσω της κατανάλωσης στις επιχειρήσεις.

Οι φανφαρονισμοί για τα μεγάλα έργα, για τις επενδύσεις στον τουρισμό, κλπ αυτήν την παράσταση εξυπονοούν. Μάλιστα, στρατολογούν και το επιχείρημα των προηγούμενων μεγάλων σχεδίων: όμως τα έργα τούτα για τα οποία επαίρονται δεν είναι έργα δικά τους!

Είναι κάτι που έπρεπε να έχει γίνει, δεν ήταν δυνατόν να μην τα κάνουν: απλώς τα έκαναν με τον χειρότερο δυνατόν τρόπο. Δεν θα ήθελα να προσθέσω άλλες ιερεμιάδες για τις μίζες, τις καθυστερήσεις, το τριπλό και τρίδιπλο κόστος: θέλω μόνον με το επιχείρημα τούτο να καταδείξω πως είναι έργα που εκτελέσθηκαν όπως ταιριάζει σε ανθρώπους ανίκανους, που σκέπτονται μόνον το θεαθήναι και το συμφέρον. Όφειλαν να κάνουν κάτι—όχι από προσωπικό τους όραμα, γιατί η Εγνατία φερ’ ειπείν δεν ενδιέφερε αυτούς, αλλά τις πολυεθνικές που παράγουν τα προϊόντα τους στην Τουρκία, ή τη Βουλγαρία και ήθελαν γρήγορη και φθηνή πρόσβαση στις αγορές. Αυτοί  σαν καλοί ανίδεοι πολιτικοί, αρκέσθηκαν στα μερεμέτια, όπως εκείνα που ο καθένας κάνει σπίτι του, με τις ελλείψεις και τα στραβά τους.

Όπου η επιχειρηματολογία του κου Βενιζέλου δεν φαίνεται ικανή να πείσει, τότε επιστρατεύεται η «κανονιστικότητα» (normativity) της στήριξής τους, ότι «πρέπει», «οφείλουμε» να τους στηρίξουμε, ως μόνους εγγυητές των αξιών αυτών. Βέβαια, όπως έχουμε τονίσει οι αξίες αυτές, όπως γίνονται αντιληπτές οικονομικά, τραπεζικά, εμπίπτουν σε μία λογική «μεταβατικής» δικαιοσύνης (commutative), όπου όλα συμπίπτουν με την ασφάλεια των επιχειρήσεων  και το εμπορικό δίκαιο. Η κοινωνική δικαιοσύνη μετατοπίζεται δια του μεταβατικού δικαίου στις αντιλήψεις αυτές.

Κι εξ ού προκύπτει ο μέγας κίνδυνος. Όταν μία γενικού τύπου ηθική εκφορά (ιδίως αυτή που αναφέρεται σε αξιολογικού χαρακτήρα διατυπώσεις, υποθέσεις και συμπεράσματα), ή στην περίπτωσή μας μία ρητορική πρόταση (της οποίας τα επιχειρήματα καλούνται να υπηρετήσουν και να καθυποβάλουν τον προδεδικασμένο λόγο της) προβάλλονται ως κανονιστικές προτάσεις. Όταν δηλ. προτάσσουν το «πρέπει», το «οφείλω» των κανονιστικών προτάσεων επί του λογικά γενικώτερου και φυσικά σχετικιστικά υποκειμενικού, σχήματος «θα κάνω….» με τρόπο παραπλανητικό.

Ειδικότερα, το σχήμα:

«πρέπει (οπωσδήποτε) εγώ να γίνω πρωθυπουργός για το καλό της χώρας» αποτελεί αναγωγισμό του χειρίστου είδους, καθώς ανυπόστατα ταυτίζει –στην περίπτωση συγχέει ρητορικά—το ψυχόρμητο (τους ψυχολογικούς παράγοντες) με την αδιάσειστη εγκυρότητα ενός επιβεβαωμένου κι ισχύοντος επιχειρήματος. Διότι, το «πρέπει» στη φράση τούτη προϋποθέτει το έχω αναντίρρητους «υπαρκτούς λόγους», όχι «να θέλω…», αλλά του ότι «πρέπει» (εγώ που έχω πράξει ό,τι ήταν δυνατόν για να περάσει το μνημόνιο κλπ) να γίνω πρωθυπουργός για το καλό της χώρας (που μεταβατικά έχει επικαλύψει το ‘καλό κάποιων’), όταν είναι υπογεγραμμένο ήδη ότι θα εφαρμοσθούν όλα τα προβλεπόμενα και η παραίτηση από την κρατική ιδιοκτησία έναντι των δανειστών.

Ο «δεοντικός» λόγος τούτος, είναι αναγώγιμος μόνον σε απτά επιχειρήματα, των οποίων η δικαίωση σχετιζεται με την εκπλήρωση, ή τήρηση μίας «ηθικής αξίας»–όχι αφηρημένης ανώτερης τάξης—αλλά δεδηλωμένα δοκιμασμένης κι ως τέτοιας άξιας επιδοκιμασίας. Δηλ. μίας αξίας που τόσο οντολογικά, όσο κι επιστημολογικά, έχει επιδοκιμασθεί.

Μολαταύτα, ο διαρκής τούτος σχετικιστικός αναγωγισμός τείνει να εξαλείψει το ιδιαίτερο νόημά του—την ουσιαστική μη-αναγωγιμότητα της κανονιστικότητας παρά μόνον επί δικαιωμένων συμπερασμάτων.

Ο σχετικισμός τούτος, θα τολμούσαμε να πούμε πως ταυτίζεται αντίθετα με μία «ρεαλιστική αναγωγιμότητα» (ralisitic reductionism)—που αναφέρεται στην πίστη, όχι την πεποίθηση, πως, οντολογικά και ψυχολογικά,  οι υπάρχουσες ηθικές αρχές που διέπουν τις πράξεις μας ταυτίζονται με τις αφηρημένες αρχές (πλατωνικά) του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ, κλπ, που χαρακτηριζουν όχι έναν ειδικό χώρο της ανθρώπινης πράξης, αλλά μία σχετικώτερη ευρύτερη περιοχή των «πιστεύω» του καθεκάστου υποκειμένου.

Ο ‘ρεαλισμός’ τούτος –που δέον να μη συγχέεται με τον ‘πραγματισμό’ σαν έννοια—σε ηθικό, αξιακό, επίπεδο είναι τριών λογιών: ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟΣ, που δέχεται την ύπαρξη ηθικών (σχετικιστικών κι αφηρημένων: όπως η ρευστότητα στην αγορά ως εχέγγυο για την ευημερία) δεδομένων ανεξάρτητα από τις παραδεδεγμένες θεωρίες`  ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΣ, που θεωρεί πως μόνον τα (προσωπικά) κίνητρα δραστηριοποιούν—πχ. ο ήρωας επιχειρηματίας του Schumpeter  και πολλών εν Ελλαδι θεσμικών και εξωθεσμικών, ΜΜΕ, θιασωτών του—και πως δεν υπάρχουν ηθικοί λόγοι κι επιχειρήματα ανεξάρτητα από τούτα τα ψυχολογικά και άλλα (ωφελιμιστικά) κίνητρα. Τέλος, είναι ο ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΟΣ, που πιστεύει ότι δεν υπάρχουν κανονιστικές επικυρώσεις (justification), αλλά συμβεβηκυίες, συγκυριακές, επεξηγήσεις—κατά το μάλλον, ή ήττον περίπλοκες, δεδομένου ότι πρέπει να επεμβαίνουν ad hoc και σύμφωνα με τις ανάγκες δικαίωσής τους)—των συνθηκών υπό την επήρεια των οποίων έγιναν οι επιλογές που έγιναν—όπως πασχίζουν να πείσουν κατόπιν εορτής οι εφαρμοστές του μνημονίου. Περιττό να πούμε πως και οι τρεις κατηγορίες του ‘ηθικού ρεαλισμού’ αυτού είναι ελέγξιμες.

Ωστόσο, ο ηθικός τούτος ρεαλισμός, δηλ. η αναγωγή σε κάποιες αφηρημένες υπέρτερες αξίες—που ενώ έχουν αποδειχθεί ήκιστα υπολήψιμες, εξακολουθούμε να τις επικαλούμαστε ως μοναδικές—εξυπηρετεί απόλυτα την «πολιτική θεολογία», την οποία προωθούν με τον λόγο τους «πρωθιερείς» της όπως ο κος Βενιζέλος. Αυτός που την ίδια στιγμή που ζητεί την ενίσχυσή του, αποκλείει κι υπόσχεται πως εάν εκλεγεί θα αποκλείσει τους πάντες από τον καθορισμό της ζωής του.

Ο κος Βενιζέλος συνεχίζει ευλαβικά να διαιωνίζει τη Heuchlei, την υποκρισία, που κατά τον Μαρξ, θεωρεί την εργασία ως ενεργό περιουσία του εργαζομένου, καλώντας τον να αποποιηθεί την προσωπική του περιουσία, θυσιάζοντας τον ίδιον τον εαυτό του για την ευημερία των «πυλώνων» της (χωρίς πρόοδο) ανάπτυξης, ευαγγελίζοντάς του μία «μετά θάνατον ζωή κι αναψυχή», αρκεί ν’ αποδείξει την καρτερία του στην ‘αιώνια’ κρίση που του εγγυάται.

Στην κρίση τούτη, που κατά τον προφήτη Βενιζέλο, θα φέρει τη ‘μεταξίωση όλων των αξιών’ για τη μεταρρύθμιση της κοινωνίας από τα παρόντα δεινά της λειτουργίας της, που τόσο επιβαρύνει με μισθολογικά κόστη τις επιχειρήσεις, χωρίς να θέλω να προμαντεύσω δεινά, δυστυχώς επιβεβαιώνεται η μαρξική διαπίστωση (στα Χειρόγραφα του 1844) πως ενώ ο εργαζόμενος υποφέρει στα τρίσβαθα της ύπαρξής του (η «αύξουσα μιζέρια του εργάτη», όπως έλεγε), ο καπιταλιστής παραμένει ανέμελος «στο κέρδος του ακίνητου χρυσού βωδιού του». Η συντελούμενη πραγματικότητα, η συμπεριφορά των πολιτικών, η οικονομική πίεση κι οι διεθνείς τάσεις για την κατεδάφιση εργασιακών δικαιωμάτων και κοινωνικού κράτους—που ταυτίζονται με την ευαγγελική φράση της ανάπτυξης (δίχως πρόοδο), είναι ανάγκη να υπηρετούνται από έναν λόγο αφηρημένο, μα συνάμα, πειστικό χωρίς επιχειρήματα, μόνον με τη δύναμη της επιβολής και του πεισθαναγκασμού  μίας μελλοντικής ‘απολύτρωσης’: έχει ανάγκη από μία πολιτική θεολογία, με τους δικούς της προφήτες, που ήδη έχουν κατέβει από το βουνό με τις πλάκες του αναπτυξιακού Δεκαλόγου.